search icon

Οικονομία

Πόσες επιχειρήσεις στην Ευρώπη μετακυλίουν τις πολεμικές αυξήσεις στους καταναλωτές – Η σύγκριση με το 2022

Ανάλυση του Reuters σε 175 τηλεδιασκέψεις παρουσίασης αποτελεσμάτων εταιρειών της Ευρωζώνης, έδειξε ότι μόνο 56 επιχειρήσεις έχουν αυξήσει ή σχεδιάζουν να αυξήσουν τις τιμές τους τους επόμενους μήνες - Ποιοι κάνουν ανατιμήσεις και ποιοι όχι - Ο ρόλος του πληθωρισμού - Αλμα στο 5% για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα τον Μάιο

Μόλις το ένα τρίτο των μεγαλύτερων επιχειρήσεων της Ευρωζώνης έχει προχωρήσει ή σχεδιάζει να προχωρήσει σε αυξήσεις τιμών εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters που βασίστηκε σε δηλώσεις διοικήσεων εισηγμένων εταιρειών. Το εύρημα υποδηλώνει ότι η αδύναμη οικονομική ανάπτυξη περιορίζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές.

Οι επενδυτές αλλά και οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσπαθούν να εκτιμήσουν κατά πόσο η Ευρωζώνη κινδυνεύει να βιώσει ένα νέο κύμα πληθωρισμού αντίστοιχο με εκείνο που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Προς το παρόν, η απάντηση φαίνεται να είναι αρνητική.

Ανάλυση του Reuters σε 175 τηλεδιασκέψεις παρουσίασης αποτελεσμάτων εταιρειών της Ευρωζώνης, με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, έδειξε ότι μόνο 56 επιχειρήσεις έχουν αυξήσει ή σχεδιάζουν να αυξήσουν τις τιμές τους τους επόμενους μήνες, στοιχείο που αντανακλά τη συγκρατημένη ζήτηση στις 21 χώρες της ζώνης του ευρώ.

Το ποσοστό αυτό απέχει σημαντικά από τα επίπεδα του 2022, όταν σχεδόν τα δύο τρίτα των επιχειρήσεων είχαν προχωρήσει σε ανατιμήσεις μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Τότε, το ενεργειακό σοκ συνδυάστηκε με την ισχυρή μεταπανδημική ζήτηση και τη γενναία δημοσιονομική στήριξη, οδηγώντας τον πληθωρισμό σε διψήφια επίπεδα.

Σημαντικές διαφορές σε σχέση με το 2022

«Υπάρχει ξεκάθαρη διαφορά μεταξύ της άνοιξης του 2022 και της άνοιξης του 2026», δήλωσε ο αξιωματούχος της ΕΚΤ και διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Φινλανδίας, Όλι Ρεν, σχολιάζοντας τα ευρήματα του Reuters.

Όπως εξήγησε, η αγορά εργασίας είναι σήμερα λιγότερο πιεσμένη, η οικονομική ανάπτυξη σαφώς πιο αδύναμη και η δημοσιονομική στήριξη πολύ πιο περιορισμένη σε σύγκριση με πριν από τέσσερα χρόνια.

Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη βρισκόταν ήδη στο 5,9%. Αντίθετα, κατά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν βρισκόταν στο 1,9%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που βγήκαν την Τρίτη στη δημοσιότητα ο πληθωρισμός Ευρωζώνης για τον μήνα Μάιο ανήλθε στο 3,2% σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών και της αγοράς. Στην Ελλάδα πάντως είχαμε εκτόξευση στο 5% από 4,6% τον Απρίλιο του 2026 και 3,3% τον Μάιο του 2025, με το ποσοστό να απομακρύνεται επικίνδυνα από τον στόχο 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ..

Το πιο αδύναμο οικονομικό περιβάλλον αναμένεται να περιορίσει τις πιέσεις προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για μια σειρά επιθετικών αυξήσεων επιτοκίων πέρα από την ευρέως αναμενόμενη πρώτη αύξηση της επόμενης εβδομάδας, η οποία σύμφωνα με οικονομολόγους αποσκοπεί κυρίως στο να δείξει αποφασιστικότητα απέναντι στον κίνδυνο διάχυσης των ενεργειακών ανατιμήσεων στο σύνολο της οικονομίας.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz Global Investors, Κρίστιαν Σουλτς, εκτίμησε ότι τα ευρήματα δίνουν στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να κινηθεί με μεγαλύτερη υπομονή.

Όπως σημείωσε, το επιχείρημα υπέρ περαιτέρω αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής είναι πλέον λιγότερο ξεκάθαρο και απαιτεί πρόσθετες ενδείξεις σχετικά με τη μετακύλιση του κόστους και τις υποκείμενες πληθωριστικές πιέσεις.

Λιγότερες αυξήσεις τιμών σε σχέση με την περίοδο μετά την Ουκρανία

Το Reuters χρησιμοποίησε το εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης Claude Cowork για την ανάλυση των απομαγνητοφωνημένων τηλεδιασκέψεων 175 εταιρειών που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 2 Απριλίου και 15 Μαΐου.

Το σύστημα, το οποίο βασίστηκε στο μοντέλο Opus 4.7, εξετάστηκε για το κατά πόσο οι εταιρείες αναφέρθηκαν στο αυξημένο ενεργειακό κόστος και αν σχεδιάζουν να το μετακυλίσουν στους πελάτες τους.

Από τις 175 επιχειρήσεις, οι 105 συζήτησαν το θέμα του ενεργειακού κόστους στις παρουσιάσεις αποτελεσμάτων τους και οι 91 συνέδεσαν ευθέως το ζήτημα με τον πόλεμο στο Ιράν.

Εξαιρώντας τις χρηματοοικονομικές εταιρείες, οι οποίες αντιμετωπίζουν τα ενεργειακά σοκ περισσότερο ως μακροοικονομικό ζήτημα παρά ως θέμα τιμολόγησης, η ανάλυση επικεντρώθηκε σε 136 επιχειρήσεις. Από αυτές, οι 55 δήλωσαν ότι έχουν ήδη προχωρήσει ή σχεδιάζουν να προχωρήσουν σε αυξήσεις τιμών τους επόμενους μήνες.

Οι περισσότερες ανατιμήσεις προέρχονται από επιχειρήσεις που επηρεάζονται άμεσα από τις αυξήσεις στις τιμές ενέργειας και πρώτων υλών ή δραστηριοποιούνται στον βιομηχανικό κλάδο. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η BASF και η Nexans.

Αντίθετα, οι επιχειρήσεις που απευθύνονται άμεσα στους καταναλωτές εμφανίζονται πιο διστακτικές. Λιανεμπορικές αλυσίδες όπως η Delhaize έχουν δεσμευθεί να διατηρήσουν χαμηλές τιμές, ενώ αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Volkswagen επικεντρώνονται κυρίως στη μείωση του κόστους.

Ευκολότερες οι αυξήσεις τιμών μεταξύ επιχειρήσεων

Η ανάλυση δείχνει επίσης ότι οι επιχειρήσεις που πωλούν προϊόντα και υπηρεσίες σε άλλες εταιρείες καταφέρνουν ευκολότερα να επιβάλουν αυξήσεις τιμών σε σχέση με εκείνες που απευθύνονται απευθείας στους καταναλωτές.

Από τις 33 βιομηχανικές επιχειρήσεις του δείγματος, οι 11 ανέφεραν ότι μετακυλίουν ήδη το αυξημένο κόστος στους πελάτες τους, τρεις σχεδιάζουν να το κάνουν και δύο εφαρμόζουν μερικές αυξήσεις.

Αντίθετα, μεταξύ των 26 εταιρειών καταναλωτικών αγαθών μόνο η Pirelli επιβεβαίωσε ότι προχώρησε σε μετακύλιση του κόστους, ενώ μόλις τέσσερις ακόμη εξετάζουν ανάλογες κινήσεις.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ελβετικής Bank J. Safra Sarasin, Κάρστεν Γιούνιους, εκτιμά ότι η διαφοροποίηση αυτή αντανακλά μια οικονομία που στηρίζεται περισσότερο στις επενδύσεις παρά στην κατανάλωση των νοικοκυριών.

Παράλληλα, σημείωσε ότι η ταχεία ανάπτυξη και υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να καθιστά ορισμένες επιχειρήσεις λιγότερο ευαίσθητες στις αυξήσεις τιμών, επιτρέποντάς τους να απορροφούν ή να μετακυλίουν ευκολότερα το αυξημένο κόστος.

Τα διδάγματα από το ενεργειακό σοκ του 2022

Η μελέτη δείχνει επίσης ότι οι επιχειρήσεις έχουν διδαχθεί από την κρίση που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Η χρήση στρατηγικών αντιστάθμισης κινδύνου (hedging), μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων ή παραγώγων, έχει γίνει πιο διαδεδομένη από το 2022, μειώνοντας την ανάγκη άμεσων αυξήσεων τιμών. Συνολικά, 74 εταιρείες δήλωσαν ότι διαθέτουν τέτοιους μηχανισμούς προστασίας, έναντι 68 πριν από τέσσερα χρόνια.

Παράλληλα, περισσότερες επιχειρήσεις αξιοποιούν πλέον ρήτρες αυτόματης αναπροσαρμογής τιμών, οι οποίες επιτρέπουν την προσαρμογή των τιμολογίων όταν αυξάνεται το κόστος εισροών όπως τα καύσιμα.

Το 25% των εταιρειών που σχεδιάζουν αυξήσεις τιμών χρησιμοποιεί τέτοιες ρήτρες, έναντι 22% το 2022.

Παρότι το δείγμα αφορά κυρίως μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στον δείκτη Euro STOXX και επομένως δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα την εικόνα των μικρότερων εταιρειών, τα συμπεράσματα συμβαδίζουν με πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι προσδοκίες των επιχειρήσεων για αυξήσεις τιμών υποχώρησαν τον Μάιο μετά την άνοδο του Απριλίου και παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τα επίπεδα της άνοιξης του 2022.

Διαβάστε ακόμη

Η σταθερότητα ως στρατηγική: Δημοσκοπική κυριαρχία και συνταγματική οικονομία επαναχαράσσουν το πολιτικό παιχνίδι

Τrionda: Η πιο έξυπνη μπάλα στην ιστορία του Μουντιάλ

72 δόσεις σε εφορία και Ταμεία: Ποιοι και πώς θα ρυθμίσουν με δόση από 30 ευρώ το μήνα (πίνακας)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version