search icon

Οικονομία

Economist: Eρχεται νέα κρίση χρέους; – Ποιες χώρες κινδυνεύουν από τον σεισμό στα ομόλογα

Η Ευρώπη είναι η περιοχή όπου διαγράφεται εντονότερα ο κίνδυνος μιας νέας κρίσης χρέους, σύμφωνα με τον Economist - Το ενδεχόμενο παρέμβασης της ΕΚΤ και ο κίνδυνος για τις κεντρικές τράπεζες

123RF/Newmoney.gr

Οι τραπεζίτες συνήθιζαν να λένε ότι, σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις, τα κράτη δεν μπορούν να χρεοκοπήσουν. Επαναλάμβαναν αυτή την καθησυχαστική διαπίστωση μέχρι τη δεκαετία του 1980, όταν ένα κύμα αθετήσεων πληρωμών από χώρες της Λατινικής Αμερικής ήρθε να τη διαψεύσει. Θα μπορούσε ένα αντίστοιχο σοκ να κλονίσει σύντομα την υπερβολική αυτοπεποίθηση των πλούσιων οικονομιών;, διερωτάται ο Economist.

Πριν από πέντε χρόνια, το κόστος δανεισμού ήταν τόσο χαμηλό ώστε το δημόσιο χρέος έμοιαζε σχεδόν δωρεάν. Σήμερα, καθώς οι επενδυτές προχωρούν σε μαζικές πωλήσεις κρατικών ομολόγων, πολλές μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες αναγκάζονται να δανείζονται με το υψηλότερο κόστος που έχουν αντιμετωπίσει από τη δεκαετία του 1990 ή του 2000.

Και επειδή το δημόσιο χρέος των μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι περίπου διπλάσιο σε σχέση με τις αρχές του αιώνα, η πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς είναι τεράστια.

Ακόμη και πριν από το τελευταίο κύμα ρευστοποιήσεων στην αγορά ομολόγων, οι κυβερνήσεις αναμενόταν να διαθέσουν φέτος το 8% των φορολογικών τους εσόδων για την καθαρή πληρωμή τόκων του δημόσιου χρέους. Την ίδια στιγμή, η γήρανση του πληθυσμού και η απειλή πολεμικών συγκρούσεων δημιουργούν πιέσεις για αύξηση των δημόσιων δαπανών.

Πλέον, οι κυβερνήσεις πρέπει να πληρώνουν ακόμη περισσότερα για να αναχρηματοδοτήσουν τα παλαιότερα χρέη τους, ενώ πολλές εξακολουθούν να δανείζονται χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς.

Κάποια στιγμή, οι επενδυτές θα αντιδράσουν.

Η τεχνητή νοημοσύνη ανεβάζει το κόστος δανεισμού

Κατά ειρωνικό τρόπο, ένα μέρος των φετινών πιέσεων στην αγορά ομολόγων αποτελεί θετική είδηση, όπως επισημαίνει ο Economist.

Η αμερικανική οικονομία γνωρίζει περίοδο ισχυρής ανάπτυξης. Οι αιτήσεις για επιδόματα ανεργίας παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, ο ετήσιος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης ενδέχεται να ξεπερνά το 3%, ενώ η παραγωγικότητα φαίνεται να αυξάνεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς.

Οι εξελίξεις αυτές ενθαρρύνουν τις επενδύσεις.

Καθώς οι επιχειρήσεις τεχνητής νοημοσύνης επιδιώκουν να κατασκευάσουν νέα κέντρα δεδομένων, ανταγωνίζονται τις κυβερνήσεις για την άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές.

Το αποτέλεσμα είναι η άνοδος των επιτοκίων.

Αυτή η εξέλιξη έχει ενισχύσει και άλλες, λιγότερο ευπρόσδεκτες, πιέσεις που οδηγούν σε αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων.

Το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν έχει ενισχύσει τον πληθωρισμό, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι αμφιβολίες για την αξιοπιστία των οικονομικών θεσμών σε μια εποχή ανόδου του λαϊκισμού.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αναφέρθηκε πρόσφατα στο ενδεχόμενο ο πληθωρισμός να μειώσει τα χρέη «πολύ γρήγορα», ενώ επανέλαβε τις επιθέσεις του κατά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, της Fed, επειδή δεν προχωρά σε μειώσεις επιτοκίων.

Στη Γαλλία, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, υποψήφιος της λαϊκιστικής Αριστεράς για την προεδρία, κατηγόρησε τον διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας για προδοσία, σε μια κατηγορία που ο Economist χαρακτηρίζει παράλογη.

Οι επενδυτές ομολόγων, οι οποίοι εξετάζουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές, διακρίνουν έναν αυξανόμενο κίνδυνο: οι κυβερνήσεις να χρησιμοποιήσουν τον πληθωρισμό ως μέσο για να μειώσουν την πραγματική αξία των υποχρεώσεών τους, εις βάρος των πιστωτών τους.

ΗΠΑ: Το έλλειμμα του 6% και το προνόμιο του δολαρίου

Οι άμεσες συνέπειες των μαζικών πωλήσεων ομολόγων διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαπιστώνουν ότι η οικονομική ανάπτυξη που τροφοδοτείται από την τεχνητή νοημοσύνη δεν πρόκειται να τις βοηθήσει ιδιαίτερα στη διαχείριση του δημόσιου χρέους τους, καθώς το κόστος εξυπηρέτησής του αυξάνεται παράλληλα με την ανάπτυξη.

Το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, που ανέρχεται περίπου στο 6% του ΑΕΠ, δεν είναι βιώσιμο. Ωστόσο, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν ένα τεράστιο πλεονέκτημα: εκδίδουν το κυριότερο αποθεματικό νόμισμα του κόσμου.

Καθώς οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων αυξήθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες, το δολάριο ενισχύθηκε σημαντικά.

Η ώρα της δημοσιονομικής προσαρμογής θα έρθει αναπόφευκτα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά όχι ακόμη.

Ιαπωνία: Οι αποδόσεις στο υψηλότερο επίπεδο από το 1996

Η Ιαπωνία, μια ακόμη χώρα που αποτελεί διαχρονική πηγή ανησυχίας για τις αγορές, καταφέρνει μέχρι στιγμής να διαχειριστεί την κατάσταση. Η απόδοση του δεκαετούς κρατικού ομολόγου της ξεπέρασε το 3% για πρώτη φορά από το 1996, ενώ η κυβέρνηση σχεδιάζει ένα νέο πρόγραμμα εκτεταμένων δαπανών, το οποίο ο Economist χαρακτηρίζει λανθασμένη επιλογή.

Ωστόσο, ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί παράλληλα με τα επιτόκια.

Με τα πραγματικά επιτόκια, δηλαδή τα επιτόκια προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό, να παραμένουν χαμηλά και το δημοσιονομικό έλλειμμα περιορισμένο, το δημόσιο χρέος μειώνεται ως ποσοστό της οικονομίας.

Αυτό ενδέχεται να αλλάξει.

Εάν οι Ιάπωνες επενδυτές αρχίσουν να ρευστοποιούν το τεράστιο απόθεμα περιουσιακών στοιχείων που διατηρούν στο εξωτερικό, οι αναταράξεις θα μπορούσαν να μεταδοθούν στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Προς το παρόν, όμως, η ιαπωνική κυβέρνηση δεν βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο μαζικών πωλήσεων των ομολόγων της που θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε κρίση εμπιστοσύνης.

Ευρώπη: Εδώ βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος

Η Ευρώπη είναι η περιοχή όπου διαγράφεται εντονότερα ο κίνδυνος μιας νέας κρίσης χρέους. Η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει το κόστος κεφαλαίου και στην ευρωπαϊκή οικονομία. Σε αντίθεση, όμως, με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη απολαμβάνει πολύ μικρότερα οφέλη από την ανάπτυξη που δημιουργεί αυτή η τεχνολογική επανάσταση.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία εξαρτάται από τις εισαγωγές ενέργειας, πλήττεται από τις υψηλές τιμές των καυσίμων.

Η κατάσταση θα μπορούσε να επιδεινωθεί περαιτέρω εάν ο χειμώνας αποδειχθεί ιδιαίτερα ψυχρός, εξαιτίας της πιθανής παγκόσμιας έλλειψης υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).

Ορισμένες χώρες, όπως η Γερμανία, τα σκανδιναβικά κράτη και η Ελβετία, έχουν ακολουθήσει πιο συνετή δημοσιονομική πολιτική και διατηρούν τα δημόσια οικονομικά τους σε τάξη.

Αντίθετα, η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία εμφανίζουν σημαντικές αδυναμίες.

Η Βρετανία βίωσε ήδη μια εξέγερση των αγορών ομολόγων το 2022. Έχοντας πάρει το μάθημά της, άλλαξε πορεία, ωστόσο ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ εξακολουθεί να αυξάνεται.

Παράλληλα, οι πολιτικοί της χώρας έχουν την τάση να αναβάλλουν τις περικοπές δαπανών, όπως συνέβη πρόσφατα με μια εξαγγελθείσα μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Στην Ιταλία, το καθαρό δημόσιο χρέος παραμένει σχετικά σταθερό, αλλά στο 129% του ΑΕΠ εξακολουθεί να βρίσκεται σε υπερβολικά υψηλό επίπεδο.

Η ιταλική οικονομία παραμένει ευάλωτη και θα μπορούσε να βρεθεί σε σοβαρή κρίση σε περίπτωση πανικού στις αγορές.

Γαλλία: Στο επίκεντρο της κρίσης χρέους

Η Γαλλία είναι η χώρα που αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες πιέσεις. Το δημοσιονομικό της έλλειμμα προβλέπεται να διαμορφωθεί φέτος στο 5,4% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Economist, με βάση τον σημερινό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, εάν η Γαλλία αναχρηματοδοτούσε το σύνολο του χρέους της με τις τρέχουσες αποδόσεις των πενταετών ομολόγων, θα χρειαζόταν δημοσιονομική προσαρμογή άνω του 4% του ΑΕΠ για να σταθεροποιήσει το δημόσιο χρέος της.

Ωστόσο, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με φοιτητικές διαδηλώσεις, ενώ το κοινοβούλιο δυσκολεύεται να εγκρίνει έναν προϋπολογισμό που περιλαμβάνει περικοπές αξίας μόλις του ενός δεκάτου αυτού του ποσού.

Οι επενδυτές ανάγκασαν πρόσφατα τη Γαλλία να προσφέρει απόδοση κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα υψηλότερη από τη Γερμανία για να δανειστεί με δεκαετή ομόλογα. Πρόκειται για το υψηλότερο περιθώριο απόδοσης (spread) από την εποχή της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη. Ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, η Μαρίν Λεπέν, του κόμματος Εθνικός Συναγερμός, προηγείται στις δημοσκοπήσεις.

Στις 6 Οκτωβρίου δεσμεύθηκε να περιορίσει τις δημόσιες δαπάνες κατά ποσό ισοδύναμο με το 3% του ΑΕΠ έως το 2032 και να μειώσει στο μισό τον λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ.

Οι αποδόσεις των ομολόγων υποχώρησαν ελαφρώς, ωστόσο ο Economist αμφισβητεί την αξιοπιστία των δεσμεύσεών της.

Η Λεπέν εξακολουθεί να υπόσχεται μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, παρά την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, αποφεύγοντας έτσι να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη επιμέρους κατηγορία των γαλλικών δημόσιων δαπανών.

Το ενδεχόμενο διάσωσης από την ΕΚΤ

Μια μαζική φυγή των επενδυτών από τα γαλλικά ομόλογα δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, η γαλλική κυβέρνηση ενδέχεται να μην απαντήσει με δημοσιονομική λιτότητα, αλλά να απαιτήσει παρέμβαση διάσωσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

Θεωρητικά, οι χώρες πρέπει πρώτα να θέσουν σε τάξη τα δημόσια οικονομικά τους προτού η ΕΚΤ προχωρήσει σε αγορές των κρατικών τους ομολόγων.

Στην πράξη, όμως, οι δικλίδες ασφαλείας που αποτρέπουν τέτοιου είδους διασώσεις είναι σήμερα ασθενέστερες σε σχέση με πριν από μία δεκαετία.

Σε μια αναμέτρηση πολιτικής πίεσης μεταξύ ενός λαϊκιστή προέδρου και της ΕΚΤ, ο πρώτος πιθανότατα θα επικρατούσε, σύμφωνα με την ανάλυση του Economist.

Ο λόγος είναι απλός: χωρίς τη Γαλλία, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα μπορούσε να επιβιώσει.

Ο κίνδυνος οι κεντρικές τράπεζες να μετατραπούν σε μηχανισμούς χρηματοδότησης των κυβερνήσεων

Θα ήταν λάθος οι κεντρικές τράπεζες να διασώζουν κυβερνήσεις που αρνούνται κατηγορηματικά να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους. Ο ρόλος τους είναι να διασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και όχι να χρηματοδοτούν δεκαετίες ανεξέλεγκτου κρατικού δανεισμού.

Εάν οι κεντρικές τράπεζες μετατραπούν σε μηχανισμούς παροχής χρήματος προς τα υπουργεία Οικονομικών, αντί να λειτουργούν ως εγγυητές της σταθερότητας των τιμών, οι μακροπρόθεσμοι κρατικοί τίτλοι θα δεχθούν ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις.

Οι ψηφοφόροι, με τη σειρά τους, θα αντιδράσουν.

Σύμφωνα με τον Economist, η καλύτερη διέξοδος για τη Γαλλία και τις υπόλοιπες χώρες είναι οι πολιτικοί να εξηγήσουν στους πολίτες ότι το δημόσιο χρέος πρέπει να τεθεί υπό έλεγχο και ότι η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί συλλογική προσπάθεια και αποφασιστικές παρεμβάσεις.

Το μήνυμα είναι σαφές: η εποχή κατά την οποία οι κυβερνήσεις μπορούσαν να δανείζονται σχεδόν χωρίς κόστος έχει παρέλθει. Και όσο καθυστερεί η δημοσιονομική προσαρμογή, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος οι αγορές να επιβάλουν οι ίδιες, με πολύ πιο επώδυνο τρόπο, τους όρους της.

Διαβάστε ακόμη

Chris Habachy (Charge Ventures): Δεν φοβάμαι τα ρομπότ, η σταδιακή παράδοση του ελέγχου είναι η παγίδα του AI (pics)

HELLENiQ ENERGY: Γκάζι στις μπαταρίες, καμπανάκι για τις καθυστερήσεις

Κόκκινα δάνεια: Ολες οι νέες ρυθμίσεις – Οι χρόνοι και οι διαδικασίες – Τι προβλέπει το νέο σχέδιο νόμου

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version