Αν υπάρχει μία κατηγορία επαγγελματιών στην Ευρώπη που έχει λόγους να προβληματίζεται για τα «ψιλά γράμματα» μιας ακόμη στενότερης σύνδεσης του Καναδά με την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι οι αγρότες.
Και όχι άδικα. Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί γνωρίζουν από πρώτο χέρι ότι πίσω από τις μεγάλες εμπορικές συμφωνίες, την κατάργηση δασμών και τις υποσχέσεις για νέες αγορές βρίσκεται συχνά μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα: ποσοστώσεις, διαφορετικοί κανόνες παραγωγής, προστατευόμενες ονομασίες και, τελικά, μια μάχη για το ποιος θα κερδίσει χώρο στο ράφι.
Ένας από τους κλάδους που έχει βιώσει εντονότερα αυτή την αντίφαση στη σχέση ΕΕ–Καναδά είναι ο κλάδος των τυριών.
Και η ελληνική φέτα αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.
Η φέτα και η δύσκολη αγορά τυριού του Καναδά
Ο Καναδάς δεν διαθέτει μια πλήρως ανοικτή αγορά γαλακτοκομικών. Η παραγωγή ελέγχεται μέσω ενός συστήματος διαχείρισης της προσφοράς (supply management). Οι εισαγωγές τυριών πραγματοποιούνται μέσω δασμολογικών ποσοστώσεων.
Η CETA άνοιξε σημαντικά αυτή την αγορά στους Ευρωπαίους παραγωγούς. Από το 2022 η ετήσια ποσόστωση για τυριά της ΕΕ έχει φθάσει τους 16.000 τόνους και οι εισαγωγές δεν επιβαρύνονται με δασμούς. Εκτός ποσόστωσης, όμως, ο εισαγωγικός δασμός φθάνει το 245,5%.
Για την ελληνική φέτα το άνοιγμα αυτό είχε εντυπωσιακά αποτελέσματα.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εφαρμογή της CETA στην Ελλάδα, οι ελληνικές εξαγωγές φέτας προς τον Καναδά αυξήθηκαν κατά 274% μέσα σε οκτώ χρόνια: από 2,5 εκατ. ευρώ το 2016, πριν από την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας, ξεπέρασαν τα 9,4 εκατ. ευρώ το 2024 (πηγή: Factsheet της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη CETA και την Ελλάδα, έκδοση 2025 του Publications Office of the European Union).
Η εικόνα επιβεβαιώνεται και από τα αναλυτικότερα στοιχεία της καναδικής αγοράς που έχει επεξεργαστεί το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Τορόντο.
Το 2023 η Ελλάδα είχε κατακτήσει το 76,95% της αξίας των συνολικών καναδικών εισαγωγών φέτας και τυριών τύπου «φέτας», έναντι 47,3% το 2017. Σε όρους ποσότητας, το ελληνικό μερίδιο είχε αυξηθεί από 46,6% σε 73%.
Και όλα αυτά σε μια αγορά στην οποία ο ανταγωνισμός αυξήθηκε θεαματικά: οι χώρες που εξήγαγαν προϊόντα της συγκεκριμένης κατηγορίας στον Καναδά αυξήθηκαν από έξι το 2017 σε 18 το 2023.
Τα «αλλά» της καναδικής φέτας
Η εντυπωσιακή άνοδος των ελληνικών εξαγωγών είναι, ωστόσο, η μία πλευρά της ιστορίας.
«Το καθεστώς ποσοστώσεων είχε μεν θετικά αποτελέσματα λόγω του μηδενικού δασμού, η λειτουργία του, όμως, προκαλεί εν τέλει στρέβλωση της αγοράς» επισημαίνει το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Τορόντο, στην έκθεσή του με τίτλο «Η καναδική αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων».
Μέρος του προβλήματος βρίσκεται στον τρόπο κατανομής των εισαγωγικών ποσοστώσεων. Τα δικαιώματα μπορούν να μεταβιβάζονται μεταξύ εταιρειών, δημιουργώντας μια δευτερογενή αγορά που αυξάνει το κόστος.
Υπάρχει όμως και ένα παράδοξο: ο ανταγωνιστής του ευρωπαϊκού τυριού μπορεί να είναι ταυτόχρονα και ο εισαγωγέας του. Σύμφωνα με το Γραφείο ΟΕΥ, καναδικές τυροκομικές εταιρείες παράγουν «μία πολύ μεγάλη ποικιλία τυριών ΕΕ με χαρακτηρισμό ΠΟΠ / Γ.Ε.», ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εισάγουν παράλληλα το αντίστοιχο ευρωπαϊκό προϊόν.
Στην περίπτωση της φέτας, η CETA αναγνωρίζει τη Φέτα ως ελληνική γεωγραφική ένδειξη, αλλά η προστασία της στον Καναδά δεν είναι απόλυτη.
Παραγωγοί που χρησιμοποιούσαν την ονομασία πριν από τις 18 Οκτωβρίου 2013 μπορούν υπό προϋποθέσεις να συνεχίσουν να την χρησιμοποιούν, ενώ επιτρέπεται και η κυκλοφορία προϊόντων με χαρακτηρισμούς όπως «feta style», «feta type» ή «feta imitation», εφόσον αναγράφεται η πραγματική γεωγραφική προέλευσή τους.
Έτσι, δίπλα στην ελληνική Φέτα ΠΟΠ μπορεί νόμιμα να βρίσκεται στο καναδικό ράφι και «φέτα» made in Canada.
Μόλις τον Ιούλιο του 2026, στην κοινή Επιτροπή Γεωγραφικών Ενδείξεων ΕΕ–Καναδά, η ευρωπαϊκή πλευρά επανέφερε τις ανησυχίες για τους Καναδούς παραγωγούς που επικαλούνται παλαιότερα δικαιώματα χρήσης της ονομασίας «feta».
Οι ελληνικές διπλωματικές αρχές είχαν απευθυνθεί σε επιχειρήσεις ζητώντας στοιχεία που να τεκμηριώνουν αυτά τα δικαιώματα, αλλά, σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή της συνάντησης, σχεδόν καμία δεν απάντησε.
Από τη CETA στη νέα «ειδική σχέση»
Οι ενστάσεις για την καναδική αγορά τυριού έχουν φτάσει εδώ και χρόνια στις Βρυξέλλες.
Μόλις τον Μάρτιο του 2026, στην Επιτροπή Γεωργίας ΕΕ–Καναδά, η ευρωπαϊκή πλευρά επανέφερε τις ανησυχίες της για τη διαφάνεια και τη μεταβίβαση των εισαγωγικών ποσοστώσεων, υποστηρίζοντας ότι το σύστημα επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών τυριών. Η ΕΕ ζητά αλλαγές ήδη από το 2019, ενώ ο Καναδάς απαντά ότι εφαρμόζει πλήρως τη CETA.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο: πριν επιλυθούν οι εκκρεμότητες μιας συμφωνίας που εφαρμόζεται εδώ και σχεδόν μία δεκαετία, Βρυξέλλες και Οτάβα συζητούν ήδη το επόμενο επίπεδο οικονομικής σύνδεσης.
Το δεύτερο «αλλά»: Η άμυνα
Υπάρχει όμως και ένας εντελώς διαφορετικός τομέας στον οποίο η στενότερη σχέση με τον Καναδά αγγίζει άμεσα ελληνικά οικονομικά συμφέροντα: την αναδυόμενη βιομηχανία μη επανδρωμένων συστημάτων.
Η Ελλάδα επιχειρεί αυτή την περίοδο να δημιουργήσει εγχώρια παραγωγική βάση στα μη επανδρωμένα και αυτόνομα συστήματα. Στη Μαλακάσα κατασκευάζεται το νέο 309 Εργοστάσιο Μη Επανδρωμένων Συστημάτων, με στόχο ετήσια παραγωγική δυνατότητα τουλάχιστον 10.000 Class I drones, 300 Class II drones, 300 μη επανδρωμένων οχημάτων εδάφους και 300 anti-drone συστημάτων. Προβλέπεται επίσης έρευνα και ανάπτυξη σε μεγαλύτερα drones και μη επανδρωμένα συστήματα επιφανείας και υποβρυχίως.
Σχεδόν ταυτόχρονα, ο Καναδάς κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Τον Ιούλιο εγκαινίασε τη Defence Drone Initiative για να επιταχύνει την ανάπτυξη, τις δοκιμές και την παραγωγή καναδικών μη επανδρωμένων και αυτόνομων συστημάτων. Στις προτεραιότητες περιλαμβάνονται drones επιτήρησης, counter-drone συστήματα, μη επανδρωμένα οχήματα εδάφους και μη επανδρωμένα συστήματα επιφανείας και υποβρυχίως.
Και πλέον οι δύο βιομηχανίες μπορούν να συναντηθούν στην ίδια αγορά.
Ο Καναδάς έγινε τον Ιούνιο η πρώτη μη ευρωπαϊκή χώρα που συμμετέχει στο SAFE, αποκτώντας τη δυνατότητα συμμετοχής καναδικών εταιρειών και προϊόντων στις κοινές προμήθειες που χρηματοδοτούνται από το ευρωπαϊκό εργαλείο.
Αυτό μπορεί να δημιουργήσει νέες συνεργασίες και κοινές αλυσίδες παραγωγής. Δημιουργεί όμως και περισσότερο ανταγωνισμό ακριβώς σε έναν κλάδο στον οποίο η Ελλάδα επενδύει τώρα για να αποκτήσει μεγαλύτερο μερίδιο της νέας ευρωπαϊκής αμυντικής αγοράς.
Διαβάστε ακόμη
Οι ΗΠΑ χτυπούν το σύστημα πληρωμών για τη διέλευση του Ορμούζ
Η «ασπίδα» της κυβέρνησης για τον φετινό χειμώνα και το σχέδιο τετραετίας
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
