Οι απευθείας μειώσεις φόρων κοστίζουν αλλά δεν αποδίδουν, διαπιστώνει ειδική μελέτη που συντάχθηκε από στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη φορολογία των εταιριών.
Αντί αυτών, η έκθεση με τίτλο ««Φορολογία Εταιρικού Εισοδήματος και Επενδύσεις: Μια Επισκόπηση Εμπειρικών Ευρημάτων και Ζητημάτων Πολιτικής στο Πλαίσιο της ΕΕ» καταλήγει στη διαπίστωση ότι είναι καλύτερο να δίνει το Κράτος στοχευμένα πίστωση φόρου όπου κρίνει ότι απαιτείται, αντί να μειώνει οριζόντια τους συντελεστές.
Σε αντίθεση με κρατούσες αντιλήψεις -παλαιότερες που ακόμα εφαρμόζονται όμως- στην έκθεση τονίζεται ότι «οι μειώσεις των ονομαστικών φορολογικών συντελεστών αποτελούν δαπανηρό τρόπο τόνωσης των επενδύσεων». «Αυτό συμβαίνει», εξηγούν οι αναλυτές, «διότι μειώνουν τους πραγματικούς φορολογικούς συντελεστές για όλες τις επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το πόσο ανταποκρίνονται οι επενδύσεις τους στα κίνητρα που παρέχει η εταιρική φορολογία. Αξιολογήσεις πρόσφατων φορολογικών μεταρρυθμίσεων δείχνουν ότι, ακόμα και αν οι μειώσεις εταιρικού φόρου τονώνουν τις επενδύσεις, οι προκύπτουσες δυναμικές επιδράσεις μειώνουν μόνο οριακά το δημοσιονομικό κόστος της μεταρρύθμισης».
Από την άποψη αυτή, η «γραμμή» που δίνει στις κυβερνήσεις το έγγραφο της Κομισιόν, βρίσκεται πιο κοντά στην στρατηγική που εφαρμόζει η Αθήνα στο θέμα της επιδότησης του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης, αντί της απευθείας μείωσης του ΕΦΚ από τα θεσμοθετημένα επίπεδα.
Τι λέει η Κομισιόν
Το έγγραφο (Economic Brief 089 της σειράς “European Economy”) συντάχθηκε από στελέχη της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων. Το γεγονός ότι πρόκειται για επίσημο ερευνητικό προϊόν της ΓΔ ECFIN — όχι για ανεξάρτητη ακαδημαϊκή μελέτη — αν και δεν αποτελεί «επίσημη θέση» ή συστάσεις της Επιτροπής, συνιστά νέα δεδομένα και βάση λήψης αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όχι τυχαία, την έγκριση για τη δημοσίευσή της δίνει ο -παλιός γνώριμος της χώρας μας ως επί σειρά ετών επικεφαλής του κλιμακίου της ΕΕ για το ελληνικό Μνημόνιο- Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής για τις Οικονομικές και Δημοσιονομικές Υποθέσεις, Ντέκλαν Κοστέλο.
Η κρίσιμη διαπίστωση της Έκθεσης για τις μειώσεις εταιρικών φόρων στην Ευρώπη, είναι ότι η λογική «μειώνω φόρους, έρχονται επενδύσεις» δεν επαληθεύεται από τα στοιχεία. Για κάθε ευρώ που χάνει το δημόσιο από τη μείωση εταιρικού φόρου, η τόνωση της οικονομίας επιστρέφει πίσω λιγότερα από 10 λεπτά. Με απλά λόγια, το κράτος χάνει πολύ, η οικονομία κερδίζει λίγο.
Αντίθετα, στοχευμένες φορολογικές πιστώσεις για επενδύσεις (tax credits) ειδικά σε πράσινες τεχνολογίες και έρευνα, αποδίδουν έως και 1,4 ευρώ επιπλέον στην για κάθε 1 ευρώ φορολογικής ελάφρυνσης. Φορολογική πίστωση θεωρείται η μείωση του φόρου μετά την εκκαθάριση. Η διαφορά είναι όχι απλώς ποσοτική αλλά αλλαγή στάσεως και φορολογικής φιλοσοφίας: το ερώτημα δεν είναι «πόσο να μειώσουμε τους φόρους» αλλά «ποιους φόρους και σε ποιους».
Η ελληνική θέση
Αν και η μελέτη αφορά εταιρικούς φόρους, η Αθήνα φαίνεται να έχει ήδη επιλέξει πλευρά στη συζήτηση αυτή: οι στοχευμένες ελαφρύνσεις φόρων είναι πιο αποδοτικές από τις οριζόντιες που, με βάση την έκθεση, κοστίζουν αλλά δεν αποδίδουν.
Η φορολογική μεταρρύθμιση που τέθηκε σε ισχύ από 1.1.2026 δεν αγγίζει τον εταιρικό φόρο — παραμένει στο 22% — αλλά μειώνει στοχευμένα τη φορολογική επιβάρυνση στην εργασία μέσω νέων κλιμάκων και αυξημένων φορολογικών πιστώσεων για οικογένειες και νέους. Αυτό ακριβώς συνιστά το Economic Brief της Κομισιόν: μεταρρυθμίσεις φορολογίας εργασίας που αυξάνουν την εργασιακή προσφορά και μειώνουν το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις ταυτόχρονα.
Όπως αναφέρεται μάλιστα «έχει αποδειχθεί ότι οι μειώσεις στη φορολογία εργασίας οδηγούν σε αύξηση των επενδύσεων, τόσο μέσω της αύξησης της κατανάλωσης των νοικοκυριών όσο και — δεδομένου ότι επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να μειώσουν τους μισθούς προ φόρων διατηρώντας αμετάβλητους τους μισθούς μετά φόρων για τους εργαζομένους — μέσω της μείωσης του εργασιακού κόστους για τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την προσφορά εργασίας μπορούν να αυξήσουν τις επενδύσεις μέσω επιδράσεων γενικής ισορροπίας. Τέτοιες μεταρρυθμίσεις μπορεί να περιλαμβάνουν μειώσεις φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων ή ασφαλιστικών εισφορών που στοχεύουν στις ομάδες που είναι πιο ευαίσθητες στα οικονομικά κίνητρα για ένταξη στην αγορά εργασίας» τονίζεται στην έκθεση.
Επιπλέον, η Ελλάδα δεν εμφανίζεται στις χώρες που έλαβαν Ειδικές Ανά Χώρα Συστάσεις (CSR) για επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό — αντίθετα με Κύπρο, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Μάλτα και Ουγγαρία. Πρόκειται για σιωπηλή αλλά σαφή αναγνώριση ότι η Ελλάδα δεν λειτουργεί ως «φορολογικός παράδεισος» με μειώσεις φόρων για πολυεθνικές.
Και στο θέμα της μείωσης των φόρων στα καύσιμα, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επέλεξε η μείωση στην τιμή της αντλίας να γίνει μόνο στο πετρέλαιο κίνησης από το οποίο εξαρτάται -κυρίως- η τροφοδοσία της αγοράς , και όχι με περικοπή του συντελεστή ΕΦΚ αλλά με επιδότησή του: εκτάκτως το Κράτος «πληρώνει» τον φόρο (16 λεπτά ανά λίτρο + ΦΠΑ) αλλά η πίστωση (πληρωμή) αυτή γίνεται στις εταιρίες κατά την εκκαθάριση των φορολογηθέντων ποσοτήτων.
Φόρος μόνο στα κέρδη, όχι στις στρεβλώσεις
Από την άλλη, η έκθεση θίγει ένα ερώτημα που αφορά άμεσα και την Ελλάδα: εάν φόροι που επιβάλλονται εκτός κερδών — δηλαδή επί τζίρου, ακινήτων ή παραγωγής — είναι πιο στρεβλωτικοί για τις επενδύσεις από τον ίδιο τον εταιρικό φόρο, τότε ο ΕΝΦΙΑ και παρόμοια εργαλεία αποτελούν μεγαλύτερο αντικίνητρο επένδυσης από έναν συντελεστή 22%. Η Έκθεση δεν αναφέρει ρητά τον ΕΝΦΙΑ, αλλά η λογική της ανάλυσής της και η αναφορά στα ακίνητα τον περιλαμβάνει.
Όπως τονίζεται «ορισμένοι επιχειρηματικοί φόροι επιβάλλονται όχι στα κέρδη αλλά σε άλλες φορολογικές βάσεις, όπως ο κύκλος εργασιών ή τα εμπορικά ακίνητα. Θεωρητικά, αυτοί οι τύποι φόρων είναι πιο στρεβλωτικοί από τους φόρους επί κερδών, διότι απομακρύνουν τις επιχειρήσεις από τη συμπεριφορά μεγιστοποίησης κέρδους. Συνεπώς, είναι πιθανό να μειώνουν την οικονομική αποδοτικότητα. Επιπλέον, οι φόροι αυτοί οφείλονται ακόμη και όταν η επιχείρηση δεν πραγματοποιεί κέρδη και ενδέχεται να αποθαρρύνουν την επιχειρηματικότητα».
Από την άποψη αυτή, και η τεκμαρτή φορολόγηση που εφαρμόζεται στους ελεύθερους επαγγελματίες μπορεί να θεωρηθεί πως κινείται στη λάθος κατεύθυνση και προκαλεί στρεβλώσεις, όπως αυτές που εντοπίζει η έκθεση. Η παρατήρηση αυτή γίνεται πιο σημαντική αν ληφθεί υπόψιν η πολυπλοκότητα της φορολογίας της οποίας προκαλείται και που δημιουργεί ως εμπόδιο και αντικίνητρο για την επιχειρηματική δραστηριότητα, την οποία πρέπει η φορολογική νομοθεσία να ενισχύει και όχι να αποθαρρύνει.
Διαβάστε ακόμη
FSB και ΔΝΤ: Οι αυξημένοι κίνδυνοι που βλέπουν για τις αγορές λόγω πολέμου
Φορολογικές δηλώσεις σε τιμή ευκαιρίας και «περίεργες» υποσχέσεις για λιγότερο φόρο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
