του Διαμαντή Σεϊτανίδη

Η πολιτική έχει τον δικό της Θεό: Τον διπρόσωπο Ιανό. Η οικονομία, όμως, με πολλούς τρόπους, δηλαδή με πολλά νούμερα και ποσοστά, συνήθως δείχνει ένα πρόσωπο κάθε φορά.

Σήμερα στις 6.30 το απόγευμα ο πρωθυπουργός μεταβαίνει στο Προεδρικό μέγαρο και μέσω της παραίτησής του, ολοκληρώνει και θεσμικά τη θητεία του, καθώς για τις επόμενες τρεις εβδομάδες θα παραμείνει ως υπηρεσιακός.

Λίγες ώρες νωρίτερα, η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία έδωσε στη δημοσιότητα μερικά ακόμα στοιχεία -τα οποία προστίθενται στα πολλά που ήδη είναι γνωστά- για την πορεία της ελληνικής οικονομίας μετά από 4 χρόνια διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ.

Ο πληθωρισμός κατά τον Μάιο 2019, βρέθηκε μόλις στο 0,2%, μια ανάσα από το απόλυτο μηδέν. Η αγοραστική αξία των Ελλήνων μετά από εννέα χρόνια εσωτερικής υποτίμησης, στο ναδίρ. Βέβαια, σταθερά κάτω από το όριο του 2% που έθεσε η ΕΚΤ βρίσκεται και το σύνολο, σχεδόν, των οικονομιών που επί πολλούς μήνες στηρίζονταν με την περίφημη “ποσοτική χαλάρωση”, βοήθεια που η δική μας οικονομία δεν κατάφερε να έχει.

Η βιομηχανική παραγωγή, που επίσης ανακοινώθηκε σήμερα, συρρικνώθηκε περαιτέρω τον Απρίλιο 2019 κατά 0,8% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2018. Τι είν’ ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του…

Δεν χρειάζεται, βέβαια, να είναι κανείς σπουδαγμένος οικονομολόγος για να καταλάβει ότι μια οικονομία (είτε είναι νοικοκυριό, είτε εθνική οικονομία) για να αναπτυχθεί πρέπει πριν και πάνω από όλα να παράγει πλούτο. Μπαίνουν χρήματα στο νοικοκυριό; Οι συνθήκες διαβίωσης βελτιώνονται. Δεν μπαίνουν; Υπάρχει πρόβλημα.

Το ίδιο συμβαίνει και με την εθνική οικονομία. Σε μια οικονομία, όπως η ελληνική την οποία παραδίδει σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας, που αντί για πλούτο, παράγει χρέος, δεν μπορεί κανείς να μιλά για πραγματικές αναπτυξιακές προοπτικές.

«Παράγει» χρέος η χώρα, «παράγουν» χρέος όμως και οι πολίτες της.

Ο Αλέξης Τσίπρας παραδίδει σήμερα την ελληνική οικονομία, με δημόσιο χρέος που ξεπερνά το 178% του ΑΕΠ, δηλαδή στα ίδια επίπεδα που το παρέλαβε το 2015, όταν η Ελλάδα μπήκε στα μνημόνια με δημόσιο χρέος 146,2% του ΑΕΠ.

Καταγραφήttttttt.JPG

Αλλά, δεν είναι μόνο το δημόσιο χρέος που καθηλώνει την ελληνική οικονομία. Το ιδιωτικό χρέος, την οποία παραδίδει τυπικά σήμερα ο πρωθυπουργός, συμπληρώνει την εικόνα καχεξίας της ελληνικής οικονομίας, αν και δεν είναι καθαρά ελληνικό φαινόμενο. Οι περισσότερες χώρες του ευρωπαϊκού νότου μαστίζονται από την έκρηξη του ιδιωτικού χρέους των πολιτών τους. Εδώ, απλώς το πρόβλημα προστίθεται σε όλα τα άλλα και επιδεινώνει τη γενικότερη κατάσταση της οικονομίας.

Το συνολικό ποσό των ληξιπρόθεσμων οφειλών των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο ξεπέρασε στο τέλος του 2018 το ποσό των 190 δισεκ. ευρώ. Κι αυτό τη στιγμή που το ελληνικό ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο τέλος του 2017 στα 177,28 δισεκ. ευρώ

Στο περιβάλλον αυτό, όπου “όλοι χρωστούν σε όλους” δεν θα μπορούσε να λείπει και το δημόσιο χρέος προς τους ιδιώτες. Η κυβέρνηση Τσίπρα το παρέλαβε στα 3,8 δισεκ. ευρώ, ενώ κατά τη διάρκεια της θητείας του έλαβε από τους δανειστές 6 δισεκ. ευρώ, ώστε να τα αποπληρώσει. Κι όμως σήμερα, τα χρέη του δημοσίου προς ιδιώτες ξεπερνούν τα 2,1 δισεκ. ευρώ. Οι αριθμοί, μιλούν από μόνοι τους…

Ακόμα κι αν όλα τα προηγούμενα θα μπορούσε κανείς να παραβλέψει, είναι αδύνατο να μην λάβει υπόψη του την επενδυτική άπνοια σε μια χώρα όπως η δική μας, που χρειάζεται επενδύσεις όπως ένας περιπλανώμενος στην έρημο, ζητά νερό. Εδώ, το πρόβλημα είναι διπλό: Το άμεσο είναι η κυβερνητική απόφαση να μειώσει το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, ώστε να αναπτύξει την επιδοματική της πολιτική με το βλέμμα στις κάλπες του Μαΐου.

Η απάντηση των πολιτών στις ευρωκάλπες, ήταν εκκωφαντική.

Το μείζον πρόβλημα, όμως, δεν είναι η ανυπαρξία επενδύσεων από τον -προβληματικό, ακόμα- δημόσιο τομέα της χώρας. Το μείζον πρόβλημα είναι η αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να προσελκύσει άμεσες ξένες επενδύσεις, που αποτελούν μονόδρομο για την πραγματική ανάπτυξη μιας οποιασδήποτε οικονομίας στον κόσμο. Άμεσες ξένες επενδύσεις κι εξαγωγικός προσανατολισμός της παραγωγής είναι τα “στάνταρντς” για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Μετά από 4 χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από την “πρώτη φορά αριστερά” όλα αυτά παραμένουν και σήμερα ζητούμενα.