Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια σημαντική γεωοικονομική ευκαιρία, καθώς ο ανταγωνισμός Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, η αναδιάταξη των εμπορικών διαδρομών και η αναζήτηση νέων πηγών ενεργειακού εφοδιασμού αναβαθμίζουν τον ρόλο των ελληνικών λιμανιών και δημιουργούν νέες προοπτικές για τη ναυτιλία.
Ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη, η Καβάλα και η Αλεξανδρούπολη αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε έναν σχεδιασμό που φιλοδοξεί να συνδέσει τη Μεσόγειο με τα Βαλκάνια και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη δημιουργώντας τον Βόρειο Διάδρομο. Την ίδια ώρα, οι ελληνικοί τερματικοί σταθμοί LNG και ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου δημιουργούν νέες δυνατότητες για τη μεταφορά και διανομή ενέργειας προς τις ευρωπαϊκές αγορές.
Ο Γιώργος Ξηραδάκης μιλώντας στο newmoney αναλύει τις αλλαγές που συντελούνται στον γεωοικονομικό χάρτη της περιοχής, εξηγώντας γιατί η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε βασική πύλη εμπορίου και ενέργειας για την ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Εξετάζει τον ανταγωνισμό επιρροής ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο, τη σημασία των αμερικανικών επενδύσεων στις ελληνικές υποδομές και τις δυνατότητες συμμετοχής της ελληνικής ναυτιλιακής βιομηχανίας στις νέες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα και τα αποτελέσματα του έκτου Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–ΗΠΑ, υπογραμμίζει ότι η γεωγραφική θέση αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Η αξιοποίησή της προϋποθέτει σύγχρονες υποδομές, ανταγωνιστικές μεταφορικές και ενεργειακές υπηρεσίες και μεγαλύτερη συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στην οικονομική δραστηριότητα που θα δημιουργηθεί.
– Κύριε Ξηραδάκη, η Ελλάδα βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο του ανταγωνισμού μεγάλων οικονομικών δυνάμεων. Τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη για την ελληνική ναυτιλία και τα λιμάνια της χώρας;
Η Ελλάδα αποκτά μια νέα στρατηγική αποστολή: να συνδέσει τη Μεσόγειο με την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, προσφέροντας πρόσβαση σε εμπορεύματα, ενέργεια και ασφαλείς αλυσίδες εφοδιασμού. Σε μια περίοδο πολέμων, ανακατανομής της οικονομικής ισχύος και αμφισβήτησης παραδοσιακών εμπορικών διαδρομών, η γεωγραφική θέση της χώρας μας αποκτά μεγαλύτερη αξία.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι να μετατρέψουμε αυτό το πλεονέκτημα σε επενδύσεις, παραγωγική δραστηριότητα και διαρκή διεθνή επιρροή. Οι τελευταίες εξελίξεις επιβεβαιώνουν τη σημασία αυτής της προοπτικής. Η ενεργειακή συνάντηση στο Βελιγράδι στις 6 Οκτωβρίου και ο έκτος Στρατηγικός Διάλογος Ελλάδας–ΗΠΑ στην Αθήνα την επόμενη ημέρα έδωσαν πρόσθετο πολιτικό βάρος στην περιφερειακή διασυνδεσιμότητα και στον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακής πύλης.
Ο Βόρειος Διάδρομος πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα ευρύτερο πλέγμα συνδέσεων που περιλαμβάνει θαλάσσιες μεταφορές, λιμάνια, σιδηροδρόμους, οδικούς άξονες, αγωγούς και κέντρα διανομής. Δεν πρόκειται για μία ενιαία διαδρομή, αλλά για διαφορετικά δίκτυα, με δικές τους αφετηρίες, προορισμούς και χρονοδιαγράμματα, τα οποία μπορούν να αναδείξουν την Ελλάδα σε νότια πύλη τροφοδοσίας της ευρωπαϊκής ενδοχώρας.
– Η Κίνα είχε διακρίνει από νωρίς αυτή τη δυνατότητα, επενδύοντας στον Πειραιά. Πόσο έχει επηρεάσει ο κινεζικός σχεδιασμός τη θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό εμπορικό χάρτη;
Η Κίνα αναγνώρισε πολύ νωρίς τις δυνατότητες που προσφέρει η ελληνική γεωγραφική θέση. Η παρουσία της COSCO στον Πειραιά εντάχθηκε στον σχεδιασμό μιας θαλάσσιας και χερσαίας εφοδιαστικής αλυσίδας που θα συνέδεε την ασιατική παραγωγή με τις ευρωπαϊκές αγορές. Ήδη τον Δεκέμβριο του 2014, η κινεζική κυβέρνηση παρουσίαζε τη σύνδεση Πειραιά–Σκοπίων–Βελιγραδίου–Βουδαπέστης ως διάδρομο επιτάχυνσης του εμπορίου μεταξύ Κίνας και Ευρώπης. Ο εκσυγχρονισμός της σιδηροδρομικής γραμμής Βελιγραδίου–Βουδαπέστης αποτελούσε βασικό μέρος αυτού του σχεδίου. Η λογική ήταν τα ασιατικά εμπορεύματα να φθάνουν διά θαλάσσης στον Πειραιά και στη συνέχεια να προωθούνται προς τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης.
Για την ελληνική οικονομία, αυτή η προοπτική δημιουργούσε δυνατότητες ανάπτυξης στις λιμενικές υπηρεσίες, στις συνδυασμένες μεταφορές και στην εφοδιαστική αλυσίδα. Ανέδειξε, όμως, και μια σημαντική αδυναμία. Η ανταγωνιστικότητα ενός λιμανιού δεν κρίνεται μόνο στις προβλήτες του. Εξαρτάται από την ταχύτητα των σιδηροδρομικών μεταφορών, την αξιοπιστία των συνδέσεων με την ενδοχώρα και την αποτελεσματικότητα των τελωνειακών διαδικασιών.
– Σήμερα βλέπουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες να ενισχύουν την παρουσία τους σε στρατηγικές ελληνικές υποδομές. Επιχειρεί η Ουάσιγκτον να περιορίσει την κινεζική επιρροή;
Η ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας προσθέτει μια διαφορετική στρατηγική διάσταση. Η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει στην Ελλάδα έναν εταίρο για την ενεργειακή ασφάλεια, τη μεταφορά συμμαχικού εξοπλισμού και την ανάπτυξη κρίσιμων υποδομών. Υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που στηρίζουν την εκτίμηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να περιορίσουν την κινεζική επιρροή στην περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αμερικανική αναπτυξιακή χρηματοδοτική εταιρεία DFC συνδέει τη χρηματοδότηση ύψους 125 εκατομμυρίων δολαρίων για την αναβάθμιση των Ναυπηγείων Ελευσίνας με τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα και την παρουσία της Κίνας στον γειτονικό Πειραιά.
Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρούμε ότι οι ΗΠΑ αντικαθιστούν την Κίνα στον ίδιο εμπορικό διάδρομο. Μιλάμε για ανταγωνισμό επιρροής, στον οποίο οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν διαφορετικά εργαλεία. Η κινεζική στρατηγική επικεντρώθηκε κυρίως στο εμπόριο, στα λιμάνια και στις σιδηροδρομικές συνδέσεις. Η αμερικανική προσέγγιση δίνει ιδιαίτερο βάρος στην ενέργεια, στην ασφάλεια και στις στρατηγικές υποδομές. Η Αλεξανδρούπολη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η αξιοποίηση του λιμένα για τη μεταφορά αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού και την προώθησή του μέσω οδικών και σιδηροδρομικών δικτύων αναδεικνύει τη σημασία της Βόρειας Ελλάδας για τη συμμαχική εφοδιαστική υποστήριξη στην Ευρώπη.
– Πόσο σημαντική είναι η σύνδεση της θαλάσσιας μεταφοράς LNG με τον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου; Μπορεί η Ελλάδα να εξελιχθεί σε βασική ενεργειακή πύλη της Ευρώπης;
Ο Κάθετος Διάδρομος δημιουργεί μια ιδιαίτερα σημαντική προοπτική. Η Ρεβυθούσα και ο πλωτός τερματικός σταθμός LNG της Αλεξανδρούπολης αποτελούν σημεία εισόδου υγροποιημένου φυσικού αερίου. Μετά την επαναεριοποίησή του, το αέριο μπορεί να διοχετεύεται προς βορρά μέσω διασυνδεδεμένων δικτύων. Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα συνδέει τη θαλάσσια μεταφορά ενέργειας με τη χερσαία τροφοδοσία των ευρωπαϊκών αγορών. Τον Νοέμβριο του 2025, Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία, Μολδαβία, Ουκρανία και Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν σε κοινή δήλωση στην Αθήνα τη βούλησή τους να αξιοποιήσουν αυτές τις διαδρομές, προκειμένου να διαφοροποιήσουν την ενεργειακή τους τροφοδοσία από τη Ρωσία. Οι ΗΠΑ εξέφρασαν παράλληλα την πρόθεσή τους να διευκολύνουν την προμήθεια LNG στους ελληνικούς τερματικούς σταθμούς. Πρόκειται για μια στρατηγική που μπορεί να προσφέρει στις χώρες της περιοχής περισσότερες ενεργειακές επιλογές και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι σε διαταραχές του εφοδιασμού.
– Υπάρχουν, όμως, συγκεκριμένες εμπορικές συμφωνίες που να στηρίζουν αυτόν τον σχεδιασμό ή βρισκόμαστε ακόμη στο επίπεδο των πολιτικών προθέσεων;
Υπάρχει πλέον και εμπορική βάση. Τον Ιούνιο του 2026, η ATLANTIC SEE LNG TRADE και η Venture Global ανακοίνωσαν την επέκταση της συμφωνίας τους σε τουλάχιστον ένα εκατομμύριο τόνους LNG ετησίως, για χρονικό διάστημα είκοσι ετών, με έναρξη το 2030. Πρόκειται για μελλοντικές προμήθειες που προσφέρουν μακροχρόνιο ορίζοντα στον ενεργειακό σχεδιασμό της περιοχής. Τον Σεπτέμβριο, η συμμετοχή της NOMAGAS της Βόρειας Μακεδονίας και της Transportgas Serbia διεύρυνε την πρωτοβουλία προς τα Δυτικά Βαλκάνια. Στη συνέχεια, στις 6 Οκτωβρίου, οι υπουργοί Ενέργειας Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας και Βόρειας Μακεδονίας συναντήθηκαν στο Βελιγράδι, εξετάζοντας την αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών, την πρόοδο πρόσθετων διασυνδέσεων και τη δημιουργία νέων οδών εφοδιασμού. Η ολοκλήρωση των απαραίτητων έργων παραμένει καθοριστική προϋπόθεση για την πλήρη αξιοποίηση του Διαδρόμου.
– Ποιο είναι το βασικό οικονομικό στοίχημα για να λειτουργήσει ο Κάθετος Διάδρομος ανταγωνιστικά;
Η εμπορική βιωσιμότητα. Δεν αρκεί ένα έργο να διαθέτει ισχυρή γεωπολιτική υποστήριξη. Πρέπει να μπορεί να λειτουργεί με ανταγωνιστικούς οικονομικούς όρους. Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμφωνημένη προσέγγιση των διαχειριστών με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία προβλέπει προϊόντα μεταφορικής δυναμικότητας ημερήσιας, μηνιαίας, τριμηνιαίας και ετήσιας διάρκειας από το αέριο έτος 2026–2027. Στόχος είναι να υπάρχει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα κόστους και καλύτερη ανταγωνιστικότητα. Η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται από τρεις βασικούς παράγοντες. Το συνολικό κόστος μεταφοράς, τη διαθέσιμη δυναμικότητα και την αξιοπιστία των υποδομών. Η γεωπολιτική στήριξη αποκτά πραγματική διάρκεια μόνο όταν συνοδεύεται από εμπορική βιωσιμότητα.
– Πέρα από το φυσικό αέριο, ποιες ευκαιρίες ανοίγονται για την ελληνική ναυτιλία και τις επιχειρήσεις μεταφορών;
Η ευκαιρία είναι πολύ ευρύτερη από την ενέργεια. Τρόφιμα, βιομηχανικά προϊόντα, μηχανήματα, πρώτες ύλες, αλλά και υλικά που θα χρειαστούν για τη μελλοντική ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, μπορούν να δημιουργήσουν νέες δυνατότητες για τις ελληνικές μεταφορικές και εμπορικές υπηρεσίες. Ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη, η Καβάλα και η Αλεξανδρούπολη μπορούν να αναπτύξουν συμπληρωματικές λειτουργίες, εφόσον διαθέτουν αποτελεσματικές συνδέσεις με την ενδοχώρα.
Η Βόρεια Ελλάδα έχει ιδιαίτερες δυνατότητες να φιλοξενήσει δραστηριότητες αποθήκευσης, διανομής και μεταποίησης, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και ευκαιρίες για τις τοπικές επιχειρήσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική ναυτιλία προσφέρει τη διεθνή μεταφορική της τεχνογνωσία. Οι ελληνικές τράπεζες, οι επενδυτές και οι ασφαλιστικοί φορείς μπορούν επίσης να συμβάλουν στη χρηματοδότηση υποδομών, αποθηκών, στόλων και εμπορικών συμφωνιών, υπό την προϋπόθεση ότι τα έργα διαθέτουν πραγματική οικονομική βάση. Απαιτούνται, βεβαίως, σαφές θεσμικό πλαίσιο, διαφάνεια στις συμβάσεις και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων. Το σημαντικότερο είναι να μη μείνουμε μόνο στη διακίνηση φορτίων. Εθνικός στόχος πρέπει να είναι να παραμένει στην Ελλάδα μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής αξίας που δημιουργείται. Αυτό σημαίνει αποθήκευση, διανομή, μεταποίηση, επισκευές, χρηματοδότηση και ανάπτυξη εξειδικευμένων υπηρεσιών.
– Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα και ο έκτος Στρατηγικός Διάλογος Ελλάδας–ΗΠΑ σηματοδοτούν μια νέα φάση στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις;
Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στις 6–7 Οκτωβρίου απέκτησε συγκεκριμένο περιεχόμενο μέσα από τα αποτελέσματα του Στρατηγικού Διαλόγου. Στην κοινή δήλωση της 7ης Οκτωβρίου, οι δύο χώρες επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους για εμβάθυνση των αμυντικών σχέσεων, ενίσχυση του εμπορίου και των επενδύσεων και διεύρυνση των πολιτιστικών δεσμών. Για τον Βόρειο Διάδρομο έχει ιδιαίτερη σημασία η ρητή αναφορά στον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου και στην ενίσχυση των ενεργειακών σχέσεων. Παράλληλα, καταγράφηκε η πρόθεση συνεργασίας για τον έλεγχο επενδύσεων και την προστασία των προμηθειών κρίσιμων υποδομών. Οι αναφορές αυτές δείχνουν ότι η οικονομική ασφάλεια και η αξιοπιστία των δικτύων αποκτούν μεγαλύτερο βάρος στις διμερείς σχέσεις. Κατά τη συνάντηση με τον πρωθυπουργό επαναβεβαιώθηκε επίσης η πρόθεση διεύρυνσης της συνεργασίας στην ενεργειακή ασφάλεια, στο εμπόριο, στις επενδύσεις, στην τεχνολογία και στη ναυτιλία, ενώ συζητήθηκαν έργα περιφερειακής διασυνδεσιμότητας. Σε γεωπολιτικούς όρους, η επίσκεψη μπορεί να ερμηνευθεί ως ισχυρό μήνυμα αναγνώρισης της περιφερειακής αξίας της Ελλάδας.
– Πώς μπορεί η χώρα να μετατρέψει αυτή την πολιτική αναβάθμιση σε πραγματικό οικονομικό όφελος;
Η πολιτική αναβάθμιση χρειάζεται συνέχεια και συγκεκριμένα αποτελέσματα. Απαιτούνται επενδύσεις στις υποδομές, ανταγωνιστικές ενεργειακές συμφωνίες, αξιόπιστες σιδηροδρομικές συνδέσεις και μεγαλύτερη συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στις περιφερειακές αλυσίδες εφοδιασμού. Η επιτυχία δεν θα κριθεί μόνο από τις διπλωματικές δηλώσεις, αλλά από το κατά πόσο αυτές θα μετατραπούν σε ελληνική ανάπτυξη και διαρκή εθνική ισχύ. Ο βόρειος προσανατολισμός προσθέτει στην ελληνοαμερικανική αμυντική συνεργασία μια ουσιαστική οικονομική και ενεργειακή διάσταση. Ταυτόχρονα, δημιουργεί προοπτικές στενότερων σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Βαλκάνια, την Ουκρανία και τη Μολδαβία.
– Μπορεί η Ελλάδα να ενισχύει τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ταυτόχρονα να διατηρεί την οικονομική συνεργασία με την Κίνα;
Μια ώριμη ελληνική στρατηγική πρέπει να αξιοποιεί τις νέες δυνατότητες χωρίς να περιορίζει αδικαιολόγητα τις επιλογές της χώρας. Η ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων είναι σημαντική, αλλά παράλληλα πρέπει να διατηρούνται λειτουργικές οικονομικές σχέσεις και με την Κίνα, πάντοτε στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κανόνων και των εθνικών υποχρεώσεων.
Η Ελλάδα χρειάζεται σαφείς συμμαχίες, διαφοροποιημένες συνεργασίες και τη δική της αναπτυξιακή ατζέντα. Ο στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς η συμμετοχή στους σχεδιασμούς άλλων δυνάμεων, αλλά η αξιοποίησή τους προς όφελος της ελληνικής οικονομίας.
– Ποιο θεωρείτε ότι είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσει η Ελλάδα για να αξιοποιήσει τον Βόρειο Διάδρομο;
Το σημαντικότερο είναι να υπάρξει εθνικός συντονισμός και συνέχεια. Οι λιμενικές επενδύσεις πρέπει να συμβαδίζουν με τις σιδηροδρομικές αναβαθμίσεις. Οι ενεργειακές συμφωνίες πρέπει να ανταποκρίνονται στη δυναμικότητα των δικτύων και οι διεθνείς δεσμεύσεις να συνδέονται με τις πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Κάθε κρίκος αυτής της αλυσίδας επηρεάζει την αξιοπιστία του συνόλου. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τις λιμενικές, μεταφορικές και ενεργειακές υποδομές ως ανεξάρτητα έργα. Χρειάζεται κοινός σχεδιασμός και συνέπεια στην υλοποίησή του. Η γεωγραφία μάς προσφέρει τη θέση. Οι υποδομές, η αξιοπιστία και η συνέπεια θα καθορίσουν το αποτέλεσμα.
– Ποιο πρέπει να είναι, τελικά, το εθνικό στοίχημα για την ελληνική ναυτιλία και την οικονομία μέσα σε αυτόν τον νέο γεωοικονομικό χάρτη;
Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τη στρατηγική της θέση για να δημιουργήσει πραγματική και διαρκή οικονομική αξία. Δεν αρκεί να αποτελεί σημείο διέλευσης εμπορευμάτων και ενέργειας. Πρέπει να αναπτύξει παραγωγικές δραστηριότητες, σύγχρονες υποδομές και εξειδικευμένες υπηρεσίες που θα ενισχύουν την ελληνική οικονομία. Η ναυτιλία, τα λιμάνια, οι μεταφορές, η ενέργεια και η παραγωγή μπορούν να αποτελέσουν τμήματα ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδιασμού. Η Ελλάδα οφείλει να γίνει ο τόπος όπου η ασφαλής τροφοδοσία της Ευρώπης συναντά την ελληνική παραγωγή, τη ναυτιλία και την εθνική ισχύ.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.