Μια έντονη αντίφαση καταγράφεται στον ευρωπαϊκό φαρμακευτικό κλάδο, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προμήθεια των ορμονικών φαρμάκων που χρειάζονται, την ίδια στιγμή που οι παρασκευάστριες εταιρείες εμφανίζουν αυξημένες πωλήσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις επιτυγχάνουν σημαντικές αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων τους.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα αισθητό στην Ισπανία, όπου οι ελλείψεις επηρεάζουν πλέον διαφορετικές κατηγορίες ορμονικών σκευασμάτων. Η συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει όχι μόνο τις δυσκολίες πρόσβασης των ασθενών στις θεραπείες τους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η περιορισμένη προσφορά μπορεί να επηρεάσει τις εμπορικές διαπραγματεύσεις μεταξύ φαρμακοβιομηχανιών και κρατών.
Όπως προκύπτει από έρευνα της ισπανικής εφημερίδας «El País», τα πρώτα προβλήματα εμφανίστηκαν τον Μάρτιο του 2026 και αφορούσαν το Lenzetto, ένα φαρμακευτικό σπρέι οιστραδιόλης που χορηγείται για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης. Ακολούθησαν ελλείψεις σε ορμονικά επιθέματα, ενώ δύο φαρμακευτικά προϊόντα σε μορφή χαπιών αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία. Πλέον, δυσκολίες στην προμήθεια παρατηρούνται και για το Oestraclin, ένα από τα λίγα διαδερμικά σκευάσματα που παραμένουν διαθέσιμα.
Τα συγκεκριμένα φάρμακα χορηγούνται κυρίως σε γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση, αλλά χρησιμοποιούνται σε ορισμένες περιπτώσεις και από τρανς γυναίκες. Η αιφνίδια διακοπή μιας θεραπείας ή η ανάγκη αντικατάστασής της με άλλο σκεύασμα ενδέχεται να οδηγήσει στην επανεμφάνιση συμπτωμάτων και να καταστήσει απαραίτητη την επανεκτίμηση της κατάστασης από γιατρό.
Οι φαρμακοβιομηχανίες υποστηρίζουν ότι βασική αιτία των ελλείψεων είναι η απότομη ενίσχυση της ζήτησης. Ενδεικτικά, στην ισπανική αγορά οι πωλήσεις του Lenzetto αυξήθηκαν από 13.000 συσκευασίες το 2018 σε 123.000 το 2024, καταγράφοντας σχεδόν δεκαπλάσια κατανάλωση. Από την πλευρά της, η Sandoz αναφέρει ότι η ζήτηση παγκοσμίως για τα ορμονικά επιθέματα που διαθέτει έχει αυξηθεί περισσότερο από τρεις φορές μέσα σε διάστημα δύο έως τριών ετών.
Την ίδια στιγμή, πάντως, οι οικονομικές επιδόσεις των εταιρειών αποτυπώνουν σημαντική ανάπτυξη, η οποία συνδέεται με την αυξημένη κατανάλωση των συγκεκριμένων θεραπειών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ουγγρική φαρμακοβιομηχανία Gedeon Richter, που παρασκευάζει το Lenzetto. Το 2025 οι πωλήσεις του συγκεκριμένου φαρμάκου απέφεραν στην εταιρεία 49,9 εκατ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 66,7% συγκριτικά με το 2024.
Η Ισπανία κατατάσσεται στην έκτη θέση μεταξύ των μεγαλύτερων αγορών της Gedeon Richter παγκοσμίως, με τον συνολικό τζίρο της εταιρείας στη χώρα να φτάνει τα 75,2 εκατ. ευρώ το 2025. Παρά τη σημασία της ισπανικής αγοράς και την αναπροσαρμογή της τιμής του Lenzetto που εγκρίθηκε τον Απρίλιο, το φάρμακο εξακολουθεί να μην είναι διαθέσιμο στα φαρμακεία της χώρας.
Ειδικότερα, η τιμή που λαμβάνει η παραγωγός εταιρεία αναπροσαρμόστηκε από τα 4,51 στα 5,46 ευρώ, ενώ η λιανική τιμή πώλησης αυξήθηκε από τα 7,04 στα 12,49 ευρώ. Πρόκειται για ανατίμηση περίπου 77% στο φαρμακείο, η οποία, ωστόσο, δεν στάθηκε αρκετή για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα εφοδιασμού.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, αρκετές ασθενείς αναγκάστηκαν να αναζητήσουν το φάρμακο εκτός Ισπανίας, προμηθευόμενες συσκευασίες από χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ολλανδία, η Ελλάδα και η Ρουμανία. Μία από αυτές περιέγραψε ότι αγόρασε έξι συσκευασίες από την Πορτογαλία, καταβάλλοντας 25,56 ευρώ για καθεμία.
Η Gedeon Richter είχε αρχικά αποδώσει τις δυσκολίες τροφοδοσίας στην πρωτοφανή αύξηση της ζήτησης. Στις επαφές της με τις ισπανικές αρχές, ωστόσο, έθεσε και το ζήτημα των παράλληλων εξαγωγών, δηλαδή της διακίνησης φαρμακευτικών προϊόντων από αγορές με χαμηλότερες τιμές προς άλλες χώρες όπου μπορούν να πωληθούν ακριβότερα.
Διαφορετική εξήγηση έδωσε η ισπανική υπηρεσία φαρμάκων AEMPS, η οποία συνέδεσε την έλλειψη με δυσλειτουργία στον μηχανισμό χορήγησης του σπρέι. Παράλληλα, επέκρινε δημόσια τη φαρμακοβιομηχανία για το ανεπαρκές επίπεδο συνεργασίας της. Σύμφωνα με προηγούμενη εκτίμηση της παραγωγού, η πλήρης αποκατάσταση της διαθεσιμότητας δεν αναμένεται πριν από το 2027, ενώ οι ισπανικές αρχές εκτιμούν ότι περιορισμένες ποσότητες ενδέχεται να επιστρέψουν στην αγορά από τα τέλη Νοεμβρίου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση της Sandoz στη σουηδική αγορά. Τον Απρίλιο του 2026, η ελβετική φαρμακοβιομηχανία υπέβαλε αίτημα προς την αρμόδια σουηδική αρχή τιμολόγησης φαρμάκων, ζητώντας αυξήσεις από 60% έως 70% στις τιμές των επιθεμάτων οιστραδιόλης Estradot.
Η εταιρεία υποστήριξε ότι η παγκόσμια ζήτηση αναμένεται να παραμείνει υψηλότερη από την παραγωγική δυνατότητα για τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, επισήμανε ότι το επίπεδο τιμών σε κάθε χώρα αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει την προτεραιότητα στον εφοδιασμό των εθνικών αγορών. Κατά συνέπεια, η αποδοχή των ανατιμήσεων θα μπορούσε να εξασφαλίσει στη Σουηδία ευνοϊκότερη μεταχείριση ως προς τη διάθεση των προϊόντων.
Στις 22 Ιουνίου, η αρμόδια σουηδική υπηρεσία αποφάσισε να εγκρίνει τις αυξήσεις, παρότι αναγνώρισε ότι αυτές θα εξασφάλιζαν στη Sandoz περιθώρια κερδοφορίας μεγαλύτερα από τα συνήθως αποδεκτά. Η απόφαση αιτιολογήθηκε με βάση την ανάγκη αποτροπής σοβαρών ελλείψεων του φαρμάκου.
Αντίθετη ήταν η εξέλιξη στην Ελβετία, όπου δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη αντίστοιχης συμφωνίας. Ως αποτέλεσμα, η Sandoz απέσυρε το Estradot από τη λίστα των φαρμάκων που αποζημιώνονται, μεταφέροντας έτσι το κόστος αγοράς στους ίδιους τους ασθενείς.
Η συνεχιζόμενη έλλειψη ορμονικών θεραπειών έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Ισπανία, ενώ το ζήτημα έχει πλέον τεθεί και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ισπανική Ένωση για τη Μελέτη της Εμμηνόπαυσης έχει ζητήσει να εξεταστεί το ενδεχόμενο επιβολής περιορισμών στη διακίνηση των συγκεκριμένων φαρμάκων προς άλλες χώρες. Την ίδια στιγμή, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων εξετάζει την έκταση και τη σοβαρότητα των ελλείψεων του Lenzetto.
Παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχουν ζητήσει και μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τονίζοντας ότι η δυνατότητα πρόσβασης των ασθενών σε απαραίτητα φάρμακα δεν θα πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσο επικερδής θεωρείται μια εθνική αγορά για τις φαρμακευτικές εταιρείες.
Το ζήτημα, ωστόσο, υπερβαίνει τα σύνορα της Ισπανίας και αφορά συνολικά τη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς φαρμάκων. Όταν η κατανάλωση αυξάνεται με ταχύτερους ρυθμούς από την παραγωγή, οι φαρμακοβιομηχανίες καλούνται να καθορίσουν τον τρόπο κατανομής των διαθέσιμων ποσοτήτων μεταξύ διαφορετικών χωρών.
Η ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας προϋποθέτει πρόσθετες επενδύσεις και σημαντικό χρονικό διάστημα. Παρ’ όλα αυτά, τα δεδομένα που παρουσιάζει η «El País» αναδεικνύουν ότι οι αποκλίσεις στις τιμές πώλησης από χώρα σε χώρα μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις των εταιρειών για τον εφοδιασμό των επιμέρους αγορών.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται πλέον το κατά πόσον τα δημόσια συστήματα υγείας μπορούν να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη συνέχιση μιας αναγκαίας φαρμακευτικής αγωγής, όταν η διαθεσιμότητά της επηρεάζεται από τις εμπορικές επιλογές των παραγωγών. Όπως τονίζει το ισπανικό Ινστιτούτο Γυναικών, σε ένα καθολικό δημόσιο σύστημα υγείας η οικονομική κατάσταση μιας ασθενούς δεν θα πρέπει να αποτελεί κριτήριο για το αν θα μπορέσει να συνεχίσει τη θεραπεία της ή θα αναγκαστεί να τη διακόψει.
Έτσι, ενώ οι φαρμακοβιομηχανίες εμφανίζουν ενισχυμένους τζίρους και διευρύνουν την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές, πολλές γυναίκες εξακολουθούν να αναζητούν τα απαραίτητα σκευάσματα σε διαφορετικά φαρμακεία, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα τα βρουν. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη βασική αντίφαση ενός φαρμακευτικού κλάδου που αναπτύσσεται οικονομικά, αλλά δεν κατορθώνει πάντοτε να διασφαλίσει την επάρκεια των θεραπειών για όσους τις χρειάζονται.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.