Η παραγγελία φεύγει από το κατάστημα, το φαγητό φτάνει στην πόρτα και τα χρήματα μπαίνουν στο ταμείο. Η απόδειξη, όμως, μπορεί να μη βγει ποτέ. Ένα δελτίο παραγγελίας μέσα στη σακούλα δίνει στον πελάτη την εντύπωση ότι η συναλλαγή καταγράφηκε, ενώ στο σύστημα η πληρωμένη αγορά μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και ως «κέρασμα». Αυτή τη διαδρομή του αδήλωτου τζίρου βάζει στο στόχαστρο η ΑΑΔΕ, ανοίγοντας νέο κύκλο ελέγχων σε πλατφόρμες delivery, αλυσίδες εστίασης και καταστήματα με δικούς τους διανομείς.
Το ελεγκτικό ενδιαφέρον διευρύνεται στις αλυσίδες που λειτουργούν με delivery και take away, όπου παραμένει ένα συγκεκριμένο κενό παρακολούθησης. Στην εστίαση με τραπεζοκαθίσματα, το δελτίο παραγγελίας φέρει ειδική φορολογική σήμανση και συνδέεται με την απόδειξη που κλείνει τον λογαριασμό. Στο φαγητό που παραλαμβάνεται από το κατάστημα ή παραδίδεται στο σπίτι η ίδια δικλείδα δεν εφαρμόζεται αντίστοιχα. Σε αυτό το τμήμα της αγοράς στρέφονται οι στοχευμένοι και δειγματοληπτικοί έλεγχοι, με ιδιαίτερη έμφαση στις προσφορές «1+1».
Η υπόθεση Pizza Fan δίνει το έναυσμα για τη διεύρυνση των ερευνών. Οι ελεγκτικές υπηρεσίες αναμένεται να αναζητήσουν εάν ο χειρισμός πληρωμένων παραγγελιών ως δωρεάν διαθέσεων εμφανίζεται και σε άλλες αλυσίδες. Παράλληλα, επανεξετάζεται το πλαίσιο με στόχο η σύνδεση παραγγελίας και απόδειξης να καλύψει και το δίκτυο διανομής. Η υποχρέωση έκδοσης απόδειξης υπάρχει ήδη. Το ζητούμενο είναι να ενισχυθεί ο μηχανισμός που επιτρέπει στον έλεγχο να ακολουθεί κάθε πώληση από την παραγγελία μέχρι τη φορολογική καταγραφή της.
Διασταυρώσεις
Μέχρι να προχωρήσει μια τέτοια παρέμβαση, η ΑΑΔΕ στρέφεται στις διασταυρώσεις. Τα στοιχεία των πλατφορμών θα συγκρίνονται με τα παραστατικά των συνεργαζόμενων καταστημάτων, ώστε να προκύπτει ποιες παραγγελίες εκτελέστηκαν, για ποιες εκδόθηκαν αποδείξεις και εάν συμφωνούν τα ποσά. Ο έλεγχος θα αναζητεί τόσο ολόκληρες πωλήσεις που δεν εμφανίστηκαν φορολογικά όσο και συναλλαγές που καταγράφηκαν με μικρότερη αξία.
Η έρευνα επεκτείνεται και στις επιχειρήσεις με δικό τους δίκτυο διανομής. Κατά την παράδοση θα εξετάζεται εάν οι παραγγελίες συνοδεύονται από αποδείξεις λιανικής. Το δελτίο παραγγελίας, όσο αναλυτικό και αν είναι, δεν αντικαθιστά την απόδειξη. Η αναγραφή προϊόντων, τιμών και τελικού ποσού δεν αποδεικνύει ότι η πώληση πέρασε στη νόμιμη φορολογική καταγραφή.
Οι προσφορές «1+1»
Στις προσφορές «1+1», το κρίσιμο σημείο είναι ο χειρισμός της πραγματικής είσπραξης. Μια επιχείρηση μπορεί νόμιμα να προσφέρει δύο προϊόντα στην τιμή του ενός ή ένα πακέτο σε χαμηλότερη τιμή. Η απόδειξη πρέπει να αποτυπώνει το ποσό που πράγματι πληρώθηκε. Το τέχνασμα που ερευνάται αρχίζει όταν η ένδειξη «δωρεάν» καλύπτει προϊόντα για τα οποία έχουν εισπραχθεί χρήματα. Ο πελάτης πληρώνει κανονικά, αλλά η πώληση εμφανίζεται ως «κέρασμα», αφήνοντας εκτός καταγραφής την είσπραξη και τον αναλογούντα ΦΠΑ.
Η απουσία της ειδικής σύνδεσης παραγγελίας και απόδειξης δυσκολεύει τον εντοπισμό αυτής της απόκλισης. Στα καταστήματα με σερβίρισμα, τα σημασμένα δελτία συνδέονται με την τελική απόδειξη ή το τιμολόγιο που κλείνει τον λογαριασμό. Δεν απαιτείται να εκδοθούν ταυτόχρονα τα δύο παραστατικά, αλλά να υπάρχει καταγεγραμμένη συνέχεια μεταξύ τους. Έτσι ο έλεγχος μπορεί να αναζητήσει τι παραγγέλθηκε και πώς ολοκληρώθηκε φορολογικά η συναλλαγή.
Η αντίστοιχη διαδικασία δεν επεκτάθηκε με τον ίδιο τρόπο στο delivery και στο take away, επειδή κατά τη διαμόρφωση των κανόνων είχαν συνυπολογιστεί το διοικητικό βάρος, οι τεχνικές απαιτήσεις και το κόστος για τις επιχειρήσεις. Σήμερα, όμως, η εξάπλωση των μεγάλων πλατφορμών και των ηλεκτρονικών συστημάτων παραγγελιοληψίας αλλάζει τα δεδομένα. Μεγάλο μέρος των παραγγελιών καταγράφεται ήδη ψηφιακά, δημιουργώντας τη βάση για σύνδεση με τις αποδείξεις. Το ακριβές μοντέλο και το χρονοδιάγραμμα της αλλαγής δεν έχουν ακόμη ανακοινωθεί.
Οι διασταυρώσεις με τις πλατφόρμες έχουν ήδη δείξει τι μπορούν να αποκαλύψουν. Από τον Απρίλιο του 2022 είχε συμφωνηθεί η αποστολή στοιχείων στην ΑΑΔΕ ανά τρίμηνο για τις συναλλαγές των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων. Στόχος ήταν η συστηματική σύγκριση των πωλήσεων που καταγράφονται στις πλατφόρμες με εκείνες που δηλώνονται στην Εφορία. Ο νέος γύρος ελέγχων έρχεται να αξιοποιήσει αυτά τα δεδομένα με ευρύτερη κινητοποίηση και επιτόπιες επαληθεύσεις. Το μέγεθος των αποκλίσεων είχε φανεί σε 34 εκτεταμένους πιλοτικούς ελέγχους της διετίας 2020 και 2021. Το 2022 καταγράφηκαν 846.536 περιπτώσεις μη έκδοσης αποδείξεων για πωλήσεις μέσω πλατφορμών. Η καθαρή αποκρυβείσα ύλη έφτανε τα 5,7 εκατ. ευρώ και ο μη αποδοθείς ΦΠΑ το 1,3 εκατ. ευρώ.
Αδήλωτες πωλήσεις 14 εκατ.
Τον Δεκέμβριο του 2022 δημοσιοποιήθηκαν αποτελέσματα για 65 επιχειρήσεις εστίασης με αδήλωτες πωλήσεις άνω των 14 εκατ. ευρώ. Καφετέρια στην Κρήτη είχε αποκρύψει έσοδα 1,45 εκατ. ευρώ για τις χρήσεις 2019 και 2020. Σε εστιατόριο στον κεντρικό τομέα Αθηνών εντοπίστηκε μη έκδοση 91.300 φορολογικών στοιχείων, καθαρής αξίας 685.000 ευρώ, για τις χρήσεις 2019 έως 2021. Σε κρεπερί στην Ήπειρο διαπιστώθηκαν 92.800 μη εκδοθέντα στοιχεία και αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη 400.000 ευρώ.
Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση ψητοπωλείου στα Χανιά. Τα δεδομένα των πλατφορμών αποκάλυψαν 137.000 παραγγελίες χωρίς αποδείξεις, συνολικής αξίας περίπου 1,1 εκατ. ευρώ. Την ίδια ώρα, η επιχείρηση εμφάνιζε μηδαμινά ακαθάριστα έσοδα και σωρευτικές ζημιές άνω των 90.000 ευρώ, ενώ είχε διαπιστωθεί ότι λειτουργούσε χωρίς φορολογικό ηλεκτρονικό μηχανισμό.
Οι παραγγελίες αποκάλυψαν δραστηριότητα που δεν αποτυπωνόταν στη φορολογική της εικόνα. Σε αυτή τη διαφορά θα εστιάσουν και οι νέοι έλεγχοι. Κάθε ακύρωση, έκπτωση ή δωρεάν διάθεση θα εξετάζεται ως προς το εάν αντιστοιχεί σε πραγματικό περιστατικό. Όταν πίσω από ένα «κέρασμα» υπάρχει κανονική πληρωμή, οι ελεγκτές θα αναζητούν την είσπραξη που δεν εμφανίστηκε στην απόδειξη. Από την πλατφόρμα μέχρι το κατάστημα και από τον διανομέα μέχρι το ταμείο, το ζητούμενο είναι να συμφωνούν όσα παραδόθηκαν, όσα πληρώθηκαν και όσα δηλώθηκαν.
