Ένα νέο τοπίο για τα εισοδήματα εκατομμυρίων πολιτών διαμορφώνει ο Προϋπολογισμός του 2027, με αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, ελαφρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές και ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για οφειλέτες. Ωστόσο, οι παρεμβάσεις δεν έχουν το ίδιο αποτέλεσμα για όλες τις κατηγορίες ασφαλισμένων, καθώς η ακρίβεια εξακολουθεί να περιορίζει την αγοραστική δύναμη, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες βρίσκονται αντιμέτωποι με νέες επιβαρύνσεις.
Το βασικό χαρακτηριστικό της επόμενης χρονιάς είναι η διαφοροποίηση ανάμεσα στις ονομαστικές αυξήσεις και στο πραγματικό οικονομικό όφελος. Οι μισθωτοί αναμένεται να δουν υψηλότερες αποδοχές, οι συνταξιούχοι θα επωφεληθούν από νέες αυξήσεις και πρόσθετες ενισχύσεις, ενώ οι αυτοαπασχολούμενοι θα χρειαστεί να διαθέσουν περισσότερα χρήματα για την ασφαλιστική τους κάλυψη.
Την ίδια στιγμή, η προβλεπόμενη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό εάν οι αυξήσεις θα μεταφραστούν σε ουσιαστική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Συντάξεις 2027: Αυξήσεις έως 2,9% και τέλος στην προσωπική διαφορά
Περίπου 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχοι αναμένεται να επηρεαστούν από τις νέες αναπροσαρμογές, με το ποσοστό αύξησης να εκτιμάται μεταξύ 2,8% και 2,9%.
Ο υπολογισμός βασίζεται στον μαθηματικό τύπο που συνδυάζει κατά το ήμισυ τον πληθωρισμό και τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης. Με τις προβλέψεις να τοποθετούν τον πληθωρισμό του 2026 στο 3,8% και την ανάπτυξη στο 2%, προκύπτει αύξηση κοντά στο 2,9%.
Για μια σύνταξη 600 ευρώ, η μηνιαία ενίσχυση υπολογίζεται σε περίπου 16,8 ευρώ, δηλαδή 202 ευρώ σε ετήσια βάση. Αντίστοιχα, σύνταξη 1.000 ευρώ αυξάνεται κατά περίπου 28 ευρώ μηνιαίως, ενώ για αποδοχές 2.500 ευρώ το όφελος διαμορφώνεται κοντά στα 70 ευρώ, ανάλογα με το τελικό ποσοστό.
Η μέση σύνταξη γήρατος, που σήμερα ανέρχεται στα 975 ευρώ μικτά, εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 1.000 ευρώ.
Σημαντική αλλαγή αποτελεί η πλήρης κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, καθώς περίπου 670.000 συνταξιούχοι θα ενταχθούν πλέον στον μηχανισμό πραγματικών αυξήσεων.
Παράλληλα, η εθνική σύνταξη προβλέπεται να διαμορφωθεί στα 458,48 ευρώ, από 446 ευρώ, με αναπροσαρμογή 2,8%.
Ωστόσο, ακόμη και εάν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις, οι αυξήσεις θα παραμείνουν χαμηλότερες από τον προβλεπόμενο πληθωρισμό του 2026, περιορίζοντας την πραγματική ενίσχυση των συνταξιούχων.
Επίδομα 400 ευρώ και αλλαγές στις συντάξεις χηρείας
Πρόσθετη στήριξη προβλέπεται μέσω της μόνιμης οικονομικής ενίσχυσης των 400 ευρώ, η οποία επεκτείνεται στο σύνολο των συνταξιούχων ηλικίας 65 ετών και άνω, χωρίς εισοδηματικούς περιορισμούς.
Με τη διεύρυνση του μέτρου, οι δικαιούχοι αυξάνονται κατά περίπου 270.000, φτάνοντας συνολικά τα 2,2 εκατομμύρια. Το δημοσιονομικό κόστος εκτιμάται στα 879 εκατ. ευρώ.
Στις κατηγορίες που καλύπτονται περιλαμβάνονται επίσης συνταξιούχοι άνω των 60 ετών που λαμβάνουν αποκλειστικά σύνταξη λόγω θανάτου, άτομα με αναπηρία ανεξαρτήτως ηλικίας και ανασφάλιστοι υπερήλικες.
Παράλληλα, προβλέπεται κατάργηση της περικοπής κατά 50% στις συντάξεις χηρείας μετά την πάροδο της πρώτης τριετίας, ενισχύοντας το εισόδημα των συγκεκριμένων δικαιούχων.
Μισθωτοί: Υψηλότερες αποδοχές και λιγότερες κρατήσεις
Για τους εργαζομένους, ο Προϋπολογισμός προβλέπει αύξηση των ονομαστικών αμοιβών κατά 3,9% το 2027, έναντι 3,7% το 2026.
Σε πραγματικούς όρους, μετά την επίδραση του πληθωρισμού, η αύξηση περιορίζεται στο 1,4%, γεγονός που αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη πίεση της ακρίβειας.
Σημαντικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει η νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού, με στόχο να φτάσει τα 1.000 ευρώ μικτά έως το 2028, ή τα 1.300 ευρώ εφόσον συνυπολογιστούν οι τριετίες.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι αναμένεται επίσης να ωφεληθούν από την αναπροσαρμογή των αποδοχών τους, καθώς και από την προβλεπόμενη θέσπιση επιδόματος Χριστουγέννων από το 2027.
Πρόσθετη ελάφρυνση σχεδιάζεται από την 1η Απριλίου 2027, με τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών στον ιδιωτικό τομέα κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα.
Το συνολικό ποσοστό εισφορών θα περιοριστεί στο 34,66%, εκ των οποίων 12,87% θα καταβάλλεται από τον εργαζόμενο και 21,79% από τον εργοδότη.
Το δημοσιονομικό κόστος της παρέμβασης υπολογίζεται σε 163 εκατ. ευρώ για το 2027 και 218 εκατ. ευρώ για το 2028.
Ελεύθεροι επαγγελματίες: Αυξημένες εισφορές λόγω πληθωρισμού
Στον αντίποδα των ελαφρύνσεων για τους μισθωτούς βρίσκονται περίπου 1,4 εκατομμύρια ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι, οι οποίοι αναμένεται να αντιμετωπίσουν αυξημένες ασφαλιστικές υποχρεώσεις.
Με αναπροσαρμογή αντίστοιχη του προβλεπόμενου πληθωρισμού 3,8%, η μηνιαία εισφορά της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 250,77 ευρώ σε περίπου 260 ευρώ.
Η συγκεκριμένη κατηγορία συγκεντρώνει περίπου το 80% των ασφαλισμένων, γεγονός που σημαίνει ότι η μεταβολή αφορά μεγάλο μέρος των επαγγελματιών.
Ακόμη υψηλότερες επιβαρύνσεις θα προκύψουν στις επόμενες ασφαλιστικές κατηγορίες.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της εφαρμογής του δείκτη μισθών ως μηχανισμού αναπροσαρμογής των εισφορών. Η εφαρμογή του έχει ήδη αναβληθεί δύο φορές, ενώ οι αυξήσεις των αμοιβών ενδέχεται να οδηγήσουν σε μεγαλύτερες ασφαλιστικές επιβαρύνσεις όταν ενεργοποιηθεί.
Ρύθμιση 120 δόσεων: Ανάσα για επιχειρήσεις και οφειλέτες
Μια σημαντική παρέμβαση για την ενίσχυση της ρευστότητας αποτελεί η νέα ρύθμιση έως 120 δόσεων για οφειλές προς τον ΕΦΚΑ.
Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας καταβολής προβλέπεται στα 30 ευρώ, επιτρέποντας σε οφειλέτες με χρέη τουλάχιστον 3.600 ευρώ να αξιοποιήσουν πλήρως τον δεκαετή ορίζοντα αποπληρωμής, πριν από τους αναλογούντες τόκους.
Για παράδειγμα, χρέος 3.600 ευρώ μπορεί να κατανεμηθεί σε 120 μηνιαίες δόσεις των 30 ευρώ, με πρόσθετη επιβάρυνση από τους τόκους.
Για μικρότερες οφειλές, ο αριθμός των δόσεων θα περιορίζεται ώστε να διατηρείται η ελάχιστη μηνιαία καταβολή.
Η δυνατότητα αυτή μπορεί να διευκολύνει ιδιαίτερα μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενους, περιορίζοντας τη μηνιαία πίεση στα ταμειακά τους διαθέσιμα.
Συνολικά, ο οικονομικός χάρτης του 2027 χαρακτηρίζεται από στοχευμένες εισοδηματικές ενισχύσεις και ταυτόχρονες ασφαλιστικές επιβαρύνσεις.
Το πραγματικό αποτέλεσμα για τους πολίτες θα εξαρτηθεί όχι μόνο από το ύψος των αυξήσεων, αλλά κυρίως από την εξέλιξη του πληθωρισμού, το κόστος ζωής και τη δυνατότητα της οικονομίας να διατηρήσει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
