Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η ελληνική οικονομία πέρασε μια ολόκληρη δεκαετία προσπαθώντας όχι μόνο να ανακτήσει το χαμένο έδαφος της κρίσης χρέους, αλλά και να ξαναχτίσει τις ίδιες τις παραγωγικές της δυνατότητες. Για χρόνια, η χώρα δεν έχανε μόνο εισόδημα και ανάπτυξη. Έχανε κεφάλαιο, ανθρώπινο δυναμικό και παραγωγική ισχύ. Σήμερα, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Eurobank Research, αρχίζει να διαμορφώνεται μια διαφορετική εικόνα: η περίοδος της αποεπένδυσης δείχνει να κλείνει και η οικονομία να εισέρχεται σταδιακά σε φάση ανασυγκρότησης του παραγωγικού της ιστού.

Η μελέτη επισημαίνει ότι η κρίση χρέους δεν περιόρισε απλώς το πραγματικό ΑΕΠ, αλλά οδήγησε και σε βαθύτερη αποδυνάμωση της οικονομικής βάσης της χώρας. Η μείωση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, η πτώση της συνολικής παραγωγικότητας και η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού περιόρισαν τις δυνατότητες παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, συρρικνώνοντας ουσιαστικά το δυνητικό προϊόν της ελληνικής οικονομίας.

Η δεκαετία της αποεπένδυσης

Οι επενδύσεις παγίων βρέθηκαν στο επίκεντρο της μεγάλης καθίζησης που ακολούθησε την κρίση του 2009 και τα προγράμματα προσαρμογής. Το 2010, για πρώτη φορά από τότε που καταγράφονται τα σχετικά στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ, οι επενδύσεις παγίων δεν επαρκούσαν ούτε για την αντικατάσταση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού που αποσυρόταν λογιστικά από την παραγωγική διαδικασία.

Το αποτέλεσμα ήταν αρνητικές καθαρές επενδύσεις και σταδιακή συρρίκνωση του παραγωγικού εξοπλισμού της χώρας. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε για 12 συνεχόμενα χρόνια, από το 2010 έως το 2021, οδηγώντας σε συνολική απώλεια παγίου κεφαλαίου ύψους 88,7 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές.

Σύμφωνα με τη Eurobank, η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτύπωσε τη βαθιά αποδυνάμωση των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας από την πλευρά του κεφαλαίου. Η οικονομία ουσιαστικά λειτουργούσε με ολοένα και μικρότερη παραγωγική βάση, περιορίζοντας τις δυνατότητες βιώσιμης ανάπτυξης.

Η στροφή μετά το 2022

Η εικόνα άρχισε να αλλάζει από το 2022 και μετά. Οι καθαρές επενδύσεις παγίων επέστρεψαν σε θετικό έδαφος και η τάση αυτή όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά ενισχύθηκε περαιτέρω έως το 2025.

Η ανάλυση αποδίδει την αλλαγή αυτή κυρίως στη στήριξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αλλά και στη βελτίωση της δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής θέσης της χώρας, η οποία αποτυπώθηκε και στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Το 2025 ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου ανήλθε στο 16,9% του ονομαστικού ΑΕΠ, ενώ οι αποσβέσεις διαμορφώθηκαν στο 12,9%. Έτσι, οι καθαρές επενδύσεις αυξήθηκαν στο 3,9% του ΑΕΠ, από 2,9% το 2024, 2,5% το 2023 και 2% το 2022.

Σε απόλυτους αριθμούς, την τετραετία 2022-2025 ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός της ελληνικής οικονομίας αυξήθηκε κατά 26,4 δισ. ευρώ, καλύπτοντας σχεδόν το 30% των απωλειών της περιόδου 2010-2021.

Κύριος μοχλός αυτής της ανάκαμψης ήταν οι μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, ενώ σημαντική ήταν και η συμβολή της γενικής κυβέρνησης.

Το πρόβλημα της αποταμίευσης

Παρά τη βελτίωση των επενδύσεων, η Eurobank υπογραμμίζει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα κρίσιμο διαρθρωτικό πρόβλημα: τη χαμηλή εγχώρια αποταμίευση.

Όπως σημειώνεται, μια ανοιχτή οικονομία μπορεί να επενδύει περισσότερο από όσο αποταμιεύει, χρηματοδοτώντας τη διαφορά μέσω εξωτερικού δανεισμού ή ξένων επενδύσεων. Ωστόσο, όταν το έλλειμμα αυτό διευρύνεται υπερβολικά, δημιουργούνται σοβαροί κίνδυνοι για τη σταθερότητα της οικονομίας, όπως συνέβη στην Ελλάδα μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Το 2025 η συνολική αποταμίευση ανήλθε στο 11,7% του ΑΕΠ, από 10,9% το 2024. Τη μεγαλύτερη συμβολή είχαν οι μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις και η γενική κυβέρνηση.

Αντίθετα, τα νοικοκυριά συνέχισαν να καταγράφουν αρνητική αποταμίευση, στο -1,8% του ΑΕΠ ή περίπου -4,4 δισ. ευρώ.

Το δημογραφικό και το εργατικό δυναμικό

Η κρίση επηρέασε και το εργατικό δυναμικό της χώρας. Από το 2010 έως το 2019, το εργατικό δυναμικό μειώθηκε κατά 299,2 χιλιάδες άτομα ή 5,9%, κυρίως λόγω της μετανάστευσης νέων εργαζομένων στο εξωτερικό αλλά και των αρνητικών δημογραφικών εξελίξεων.

Το 2025, ωστόσο, το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε στα 4,76 εκατ. άτομα, ενισχυμένο κατά 31,8 χιλιάδες σε σχέση με το 2019. Παρά τη μείωση του συνολικού πληθυσμού, το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας αυξήθηκε στο 52,9%, από 52% το 2019.

Η Eurobank εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται πλέον σε φάση σταδιακής ανάκαμψης των παραγωγικών της δυνατοτήτων, ωστόσο τονίζει ότι η διατηρήσιμη ανάπτυξη απαιτεί πολύ περισσότερα.

Οι επενδύσεις θα πρέπει να συνεχίσουν να αυξάνονται όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, ενώ κρίσιμο ρόλο θα διαδραματίσουν η ενίσχυση της εγχώριας αποταμίευσης, η βελτίωση της παραγωγικότητας και η διεύρυνση του εργατικού δυναμικού.

Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις, καταλήγει η ανάλυση, η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να αυξήσει ουσιαστικά το δυνητικό προϊόν της και να ακολουθήσει μια πιο ανθεκτική και βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε ακόμη

ΔΕΗ: Με ισχυρή στήριξη των μετόχων εγκρίθηκε η ΑΜΚ των 4 δισ. ευρώ

Σι Τζινπίνγκ προς Μασκ και Τιμ Κουκ: «Η πόρτα της Κίνας θα ανοίξει περισσότερο»

Θεοδωρόπουλος: «Το μοντέλο ανάπτυξης της τελευταίας περιόδου εξαντλείται» – Το στοίχημα της παραγωγικότητας, η AI και το «καμπανάκι» για την Ελλάδα

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα