Στην επιβεβαίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB, με σταθερές προοπτικές προχώρησε την Παρασκευή η Fitch Ratings. Με την ετυμηγορία της Fitch ολοκληρώνεται ο κύκλος των προγραμματισμένων αξιολογήσεων για το 2026, μια χρονιά κατά την οποία η ελληνική οικονομία συνέχισε να ενισχύει τη δημοσιονομική της θέση, παρά τις σημαντικές προκλήσεις στο διεθνές περιβάλλον.
Η απόφαση του αμερικανικού οίκου διατηρεί την Ελλάδα με ασφάλεια εντός της επενδυτικής βαθμίδας και έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η συνεχιζόμενη ανάπτυξη αποτελούν βασικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας.
Η διατήρηση των σταθερών προοπτικών αποτυπώνει μια συνετή προσέγγιση, σε μια συγκυρία γεωπολιτικών εντάσεων, ενεργειακής αβεβαιότητας και αυξημένης μεταβλητότητας στις διεθνείς αγορές. Το βλέμμα στρέφεται πλέον στο 2027, με τη συνέχιση των επενδύσεων και της δημοσιονομικής πειθαρχίας να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περαιτέρω βελτίωση του ελληνικού αξιόχρεου.
Τι αναφέρει η έκθεση
Η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στηρίζεται στο κατά κεφαλήν εισόδημα και στους δείκτες διακυβέρνησης, οι οποίοι υπερβαίνουν τις διάμεσες τιμές των χωρών με αξιολόγηση «BBB», καθώς και σε ένα αξιόπιστο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής, το οποίο εδράζεται στη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη.
Οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, η συνετή οικονομική πολιτική και η ανθεκτική ανάπτυξη έχουν ενισχύσει τα θεμελιώδη μεγέθη της ελληνικής οικονομίας και έχουν επιταχύνει τη μείωση του δημόσιου χρέους.
Τα πλεονεκτήματα αυτά αντισταθμίζονται από αδυναμίες που αποτελούν κληρονομιά της προηγούμενης κρίσης, κυρίως το δημόσιο χρέος, το οποίο παραμένει εξαιρετικά υψηλό, παρά την ταχεία αποκλιμάκωσή του, τις επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες και τους διαρθρωτικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη.
Βασικοί παράγοντες της αξιολόγησης
Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος της Ελλάδας εξακολουθεί να αποτελεί βασικό περιοριστικό παράγοντα για την πιστοληπτική αξιολόγησή της. Ωστόσο, η ταχεία αποκλιμάκωσή του συνεχίζει να ενισχύει τη βιωσιμότητα του χρέους και να στηρίζει την αξιολόγηση στη βαθμίδα «BBB».
Το χρέος της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, ενώ προβλέπουμε περαιτέρω υποχώρησή του στο 124,6% του ΑΕΠ το 2028.
Η μείωση αυτή θα προέλθει από τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, την ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, την ευνοϊκή διαφορά μεταξύ του επιτοκίου εξυπηρέτησης του χρέους και του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, καθώς και την ενεργητική διαχείριση του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των πρόωρων αποπληρωμών δανείων.
Παρότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ υψηλότερα από τη διάμεση τιμή του 56,9% του ΑΕΠ για τις χώρες με αξιολόγηση «BBB», σύμφωνα με τις προβλέψεις μας, η Ελλάδα δεν θα διαθέτει πλέον τον υψηλότερο λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη έως το τέλος του 2026, καθώς θα υποχωρήσει κάτω από το αντίστοιχο επίπεδο της Ιταλίας.
Χαμηλοί κίνδυνοι χρηματοδότησης
Η δυνατότητα της Ελλάδας να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος της και το προφίλ ρευστότητάς της περιορίζουν τους κινδύνους που συνδέονται με το εξακολουθητικά πολύ υψηλό απόθεμα χρέους.
Το Ελληνικό Δημόσιο επωφελείται από την ιδιαίτερα μεγάλη μέση διάρκεια μέχρι τη λήξη του χρέους, η οποία ανέρχεται σε 19 έτη, από το υψηλό ποσοστό δανειακών υποχρεώσεων με ευνοϊκούς όρους και σταθερά επιτόκια, καθώς και από ένα μεγάλο ταμειακό απόθεμα ασφαλείας, το οποίο προβλέπεται να αντιστοιχεί περίπου στο 12% του ΑΕΠ το 2026.
Το τεκμαρτό επιτόκιο επί του συνολικού αποθέματος χρέους παραμένει χαμηλό, περίπου στο 1,5%, δηλαδή κάτω από τον αναμενόμενο ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, που εκτιμάται γύρω στο 4%. Αυτό αντανακλά την περιορισμένη μετακύλιση των επιτοκίων της αγοράς στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, μεταξύ άλλων και σε μέρος του χρέους προς επίσημους πιστωτές, για το οποίο ο επιτοκιακός κίνδυνος έχει αντισταθμιστεί.
Τα χαρακτηριστικά αυτά περιορίζουν τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, στηρίζουν την πρόσβαση στις αγορές και ενισχύουν την ανθεκτικότητα απέναντι στη μεταβλητότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Σημαντικά δημοσιονομικά πλεονάσματα
Η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας υποστηρίζεται από τις εξαιρετικά ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της σε σύγκριση με άλλες χώρες της ίδιας αξιολογικής κατηγορίας.
Προβλέπουμε ότι το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης θα εμφανίσει πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ το 2026, έναντι προβλεπόμενου διάμεσου ελλείμματος 3,1% για τις χώρες με αξιολόγηση «BBB», ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 3,6% του ΑΕΠ.
Οι προβλέψεις αυτές ενσωματώνουν ήδη τα μόνιμα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, συνολικού ύψους περίπου 0,8% του ΑΕΠ, τα οποία περιλαμβάνουν κυρίως φορολογικές μειώσεις και στοχευμένες παρεμβάσεις στις δημόσιες δαπάνες, παράλληλα με την προσωρινή ενεργειακή στήριξη και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες.
Η αύξηση των δημοσίων εσόδων εξακολουθεί να υπερβαίνει την αύξηση των δαπανών, με τη στήριξη των ισχυρών φορολογικών εισπράξεων, των ασφαλιστικών εισφορών και της βελτίωσης της φορολογικής συμμόρφωσης.
Συνετό πλαίσιο άσκησης οικονομικής πολιτικής
Η προσήλωση της Ελλάδας στη διατήρηση υγιών δημόσιων οικονομικών έχει εξελιχθεί σε ένα πιο διατηρήσιμο πλεονέκτημα για την πιστοληπτική της αξιολόγηση.
Οι δημοσιονομικές επιδόσεις μετά την πανδημία καταδεικνύουν ένα ισχυρό ιστορικό δημοσιονομικής σύνεσης, το οποίο υποστηρίζεται από την ευρεία πολιτική και κοινωνική αποδοχή μιας συντηρητικής δημοσιονομικής πολιτικής.
Η κατεύθυνση αυτή ενισχύεται από θεσμικές δικλίδες, μεταξύ των οποίων ο εγχώριος δημοσιονομικός κανόνας του 2025, που απαιτεί την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, καθώς και το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι μηχανισμοί αυτοί στηρίζουν την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και ενισχύουν την εμπιστοσύνη ότι οποιαδήποτε δημοσιονομική χαλάρωση θα παραμείνει περιορισμένη.
Θεωρούμε ότι η πιο χαλαρή δημοσιονομική κατεύθυνση του προϋπολογισμού του 2027 συνιστά μετριασμό των επιδόσεων που υπερέβαιναν τους στόχους και όχι εξασθένηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Ανάπτυξη με κινητήρια δύναμη τις επενδύσεις
Οι μακροοικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας έχουν παραμείνει ανθεκτικές, παρά τη δυσμενέστερη εξωτερική συγκυρία και την αυξημένη αβεβαιότητα.
Προβλέπουμε ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης θα διαμορφωθεί στο 2,0% την περίοδο 2026-2028, γεγονός που συνεπάγεται ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να υπεραποδίδει σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Η εγχώρια ζήτηση, και ιδιαίτερα οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση, αποτελεί τον βασικό μοχλό ανάπτυξης.
Τα έργα που συνδέονται με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα NextGenerationEU, οι δημόσιες επενδύσεις και οι επακόλουθες ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν τον σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου και τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη.
Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται καθοδικοί κίνδυνοι για τις προβλέψεις, οι οποίοι προέρχονται κυρίως από το εξωτερικό περιβάλλον και από εγχώριους κινδύνους υλοποίησης, που συνδέονται με τη μεγάλη βαρύτητα των επενδύσεων στο βασικό μας σενάριο.
Παραμένουν οι διαρθρωτικές αδυναμίες του παρελθόντος
Η βελτίωση των αναπτυξιακών προοπτικών της Ελλάδας αντισταθμίζεται από διαρθρωτικούς περιορισμούς που εξακολουθούν να υφίστανται.
Η αύξηση των επενδύσεων συμβάλλει στην ανασυγκρότηση του κεφαλαιακού αποθέματος της χώρας, έπειτα από μια μακρά περίοδο υποεπενδύσεων, και στηρίζει τη μεσοπρόθεσμη σύγκλιση. Ωστόσο, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να φέρει σημαντικά σημάδια από την κρίση χρέους.
Το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει αισθητά χαμηλότερο από το υψηλότερο επίπεδο που είχε καταγράψει πριν από την κρίση, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι χαμηλό σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας έχουν βελτιωθεί σημαντικά, με την ανεργία να συνεχίζει να υποχωρεί.
Ωστόσο, οι ελλείψεις σε εργαζομένους με τις κατάλληλες δεξιότητες και άλλα διαρθρωτικά εμπόδια υποδεικνύουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιορισμοί στην παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας.
Αδύναμη εξωτερική χρηματοοικονομική θέση
Η συμμετοχή στην Ευρωζώνη περιορίζει τους κινδύνους εξωτερικής χρηματοδότησης, ωστόσο η εξωτερική θέση της Ελλάδας εξακολουθεί να αποτελεί βασική αδυναμία για την πιστοληπτική αξιολόγησή της.
Προβλέπουμε ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα διαμορφωθεί στο 6,5% του ΑΕΠ το 2026, με την αποκλιμάκωσή του να πραγματοποιείται μόνο σταδιακά σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Τα μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα αντανακλούν το διαρθρωτικά χαμηλό επίπεδο εγχώριας αποταμίευσης, ενώ οι επενδύσεις που απαιτούν υψηλές εισαγωγές είναι πιθανό να συνεχίσουν να ασκούν πιέσεις στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Οι ισχυρές τουριστικές εισπράξεις, οι εισροές κεφαλαίων που συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι άμεσες ξένες επενδύσεις στηρίζουν τη χρηματοδότηση, αλλά δεν αναμένεται να οδηγήσουν σε ουσιαστική βελτίωση των δεικτών εξωτερικής θέσης.
Η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση καθιστά επίσης την Ελλάδα ευάλωτη σε εισαγόμενες διαταραχές των τιμών, συμβάλλοντας στη διατήρηση του πληθωρισμού πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης το 2026.
Ενισχυμένος τραπεζικός τομέας
Κατά την εκτίμησή μας, οι κίνδυνοι που απορρέουν από τον τραπεζικό τομέα για την πιστοληπτική θέση του Ελληνικού Δημοσίου παραμένουν περιορισμένοι, καθώς ο κλάδος είναι ουσιαστικά ισχυρότερος και ανθεκτικότερος σε σύγκριση με το παρελθόν.
Η κερδοφορία, η ρευστότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα, περιορίζοντας την πιθανότητα να προκύψει ανάγκη κρατικής στήριξης.
Η ποιότητα του ενεργητικού έχει επιδεινωθεί μόνο οριακά, εξαιτίας της αναδιάρθρωσης παλαιών ανοιγμάτων προς πελάτες λιανικής τραπεζικής, ενώ οι τράπεζες εξακολουθούν να διατηρούν ισχυρή χρηματοδοτική βάση και πρόσβαση στις αγορές.
Το μακροπροληπτικό πλαίσιο και τα μέτρα που αφορούν τα χαρακτηριστικά και τις υποχρεώσεις των δανειοληπτών συμβάλλουν επίσης στον περιορισμό της συσσώρευσης συστημικών κινδύνων.
Παραμένουν, ωστόσο, διαρθρωτικές ευπάθειες, μεταξύ των οποίων η εξακολουθητικά σημαντική εξάρτηση από τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις, καθώς και η έκθεση σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς ή σε αναπροσαρμογές των αποτιμήσεων στις αγορές.
Παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την πιστοληπτική αξιολόγηση
Παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, να οδηγήσουν σε αρνητική αξιολογική ενέργεια ή υποβάθμιση:
Δημόσια οικονομικά: Αδυναμία διατήρησης του λόγου χρέους της γενικής κυβέρνησης προς ΑΕΠ σε πτωτική τροχιά, για παράδειγμα λόγω διαρθρωτικής δημοσιονομικής χαλάρωσης ή λόγω υλοποίησης σημαντικών ενδεχόμενων υποχρεώσεων.
Μακροοικονομικές συνθήκες/Εξωτερικός τομέας: Μια δυσμενής διαταραχή που θα επηρέαζε τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας ή θα επιδείνωνε τις εξωτερικές ανισορροπίες.
Παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, να οδηγήσουν σε θετική αξιολογική ενέργεια ή αναβάθμιση:
Δημόσια οικονομικά: Ενίσχυση της εμπιστοσύνης ότι ο λόγος χρέους της γενικής κυβέρνησης προς ΑΕΠ θα καταγράψει περαιτέρω έντονη μείωση σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, χάρη σε σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα και στη συνεχιζόμενη ανθεκτικότητα της οικονομικής ανάπτυξης.
Διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: Βελτίωση των διαρθρωτικών θεμελιωδών μεγεθών που καθορίζουν την πιστοληπτική ικανότητα, για παράδειγμα μέσω της αύξησης της παραγωγικής δυναμικότητας και της ενίσχυσης των επιδόσεων της αγοράς εργασίας.
Ο απολογισμός της χρονιάς
Ο φετινός κύκλος ολοκληρώνεται με θετικό συνολικό απολογισμό για τη χώρα μας. Τον Σεπτέμβριο η Scope αναβάθμισε την Ελλάδα σε BBB+, ενώ Moody’s και Morningstar DBRS διατήρησαν τις αξιολογήσεις τους σε Baa3 και BBB αντίστοιχα, αναβαθμίζοντας τις προοπτικές σε θετικές. Η S&P διατήρησε τον Οκτώβριο τη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές.
