Η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας αποτέλεσαν τους βασικούς λόγους για τους οποίους ο οίκος αξιολόγησης Fitch επιβεβαίωσε την Παρασκευή την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB, διατηρώντας σταθερές τις προοπτικές της.
Στην έκθεσή του, ο αμερικανικός οίκος αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτύχει η χώρα στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, εκτιμώντας ότι η συνετή δημοσιονομική πολιτική, η ενίσχυση των επενδύσεων και η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη δημιουργούν ένα αξιόπιστο οικονομικό περιβάλλον.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η Ελλάδα διαθέτει υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και καλύτερους δείκτες διακυβέρνησης σε σύγκριση με τις χώρες που βρίσκονται στην ίδια πιστοληπτική κατηγορία.
Ωστόσο, η διατήρηση της αξιολόγησης στο BBB αντανακλά και τις αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν την πιστοληπτική εικόνα της χώρας. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν το υψηλό δημόσιο χρέος, οι επίμονες ανισορροπίες στο εξωτερικό ισοζύγιο και τα διαρθρωτικά εμπόδια που περιορίζουν τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες.
Το δημόσιο χρέος και η μεγάλη αποκλιμάκωση έως το 2028
Καθοριστικό στοιχείο της αξιολόγησης αποτελεί η πορεία του ελληνικού δημόσιου χρέους, το οποίο, παρά το ιδιαίτερα υψηλό επίπεδό του, συνεχίζει να μειώνεται με ταχείς ρυθμούς.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Fitch, το χρέος από το 146,1% του ΑΕΠ το 2025 αναμένεται να υποχωρήσει στο 124,6% έως το 2028, υποστηριζόμενο από τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και τις πρόωρες αποπληρωμές δανειακών υποχρεώσεων.
Μάλιστα, ο οίκος εκτιμά ότι έως το τέλος του 2026 η Ελλάδα δεν θα διαθέτει πλέον το υψηλότερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη, καθώς ο αντίστοιχος δείκτης θα έχει υποχωρήσει κάτω από εκείνον της Ιταλίας.
Παρά την πρόοδο, πάντως, το ελληνικό χρέος θα εξακολουθήσει να υπερβαίνει σημαντικά τον μέσο όρο του 56,9% που καταγράφεται στις χώρες με αξιολόγηση BBB.
Το πλεονέκτημα των χαμηλών χρηματοδοτικών κινδύνων
Η Fitch αποδίδει ιδιαίτερη σημασία και στην ευνοϊκή διάρθρωση του ελληνικού χρέους, η οποία περιορίζει την έκθεση της χώρας στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών.
Η μέση διάρκεια αποπληρωμής διαμορφώνεται στα 19 χρόνια, ενώ μεγάλο μέρος των δανειακών υποχρεώσεων εξυπηρετείται με σταθερά επιτόκια και ευνοϊκούς όρους.
Το ελληνικό Δημόσιο διαθέτει επίσης σημαντικά ταμειακά αποθέματα, τα οποία αναμένεται να αντιστοιχούν περίπου στο 12% του ΑΕΠ το 2026.
Την ίδια στιγμή, το μέσο έμμεσο επιτόκιο του χρέους παραμένει κοντά στο 1,5%, αισθητά χαμηλότερα από τον προβλεπόμενο ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, περίπου 4%.
Ο συνδυασμός αυτών των χαρακτηριστικών ενισχύει τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους και περιορίζει τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, ακόμη και σε περιόδους αυξημένης χρηματοπιστωτικής αστάθειας.
Τα δημοσιονομικά πλεονάσματα που ξεχωρίζουν
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας είναι η δημοσιονομική υπεραπόδοση της Ελλάδας έναντι των υπόλοιπων χωρών της ίδιας αξιολογικής βαθμίδας.
Η Fitch προβλέπει ότι το 2026 η Γενική Κυβέρνηση θα εμφανίσει δημοσιονομικό πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 3,6%.
Η σύγκριση είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή για την Ελλάδα, καθώς οι χώρες με αξιολόγηση BBB αναμένεται να παρουσιάσουν κατά μέσο όρο δημοσιονομικό έλλειμμα 3,1% του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τον οίκο, η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, οι αυξημένες κοινωνικές εισφορές και η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης επιτρέπουν στα δημόσια έσοδα να αυξάνονται ταχύτερα από τις δαπάνες.
Η δημοσιονομική πειθαρχία και η πολιτική σταθερότητα
Στα θετικά στοιχεία προστίθεται η διατήρηση μιας συνετής οικονομικής πολιτικής, η οποία, σύμφωνα με τη Fitch, έχει αποκτήσει πιο μόνιμα χαρακτηριστικά.
Οι δημοσιονομικές επιδόσεις μετά την πανδημία αποτελούν ένδειξη συνέπειας στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, ενώ το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο εθνικός δημοσιονομικός κανόνας του 2025, ο οποίος προβλέπει την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων.
Ο οίκος θεωρεί ότι η ηπιότερη δημοσιονομική πολιτική που προβλέπεται για το 2027 δεν σηματοδοτεί εγκατάλειψη της πειθαρχίας, αλλά περιορισμό των προηγούμενων ιδιαίτερα υψηλών επιδόσεων.
Ανάπτυξη 2% με κινητήριο δύναμη τις επενδύσεις
Θετικά αξιολογείται και η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας απέναντι στην επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος.
Η Fitch προβλέπει μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 2% για την περίοδο 2026-2028, υψηλότερο από τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Βασικοί κινητήριοι μοχλοί παραμένουν οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση, ενώ σημαντική συμβολή αναμένεται από τα έργα του Next Generation EU, τις δημόσιες επενδύσεις και τους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς πόρους.
Ωστόσο, ο οίκος προειδοποιεί ότι οι εξωτερικές οικονομικές πιέσεις και ενδεχόμενες καθυστερήσεις στην υλοποίηση των επενδύσεων μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς τις αναπτυξιακές προοπτικές.
Οι διαρθρωτικές αδυναμίες που επιμένουν
Παρά την πρόοδο, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα που συνδέονται με την παρατεταμένη κρίση χρέους.
Η Fitch επισημαίνει ότι το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο από τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η αύξηση των επενδύσεων συμβάλλει στην αναπλήρωση του παραγωγικού κεφαλαίου που χάθηκε κατά την προηγούμενη περίοδο υποεπένδυσης, χωρίς όμως να εξαλείφει τις διαρθρωτικές αδυναμίες.
Παράλληλα, αν και η ανεργία συνεχίζει να μειώνεται, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και τα εμπόδια στην παραγωγικότητα εξακολουθούν να περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας.
Το εξωτερικό ισοζύγιο παραμένει αδύναμος κρίκος
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις διαχρονικές εξωτερικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας.
Η Fitch εκτιμά ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα φτάσει το 6,5% του ΑΕΠ το 2026, με την αποκλιμάκωσή του να αναμένεται σταδιακή τα επόμενα χρόνια.
Η χαμηλή εγχώρια αποταμίευση και οι αυξημένες εισαγωγές που συνοδεύουν την επενδυτική δραστηριότητα εξακολουθούν να επιβαρύνουν το εξωτερικό ισοζύγιο.
Τα τουριστικά έσοδα, οι ξένες επενδύσεις και οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις περιορίζουν τους χρηματοδοτικούς κινδύνους, χωρίς ωστόσο να επαρκούν για ουσιαστική διόρθωση των ανισορροπιών.
Επιπλέον, η ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας την καθιστά ευάλωτη στις αυξήσεις των διεθνών τιμών, συμβάλλοντας στη διατήρηση του πληθωρισμού πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Οι τράπεζες και η εικόνα της διακυβέρνησης
Στα θετικά της αξιολόγησης περιλαμβάνεται και η σημαντική ενίσχυση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Σύμφωνα με τη Fitch, οι τράπεζες εμφανίζουν ικανοποιητική κερδοφορία, ισχυρή ρευστότητα και επαρκή κεφαλαιοποίηση, περιορίζοντας την πιθανότητα να χρειαστούν κρατική στήριξη.
Η ποιότητα των χαρτοφυλακίων έχει παρουσιάσει μόνο μικρή επιδείνωση, ενώ η πρόσβαση στη χρηματοδότηση παραμένει ισχυρή.
Παράλληλα, εξακολουθούν να υφίστανται αδυναμίες, όπως η σημαντική εξάρτηση από τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και η έκθεση σε εξωτερικές οικονομικές αναταράξεις.
Τέλος, ως προς τη διακυβέρνηση, η Fitch κατατάσσει την Ελλάδα στο 63,2ο εκατοστημόριο του δείκτη WBGI, λαμβάνοντας υπόψη τη θεσμική λειτουργία, τις ομαλές πολιτικές μεταβάσεις, το κράτος δικαίου και τους δείκτες διαφθοράς.
Η συνολική εικόνα, σύμφωνα με την αξιολόγηση, αποτυπώνει μια οικονομία με βελτιωμένα δημοσιονομικά θεμελιώδη μεγέθη και ισχυρότερη ανθεκτικότητα, η οποία όμως εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις ως προς το χρέος, την παραγωγικότητα και τις εξωτερικές ανισορροπίες.
Οι 9 λόγοι πίσω από την επιβεβαίωση της αξιολόγησης BBB για την Ελλάδα
| Παράγοντας | Τι επισημαίνει η Fitch |
|---|---|
| 1. Μείωση δημόσιου χρέους | Το χρέος αναμένεται να μειωθεί από 146,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 124,6% το 2028, χάρη στα πρωτογενή πλεονάσματα και τις πρόωρες αποπληρωμές. |
| 2. Χαμηλοί χρηματοδοτικοί κίνδυνοι | Η μέση διάρκεια χρέους φτάνει τα 19 χρόνια, το μέσο επιτόκιο παραμένει στο 1,5% και τα ταμειακά διαθέσιμα εκτιμώνται στο 12% του ΑΕΠ το 2026. |
| 3. Ισχυρά δημοσιονομικά πλεονάσματα | Προβλέπεται δημοσιονομικό πλεόνασμα 0,6% και πρωτογενές πλεόνασμα 3,6% του ΑΕΠ το 2026. |
| 4. Συνετή δημοσιονομική πολιτική | Η δημοσιονομική πειθαρχία, οι εθνικοί κανόνες και το ευρωπαϊκό πλαίσιο ενισχύουν την αξιοπιστία και τη σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής. |
| 5. Ανθεκτική ανάπτυξη και επενδύσεις | Η ανάπτυξη προβλέπεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2% την περίοδο 2026-2028, με βασικούς μοχλούς τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση. |
| 6. Διαρθρωτικές αδυναμίες | Το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ οι ελλείψεις δεξιοτήτων και οι περιορισμοί στην παραγωγική ικανότητα επηρεάζουν τις αναπτυξιακές προοπτικές. |
| 7. Αδύναμο εξωτερικό ισοζύγιο | Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών προβλέπεται στο 6,5% του ΑΕΠ το 2026, λόγω χαμηλής εγχώριας αποταμίευσης και αυξημένων εισαγωγών. |
| 8. Ενισχυμένο τραπεζικό σύστημα | Οι τράπεζες εμφανίζουν ισχυρότερη κερδοφορία, ρευστότητα και κεφαλαιακή επάρκεια, αν και διατηρούν ορισμένες διαρθρωτικές ευπάθειες. |
| 9. Θεσμική διακυβέρνηση | Η Ελλάδα βρίσκεται στο 63,2ο εκατοστημόριο του δείκτη WBGI, με τη θεσμική λειτουργία, το κράτος δικαίου και τους δείκτες διαφθοράς να συνυπολογίζονται στην αξιολόγηση. |
