Στη Σίντρα της Πορτογαλίας, όπου πραγματοποιήθηκε το ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με τη συμμετοχή κορυφαίων κεντρικών τραπεζιτών, οικονομολόγων και διαχειριστών κεφαλαίων, οι συζητήσεις δεν επικεντρώθηκαν μόνο στα επιτόκια και τον πληθωρισμό. Στο επίκεντρο βρέθηκε η εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και το κατά πόσο μπορεί να εξελιχθεί σε μοχλό ευημερίας ή σε παράγοντα που θα προκαλέσει νέες αναταράξεις στη διεθνή οικονομία και τις αγορές.
Οι συμμετέχοντες στο ετήσιο συμπόσιο της ΕΚΤ εξέφρασαν έντονους προβληματισμούς για μια σειρά από εξελίξεις που συνδέονται με την επέκταση της τεχνητής νοημοσύνης. Ανάμεσά τους ήταν η αυξανόμενη έκδοση ομολόγων από τους μεγάλους παρόχους υποδομών AI, η σημαντική αύξηση του δανεισμού που χρηματοδοτεί επενδύσεις στον συγκεκριμένο κλάδο, αλλά και ο κίνδυνος αύξησης της ανεργίας, εφόσον η αυτοματοποίηση αντικαταστήσει μεγάλο αριθμό εργαζομένων σε διάφορους τομείς της οικονομίας.
«Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι ότι υπάρχει μόχλευση τόσο από την πλευρά των δανειοληπτών όσο και από την πλευρά των επενδυτών», ανέφερε στη Wall Street Journal ο Tobias Adrian του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Όπως επισήμανε, όταν η χρηματοδότηση στηρίζεται υπερβολικά στον δανεισμό και στις δύο πλευρές της αγοράς, αυξάνεται αισθητά ο κίνδυνος για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε περίπτωση ανατροπής του επενδυτικού κλίματος.
Την ίδια κατεύθυνση είχε και η προειδοποίηση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), η οποία την περασμένη Κυριακή επισήμανε ότι μια ενδεχόμενη απότομη υποχώρηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να οδηγήσει ορισμένες οικονομίες σε ύφεση. Παρόμοιες ανησυχίες διατύπωσαν κατά τη διάρκεια των εργασιών της συνόδου αρκετοί αξιωματούχοι, ακαδημαϊκοί και επενδυτές, υπογραμμίζοντας ότι οι σημερινές αποτιμήσεις ενδέχεται να αποδειχθούν υπερβολικά αισιόδοξες εάν οι προσδοκίες δεν επιβεβαιωθούν.
Παρά τις επιφυλάξεις, ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής κοινότητας εξακολουθεί να θεωρεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για μια νέα περίοδο ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης. Η ευρύτερη αξιοποίησή της εκτιμάται ότι μπορεί να αυξήσει σημαντικά την παραγωγικότητα, να περιορίσει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και να επιτρέψει στους εργαζομένους να εκτελούν τα καθήκοντά τους πιο αποδοτικά, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Ο πρόεδρος της Federal Reserve, Kevin Warsh, εμφανίστηκε αισιόδοξος για τις προοπτικές της νέας τεχνολογίας, υποστηρίζοντας ότι ο κόσμος βρίσκεται ακόμη στην αρχή μιας βαθιάς τεχνολογικής μετάβασης. «Αν περιμένατε να ακουστώ απαισιόδοξος ή καταστροφικός, φοβάμαι ότι δεν μπορώ να το κάνω», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη διαθέτει σημαντικές δυνατότητες να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας.
Διαφορετική ήταν η προσέγγιση του διοικητή της Τράπεζας του Καναδά, Tiff Macklem, ο οποίος υποστήριξε ότι οι αποτιμήσεις πολλών εισηγμένων εταιρειών που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη μοιάζουν υπερβολικές σε σχέση με τα ιστορικά δεδομένα. Όπως υπενθύμισε, αντίστοιχη εικόνα είχε παρουσιαστεί και κατά την εξάπλωση του διαδικτύου. «Το διαδίκτυο τελικά αποδείχθηκε ακόμη πιο σημαντικό από όσο περίμεναν πολλοί, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τη δημιουργία της φούσκας των dot-com», σημείωσε, προσθέτοντας ότι οι αγορές συχνά προεξοφλούν υπερβολικά γρήγορα τις μελλοντικές εξελίξεις.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Apollo Global Management, Torsten Slok, παρουσίασε δύο διαφορετικές εκδοχές για το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης, επισημαίνοντας ότι και οι δύο ενδέχεται να δημιουργήσουν σοβαρούς κινδύνους. Στην πρώτη περίπτωση, η τεχνητή νοημοσύνη υιοθετείται με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς, αντικαθιστώντας μεγάλο αριθμό εργαζομένων και οδηγώντας σε σημαντική άνοδο της ανεργίας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όπως είπε, θα περιόριζε την κατανάλωση, θα αποδυνάμωνε τη ζήτηση και τελικά θα μπορούσε να οδηγήσει την οικονομία σε ύφεση.
Στο δεύτερο σενάριο, η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης αποδεικνύεται πολύ πιο αργή από ό,τι αναμένουν σήμερα οι αγορές. Εάν οι υποσχέσεις για θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας δεν υλοποιηθούν, τότε μεγάλο μέρος των τεράστιων επενδύσεων που πραγματοποιούνται σήμερα κινδυνεύει να μην αποφέρει τις αναμενόμενες αποδόσεις. Σε μια τέτοια εξέλιξη, η κερδοφορία των επιχειρήσεων θα δεχθεί πιέσεις και αρκετές επενδύσεις θα χαρακτηριστούν εκ των υστέρων υπερβολικές ή λανθασμένες.
Την ίδια στιγμή, η μεγάλη συγκέντρωση επενδύσεων σε λίγες εταιρείες τεχνολογίας αυξάνει την ευπάθεια των διεθνών αγορών. Οι δέκα μεγαλύτερες εταιρείες του δείκτη S&P 500, οι περισσότερες από τις οποίες θεωρούνται οι βασικοί ωφελημένοι της επανάστασης της τεχνητής νοημοσύνης, αντιπροσωπεύουν πλέον περίπου το 40% της συνολικής στάθμισης του δείκτη, γεγονός που ενισχύει τον κίνδυνο έντονων διακυμάνσεων εάν αλλάξει το επενδυτικό κλίμα.
Πέρα όμως από τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους, οι κεντρικοί τραπεζίτες εμφανίζονται ιδιαίτερα ανήσυχοι και για τις νέες απειλές στην κυβερνοασφάλεια. Σύγχρονα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, όπως το Mythos της Anthropic αλλά και αντίστοιχα συστήματα που αναπτύσσονται στην Κίνα, διαθέτουν ήδη τη δυνατότητα να εντοπίζουν αδυναμίες και κενά ασφαλείας στα πληροφοριακά συστήματα επιχειρήσεων και οργανισμών.
Η Isabel Schnabel της ΕΚΤ προειδοποίησε ότι μια μεγάλης κλίμακας κυβερνοεπίθεση, υποβοηθούμενη από την τεχνητή νοημοσύνη, θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όπως ανέφερε, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα σενάριο κατά το οποίο μια επίθεση σε έναν μεγάλο πάροχο υπηρεσιών cloud θα επηρέαζε ταυτόχρονα δεκάδες χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, δημιουργώντας σοβαρούς κινδύνους για τη σταθερότητα των αγορών και του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Διαβάστε ακόμη
Πιερρακάκης στο συνέδριο του Economist: Θέλουμε ένα ξεκάθαρο τεχνολογικό δόγμα στην Ευρώπη
Αν η Lacoste ήταν ηλεκτρικό αυτοκίνητο αγώνων
Γιατί τα καρπούζια της Ηλείας θεωρούνται κορυφαία στην Ευρώπη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
