Περισσότερο από μία δεκαετία μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Καναδά, η εμπορική συμφωνία CETA εξακολουθεί να μην έχει τεθεί πλήρως σε ισχύ. Και ένας από τους λόγους βρίσκεται στα ράφια των σούπερ μάρκετ: η φέτα, το χαλούμι και η παρμεζάνα έχουν βρεθεί στο επίκεντρο διαφωνιών που εξακολουθούν να δυσκολεύουν την επικύρωσή της.
Παρότι το μεγαλύτερο μέρος της Συνολικής Οικονομικής και Εμπορικής Συμφωνίας (CETA) εφαρμόζεται προσωρινά από το 2017, εννέα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν την έχουν ακόμη επικυρώσει. Για να τεθεί πλήρως σε ισχύ, απαιτείται η έγκριση όλων των χωρών της Ένωσης, διαδικασία που σε ορισμένες περιπτώσεις περιλαμβάνει και την ψήφο εθνικών ή περιφερειακών κοινοβουλίων.
Όπως συμβαίνει και με άλλες εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ, ο αγροτικός τομέας αποτέλεσε βασική πηγή αντιδράσεων, αναφέρει το Rapporteur. Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί εξέφρασαν ανησυχίες για τον ανταγωνισμό από τις καναδικές εισαγωγές, τις διαφορές στους κανόνες παραγωγής, αλλά και το κατά πόσον οι Βρυξέλλες είχαν παραχωρήσει μέρος της προστασίας που απολαμβάνουν τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά τρόφιμα.
Για ορισμένες από τις χώρες που εξακολουθούν να αντιστέκονται στην επικύρωση, οι ενστάσεις επικεντρώθηκαν σε συγκεκριμένα προϊόντα με ισχυρή εθνική ταυτότητα.
Το χαλούμι, η φέτα και η παρμεζάνα στο επίκεντρο
Στην Κύπρο, το κοινοβούλιο καταψήφισε τη CETA τον Ιούλιο του 2020, με το χαλούμι να αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες της αντίθεσης. Το χαρακτηριστικό κυπριακό τυρί δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο των προστατευόμενων ονομασιών της συμφωνίας.
Σύμφωνα με τον Τζον Κλαρκ, πρώην υψηλόβαθμο διαπραγματευτή της Kομισιόν που συμμετείχε στις συνομιλίες για τη CETA, η εξήγηση είναι σχετικά απλή: την περίοδο των διαπραγματεύσεων, το χαλούμι δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί στην ίδια την Ευρώπη ως προϊόν προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης. Η σχετική αναγνώριση ήρθε μόλις το 2021, αρκετά χρόνια μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών με τον Καναδά.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι αντιρρήσεις επικεντρώθηκαν στη φέτα. Εντός της ΕΕ, η ονομασία αυτή επιτρέπεται αποκλειστικά για τυρί που παράγεται σε συγκεκριμένες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Λέσβου.
Ωστόσο, η συμφωνία με τον Καναδά προβλέπει εξαιρέσεις για παραγωγούς που δραστηριοποιούνταν ήδη στη χώρα, επιτρέποντάς τους να χρησιμοποιούν χαρακτηρισμούς όπως «τύπου φέτας» (feta-style), υπό την προϋπόθεση ότι αναγράφεται με σαφήνεια η πραγματική προέλευση του προϊόντος.
Ο Κλαρκ επισημαίνει ότι η φέτα δεν αποτέλεσε μεμονωμένη περίπτωση. Αντίστοιχη μεταχείριση επιφυλάχθηκε και σε ιταλικά τυριά, όπως η Gorgonzola, η Fontina και το Asiago.
Όπως εξηγεί, οι παραδόσεις τυροκομίας που μετέφεραν στον Καναδά οι Ευρωπαίοι μετανάστες περιέπλεξαν τις διαπραγματεύσεις. Ορισμένες ονομασίες ιταλικών τυριών είχαν ήδη καθιερωθεί ως γενικοί όροι στην καναδική αγορά, έπειτα από πολλές γενιές παραγωγής από την ιταλική ομογένεια.
Ανησυχίες υπήρξαν και στην Ιταλία, ιδιαίτερα για τη δυνατότητα κυκλοφορίας προϊόντων με την ονομασία «Parmesan», τα οποία ανταγωνίζονται το προστατευόμενο Parmigiano Reggiano.
Το ζήτημα αυτό συνέβαλε στην έντονη αντίδραση της ισχυρής ιταλικής αγροτικής ένωσης Coldiretti, η οποία στράφηκε εναντίον της συμφωνίας το 2018, ενώ η Ιταλία δεν προχώρησε στην επικύρωσή της.
Αύξηση 62% στις εξαγωγές ευρωπαϊκών γαλακτοκομικών
Παρά τις αντιδράσεις, τα αποτελέσματα της προσωρινής εφαρμογής της CETA προσφέρουν πλέον στους υποστηρικτές της συμφωνίας συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία, τα οποία μπορούν να αξιοποιήσουν για να πείσουν τα εθνικά κοινοβούλια να προχωρήσουν στην επικύρωση.
Σύμφωνα με αξιολόγηση της Κομισιόν που δημοσιεύθηκε το 2025, η αξία των εξαγωγών γαλακτοκομικών προϊόντων της ΕΕ προς τον Καναδά αυξήθηκε κατά 62% την περίοδο 2017-2023, σε σύγκριση με την περίοδο 2012-2016.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η άνοδος στις εξαγωγές κρέατος, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 188%.
Χαρακτηριστική είναι η αλλαγή στάσης της Βαλλονίας, της βελγικής περιφέρειας που για χρόνια συγκαταλεγόταν στους επικριτές της συμφωνίας. Τον Ιούνιο του 2026, το περιφερειακό κοινοβούλιο ενέκρινε τελικά τη CETA.
Ο Μπενουά Κασάρ, ευρωβουλευτής της πολιτικής ομάδας Renew από τη Βαλλονία και κτηνοτρόφος, έχει ασκήσει έντονη κριτική στην εμπορική συμφωνία της ΕΕ με τη Mercosur, ωστόσο υποστηρίζει ανοιχτά τη CETA. «Η CETA είναι μια καλή συμφωνία, την οποία τόσο το κόμμα μου όσο και εγώ προσωπικά υποστηρίζαμε πάντα», δήλωσε στο Rapporteur.
Ο Κασάρ σημείωσε ότι οι προβλέψεις για μαζική εισροή καναδικού βοδινού κρέατος στην ευρωπαϊκή αγορά δεν επιβεβαιώθηκαν, ενώ αντίθετα αυξήθηκαν οι αγροτικές εξαγωγές τόσο της ΕΕ όσο και του Βελγίου.
Κατά την άποψή του, η βασική διαφορά ανάμεσα στη CETA και τη συμφωνία με τη Mercosur έγκειται στη μεγαλύτερη αμοιβαιότητα των προτύπων παραγωγής, αλλά και στα παρόμοια επίπεδα κόστους.
Νέα δυναμική για τη συμφωνία
Ο πρώην διαπραγματευτής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Τζον Κλαρκ, εκτιμά ότι οι παλαιότερες διαφωνίες για τα τυριά δεν θα αποτελέσουν τελικά ανυπέρβλητο εμπόδιο για την επικύρωση της CETA από την Ιταλία, την Ελλάδα και την Κύπρο.
Όπως εξηγεί, υπάρχουν τρόποι αντιμετώπισης των σχετικών ενστάσεων. Για παράδειγμα, το χαλούμι θα μπορούσε να αποκτήσει προστασία και στο πλαίσιο της CETA, καθώς η συμφωνία επιτρέπει την προσθήκη νέων γεωγραφικών ενδείξεων στον κατάλογο των προστατευόμενων προϊόντων.
Παράλληλα, η ΕΕ έχει εξασφαλίσει ισχυρότερη προστασία για παραδοσιακά τρόφιμα και σε άλλες αγορές, μεταξύ των οποίων η Κίνα, γεγονός που, σύμφωνα με τον Κλαρκ, έχει συμβάλει στον περιορισμό των ελληνικών ανησυχιών για την προστασία της φέτας.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι έχουν εξαλειφθεί όλες οι διαφωνίες για τα αγροδιατροφικά προϊόντα.
Η Γαλλία παραμένει το μεγάλο εμπόδιο
Η επικύρωση της συμφωνίας από τη Γαλλία εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκκρεμότητες. Τον Μάρτιο του 2024, η γαλλική Γερουσία απέρριψε τη CETA με 211 ψήφους κατά και μόλις 44 υπέρ, επικαλούμενη ρητά την κρίση που αντιμετωπίζει ο αγροτικός κόσμος.
Έκτοτε, η γαλλική κυβέρνηση δεν έχει επαναφέρει τη συμφωνία στην Εθνοσυνέλευση για την τελική ψηφοφορία.
Παρά τα θετικά αποτελέσματα που έχουν καταγραφεί στις εμπορικές συναλλαγές, ο Κλαρκ θεωρεί ότι η γαλλική επικύρωση εξαρτάται πλέον κυρίως από την πολιτική βούληση. «Το ισοζύγιο είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό υπέρ της ΕΕ και υπέρ της Γαλλίας», υπογράμμισε.
