Αναδρομική απώλεια της φοροαπαλλαγής από την πρώτη χρονιά υπαγωγής προβλέπει το νέο φορολογικό πολυνομοσχέδιο για όσους μεταφέρουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ελλάδα, αλλά δεν τηρούν την υποχρεωτική διετή παραμονή. Η παρέμβαση αφορά μισθωτούς και επαγγελματίες που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς απαλλαγής του 50% του εισοδήματος από εργασία ή ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα για επτά χρόνια. Με τις προτεινόμενες διατάξεις επανακαθορίζεται πότε το όφελος ακυρώνεται από την αρχή και πότε σταματά από την ημερομηνία διακοπής της εργασίας ή από το έτος μεταφοράς της φορολογικής κατοικίας στο εξωτερικό.
Το κίνητρο του άρθρου 5Γ του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ισχύει ήδη. Αυτό που αλλάζει με το άρθρο 290 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου είναι ο χρόνος και οι συνέπειες απώλειάς του, ανάλογα με την προϋπόθεση που παύει να πληροί ο φορολογούμενος. Η αρχική έγκριση της αίτησης συνδέεται με συγκεκριμένες δεσμεύσεις, οι οποίες πρέπει να τηρούνται και μετά την εγκατάσταση στη χώρα.
Η σημαντικότερη παρέμβαση αφορά τη διετή παραμονή. Εφόσον αυτή δεν τηρηθεί, η υπαγωγή στο ευνοϊκό καθεστώς θα ακυρώνεται αναδρομικά από το πρώτο φορολογικό έτος εφαρμογής του. Συνεπώς, η απαλλαγή για το μισό επιλέξιμο εισόδημα θα χάνεται και για το διάστημα κατά το οποίο είχε ήδη αξιοποιηθεί, με αποτέλεσμα να προκύπτει πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση.
Διαφορετικός κανόνας προβλέπεται όταν παύει να πληρούται η προϋπόθεση της εργασίας στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή, η υπαγωγή θα σταματά από την ημερομηνία παύσης της εργασιακής σχέσης, αντί η απώλεια να συνδέεται γενικά με ολόκληρο το φορολογικό έτος. Η διάκριση έχει πρακτική σημασία για το χρονικό διάστημα του εισοδήματος που καλύπτεται από την απαλλαγή.
Ξεχωριστά αντιμετωπίζεται η περίπτωση κατά την οποία ο φορολογούμενος σταματά να πληροί την προϋπόθεση της εργασίας και παράλληλα μεταφέρει τη φορολογική κατοικία του στο εξωτερικό. Τότε η υπαγωγή θα παύει από το φορολογικό έτος της μεταφοράς και από εκείνο το έτος δεν θα εφαρμόζεται η απαλλαγή.
Κρίσιμες είναι και οι ημερομηνίες εφαρμογής. Σύμφωνα με το άρθρο 292 του σχεδίου νόμου, η διάταξη για την αναδρομική απώλεια λόγω μη τήρησης της διετούς παραμονής προβλέπεται να εφαρμόζεται από το φορολογικό έτος 2026 και μετά. Οι αλλαγές για την παύση της εργασιακής σχέσης και για τη διακοπή εργασίας σε συνδυασμό με μεταφορά φορολογικής κατοικίας στην αλλοδαπή προβλέπεται να εφαρμόζονται από το φορολογικό έτος 2021 και μετά.
Το ειδικό καθεστώς αφορά τόσο Έλληνες που εγκαθίστανται στη χώρα έπειτα από παραμονή στο εξωτερικό όσο και αλλοδαπούς που πληρούν τις προϋποθέσεις. Η απαλλαγή καλύπτει το 50% του επιλέξιμου εισοδήματος από μισθωτή εργασία ή ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, σε εισόδημα 40.000 ευρώ που υπάγεται στη ρύθμιση, τα 20.000 ευρώ απαλλάσσονται και τα υπόλοιπα φορολογούνται με την αντίστοιχη κλίμακα. Η διάρκεια φτάνει τα επτά φορολογικά έτη, χωρίς δυνατότητα παράτασης.
Για την ένταξη απαιτείται ο ενδιαφερόμενος να μην ήταν φορολογικός κάτοικος Ελλάδας τα πέντε από τα έξι προηγούμενα έτη. Πρέπει επίσης να μεταφέρει τη φορολογική κατοικία του από κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή από χώρα με την οποία η Ελλάδα έχει σε ισχύ συμφωνία διοικητικής συνεργασίας στον φορολογικό τομέα.
Παράλληλα, χρειάζεται να παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα στο πλαίσιο επιλέξιμης εργασιακής σχέσης σε ελληνικό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ή σε μόνιμη εγκατάσταση αλλοδαπής επιχείρησης. Για όσους επιλέγουν την ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα απαιτείται δήλωση έναρξης εργασιών. Σε κάθε περίπτωση, ο ενδιαφερόμενος δεσμεύεται ότι θα παραμείνει στην Ελλάδα τουλάχιστον για δύο χρόνια.
Η αλλαγή εργοδότη χρειάζεται επίσης προσοχή. Οι υφιστάμενες οδηγίες της ΑΑΔΕ προβλέπουν ενημέρωση της φορολογικής διοίκησης και έκδοση απόφασης συνέχισης της υπαγωγής. Προβλέπεται ακόμη δυνατότητα διατήρησης του καθεστώτος όταν, μέσα σε δώδεκα μήνες από τη διακοπή, συνάπτεται νέα επιλέξιμη σύμβαση εργασίας ή πραγματοποιείται νέα έναρξη ατομικής επιχείρησης. Η συνέχιση αφορά τα χρόνια που απομένουν μέχρι τη συμπλήρωση της αρχικής επταετίας.
Η αίτηση υπαγωγής υποβάλλεται μέσω της ειδικής εφαρμογής στο myAADE. Για ανάληψη εργασίας ή έναρξη δραστηριότητας μέχρι και τις 2 Ιουλίου, η αίτηση κατατίθεται μέχρι το τέλος του ίδιου έτους και εξετάζεται για υπαγωγή από εκείνο το έτος. Εάν υποβληθεί το επόμενο έτος, εξετάζεται για υπαγωγή από το επόμενο. Για ανάληψη εργασίας ή έναρξη δραστηριότητας μετά τις 2 Ιουλίου, η προθεσμία λήγει στο τέλος του επόμενου έτους και η υπαγωγή εξετάζεται για εκείνο το έτος.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.