Με ψυχραιμία -αλλά και εγρήγορση- το οικονομικό επιτελείο παρακολουθεί την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, ενόψει και του ανοίγματος των διεθνών αγορών από το πρωί της Δευτέρας.
Τις πρώτες ώρες, οι αγορές θα «μετρήσουν» το άμεσο αποτέλεσμα που είχαν εκατέρωθεν τα στρατιωτικά πλήγματα το σαββατοκύριακο, καθώς όμως και τη στάση των πετρελαιοπαραγωγών χωρών του ΟΠΕΚ+ που, εν όψει των εξελίξεων, συνεδρίασαν την Κυριακή προκειμένου να αποφασίσουν για αύξηση της παραγωγής τους τον Μάρτιο.
Ωστόσο στο υπουργείο Οικονομικών και στο ενεργειακό επιτελείο βλέπουν ως πλέον κρίσιμο και ανησυχητικό παράγοντα, όχι τόσο την άμεση αντίδραση των τιμών όσο, κυρίως, τυχόν παρατεταμένο ή και οριστικό κλείσιμο των στενών του Ορμούζ, λόγω τωων στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν.
«Πού θα γείρει η πλάστιγγα»
Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι «το πρώτο πράγμα που κοιτάμε είναι πώς θα ανοίξουν οι αγορές τη Δευτέρα» και τι θα κάνουν οι τιμές του Brent και των τιμών καυσίμων στην περιοχή της Μεσογείου. Η οδηγία είναι να υπάρχει συνεχής παρακολούθηση των διεθνών δεικτών, με έμφαση στις τιμές Platts Μεσογείου, πάνω στις οποίες τιμολογούν –καθημερινά- τα διυλιστήρια, πουλώντας βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης στις εταιρίες εμπορίας.
Ωστόσο, επειδή η αισχροκέρδεια καραδοκεί, αρμόδιες πηγές εξηγούσαν ότι «καθημερινά» δε σημαίνει και αυτόματες αυξήσεις τιμών στην αντλία από σήμερα κιόλας!
Όπως εξηγούν υπηρεσιακά στελέχη, τα διυλιστήρια δεν πουλούν με βάση το πόσο αγόρασαν παλαιότερα φορτία ή αποθέματα, αλλά με βάση τη χρηματιστηριακή τιμή της ημέρας στα διεθνή χρηματιστήρια.
Αυτό σημαίνει ότι μια απότομη άνοδος στις διεθνείς αγορές, αν κρατήσει πάνω από λίγες ημέρες, τότε αναμένεται να αρχίσει να φαίνεται να περνά σταδιακά (περίπου μία εβδομάδα μετά) από τις εταιρίες εμπορίες έως στην τελική τιμή της αντλίας.
Από την άλλη, από τα στενά του Ορμούζ διέρχεται σχεδόν το 25% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου – γύρω στα 21 εκατ. βαρέλια την ημέρα – μαζί με σημαντικές ποσότητες LNG. Μέσω των στενών, εξάγουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, αλλά και το ίδιο το Ιράν και το Κατάρ.
Αυτό σημαίνει ότι μια παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας ή ακόμη και η απειλή διακοπής αρκεί για να τροφοδοτήσει έντονη αβεβαιότητα και «ασφάλιστρο κινδύνου» στις τιμές πετρελαίου και ναυτασφαλίσεων. Στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν σχεδόν βέβαιο ότι μια πλήρης και μακράς διάρκειας παρεμπόδιση της ροής θα προκαλούσε απότομη άνοδο τιμών, η οποία θα χρειαζόταν εβδομάδες έως μήνες για να απορροφηθεί, ακόμα και αφού αποκατασταθεί η ομαλή ροή.
Στα «χαμηλά» του το πετρέλαιο
Τις τελευταίες εβδομάδες η τιμή του Brent εκινείτο γύρω στα 70–73 δολάρια το βαρέλι, επίπεδα που θεωρούνται σχετικά χαμηλά σε σχέση με τα 100 δολάρια κατά μέσο όρο του 2022, αλλά και τα «υψηλά» των 120–130 δολαρίων που είχαν καταγραφεί στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Ιστορικά, το Brent έχει φτάσει ακόμη και πάνω από τα 140 δολάρια το βαρέλι, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει μεγάλο περιθώριο διακύμανσης (έως και διπλασιασμό από τα σημερινά επίπεδα) σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης.
Ωστόσο στο οικονομικό επιτελείο επισημαίνουν ότι, ως αφετηρία, η αγορά βρίσκεται σήμερα σε τιμές αισθητά χαμηλότερες από αυτές της κρίσης του 2022, κάτι που δίνει ένα μικρό «μαξιλάρι» πριν φανεί ο αντίκτυπος σε πληθωρισμό και κατανάλωση.
Μια έντονη διακύμανση για λίγες ημέρες ή μία-δύο εβδομάδες, ίσως μικρή σημασία θα έχει μόνον. Το ερώτημα, όπως λένε στο οικονομικό επιτελείο, είναι «πόσο θα ανέβουν οι τιμές και για πόσο θα μείνουν ψηλά».
Επιπτώσεις στον κρατικό προϋπολογισμό
Το 2022, η εκτίναξη των τιμών ενέργειας συνέβαλε αποφασιστικά στο κύμα πληθωρισμού που έπληξε όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες, ενώ ανάλογες μελέτες διεθνών οργανισμών δείχνουν ότι οι αυξημένες τιμές πετρελαίου έχουν και «δεύτερο γύρο» επιπτώσεων σε μισθούς και άλλες τιμές. Για την Ελλάδα, αυτό μεταφράστηκε σε ανάγκη για μεγάλα πακέτα στήριξης σε ρεύμα και καύσιμα, με άμεσο δημοσιονομικό κόστος.
Πέρα από το καθαρά ενεργειακό κόστος, στο οικονομικό επιτελείο εξετάζουν και τις δευτερογενείς επιπτώσεις σε κλάδους-κλειδιά για την ελληνική οικονομία, όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία. Τα τουριστικά πακέτα και οι αερομεταφορές είναι ευαίσθητα στις τιμές καυσίμων και στα ασφάλιστρα κινδύνου για πτήσεις και θαλάσσιες διαδρομές σε μια ευρύτερη περιοχή που, ειδικά για την Ελλάδα, αποτελεί κύρια δεξαμενή επισκεπτών.
Στη ναυτιλία, οι γεωπολιτικές κρίσεις συχνά αυξάνουν τους ναύλους αλλά και τα λειτουργικά κόστη, με σύνθετες επιδράσεις στα έσοδα του κλάδου και στη ροή ναυτιλιακού συναλλάγματος προς τη χώρα.
Η κυβέρνηση παρακολουθεί στενά αυτές τις εξελίξεις, γνωρίζοντας ότι ο συνδυασμός ακριβότερων καυσίμων και πρόσθετων ασφαλιστικών και χρηματοδοτικών επιβαρύνσεων μπορεί να μετακυλιστεί τελικά στην τιμή πολλών εισαγόμενων και εξαγόμενων προϊόντων.
Διαβάστε ακόμη
Η κρίση στο Ιράν και οι επιπτώσεις στην ελληνική αγορά ενέργειας – Τα δύο σενάρια για τη βενζίνη
Διπλός ΕΝΦΙΑ για τα ακίνητα των τραπεζών
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.