search icon

Ναυτιλία

Η ήττα Τραμπ αλλάζει τους υπολογισμούς των Ελλήνων εφοπλιστών – Το δίλημμα για τα δεξαμενόπλοια

Η επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ δημιουργεί νέα δεδομένα για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή - Στο επίκεντρο βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, οι ναύλοι των tankers, το LNG και η επιστροφή των πλοίων στις συντομότερες εμπορικές διαδρομές

Η πολιτική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ φέρνει στο προσκήνιο ένα ιδιαίτερο δίλημμα για την ελληνόκτητη ναυτιλία. Μια ενδεχόμενη αποκλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή θα περιόριζε τους κινδύνους για τα πλοία και τα πληρώματα, αλλά θα μπορούσε ταυτόχρονα να συμπιέσει τους υψηλούς ναύλους που έχουν δημιουργήσει οι πολεμικές συγκρούσεις και οι ανατροπές στις θαλάσσιες μεταφορές.

Για τους Έλληνες εφοπλιστές, οι οποίοι διαθέτουν ισχυρή παρουσία στην παγκόσμια αγορά δεξαμενόπλοιων, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις επόμενες κινήσεις της Ουάσιγκτον. Η ενίσχυση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο μπορεί να αυξήσει την πίεση προς τον Αμερικανό πρόεδρο για διπλωματική διέξοδο, χωρίς ωστόσο να του αφαιρεί την αρμοδιότητα να καθορίζει την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 3ης Νοεμβρίου δίνει στους Δημοκρατικούς τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, σύμφωνα με τα Associated Press και Reuters. Η νέα πλειοψηφία, που θα αναλάβει καθήκοντα τον Ιανουάριο, αποκτά τη δυνατότητα να ελέγχει πιο στενά τις στρατιωτικές δαπάνες και να ζητά εξηγήσεις για τη συνέχιση των επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος θα τερματιστεί ή ότι η Ουάσιγκτον θα αλλάξει άμεσα στρατηγική.

Το πρώτο και σημαντικότερο μέτωπο για τη ναυτιλία παραμένει τα Στενά του Ορμούζ. Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες, οι επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων συνεχίζονται. Στις αρχές Νοεμβρίου καταγράφηκαν νέα περιστατικά με στόχους δεξαμενόπλοια και πλοίο μεταφοράς LNG, επιβεβαιώνοντας ότι η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα.

Η αγορά παρακολουθεί ήδη τις ενδείξεις διπλωματικής κινητικότητας. Στις 2 Νοεμβρίου, το πετρέλαιο κατέγραψε πτώση περίπου 7%, καθώς οι πληροφορίες για επαφές μεταξύ Ιράν και Κατάρ ενίσχυσαν τις προσδοκίες για διαπραγματεύσεις. Η αντίδραση αυτή δείχνει πόσο ευαίσθητες παραμένουν οι ενεργειακές αγορές σε οποιαδήποτε προοπτική τερματισμού της σύγκρουσης.

Για τους Έλληνες πλοιοκτήτες δεξαμενόπλοιων, η εξέλιξη αυτή έχει δύο όψεις. Η ομαλοποίηση των διελεύσεων θα μπορούσε να μειώσει τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, τις καθυστερήσεις και τις πρόσθετες επιχειρησιακές δαπάνες. Παράλληλα, όμως, η επιστροφή περισσότερων πλοίων στις συνηθισμένες εμπορικές διαδρομές θα αύξανε την αποτελεσματικά διαθέσιμη χωρητικότητα, δημιουργώντας προϋποθέσεις υποχώρησης των ναύλων.

Η επίδραση δεν θα ήταν ίδια σε όλες τις κατηγορίες. Τα VLCC και τα Suezmax επηρεάζονται άμεσα από τις μεταβολές στις ροές αργού πετρελαίου, ενώ στα product tankers καθοριστικό ρόλο παίζουν οι αποστάσεις μεταφοράς διυλισμένων προϊόντων. Επομένως, ακόμη και μια συμφωνία αποκλιμάκωσης δεν θα οδηγούσε υποχρεωτικά σε ταυτόχρονη πτώση των ναύλων σε ολόκληρη την αγορά.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο στόλος των LNG carriers ελληνικών συμφερόντων. Η αποκατάσταση των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να αυξήσει τη δραστηριότητα των πλοίων, ενώ η σταδιακή επιστροφή σε συντομότερα ταξίδια θα περιόριζε τη ζήτηση χωρητικότητας που δημιουργούν οι μεγάλες αποστάσεις. Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα επαναφοράς των ενεργειακών εγκαταστάσεων και από τη ζήτηση των εισαγωγικών αγορών.

Στην εξίσωση μπαίνει και η Ερυθρά Θάλασσα. Εφόσον η αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή συνοδευτεί από ουσιαστική βελτίωση της ασφάλειας στην περιοχή, περισσότερα πλοία θα μπορούσαν να επιστρέψουν στη διαδρομή μέσω Σουέζ. Μια τέτοια αλλαγή θα επηρέαζε κυρίως τα containerships και τα φορτηγά πλοία που σήμερα πραγματοποιούν μεγαλύτερα ταξίδια παρακάμπτοντας την Αφρική.

Υπάρχει, τέλος, ένας ακόμη παράγοντας που αφορά άμεσα τους Έλληνες εφοπλιστές: οι αμερικανικές κυρώσεις. Το νέο Κογκρέσο μπορεί να επηρεάσει το νομοθετικό πλαίσιο και να ασκήσει μεγαλύτερο έλεγχο στην εφαρμογή τους. Για τις ναυτιλιακές εταιρείες που μεταφέρουν πετρέλαιο και ενεργειακά προϊόντα, οι αποφάσεις αυτές έχουν πρακτικές συνέπειες στις ναυλώσεις, στις τραπεζικές συναλλαγές και στις ασφαλιστικές καλύψεις.

Η επόμενη ημέρα των αμερικανικών εκλογών, συνεπώς, δεν προδιαγράφει μία συγκεκριμένη κατεύθυνση για τους ναύλους. Δημιουργεί όμως ένα νέο πολιτικό δεδομένο που οι ναυτιλιακές εταιρείες καλούνται να συνυπολογίσουν στον επιχειρηματικό τους σχεδιασμό.

Για την ελληνική ναυτιλία, η ουσιαστική αλλαγή θα έρθει όταν η πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον μεταφραστεί σε ασφαλέστερες θαλάσσιες διαδρομές και σε αποκατάσταση των ενεργειακών ροών. Μέχρι τότε, οι πλοιοκτήτες θα συνεχίσουν να λειτουργούν σε μια αγορά όπου οι υψηλοί ναύλοι σε ορισμένους τομείς συνυπάρχουν με αυξημένο κόστος, επιχειρησιακές δυσκολίες και σοβαρούς κινδύνους για τα πληρώματα.

Exit mobile version