Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, με τους επικεφαλής οικονομολόγους μεγάλων οργανισμών και επιχειρήσεων να εμφανίζονται πιο απαισιόδοξοι σε σχέση με λίγους μήνες πριν. Σύμφωνα με τη νέα έκδοση του “Chief Economists Outlook” του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF), το 89% των συμμετεχόντων εκτιμά ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες, με το 21% να προβλέπει μάλιστα σημαντική επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη μεταστροφή του κλίματος διαδραματίζει η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα η διαταραχή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, που αποτελούν μία από τις σημαντικότερες αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου, καθώς από εκεί διέρχονται τεράστιες ποσότητες πετρελαίου, φυσικού αερίου, λιπασμάτων και άλλων βασικών πρώτων υλών. Σύμφωνα με τους οικονομολόγους που συμμετείχαν στην έρευνα, οι επιπτώσεις της κρίσης έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών, ενέργειας και βασικών αγαθών.
Την ίδια στιγμή, το 94% των επικεφαλής οικονομολόγων προβλέπει υψηλότερο παγκόσμιο πληθωρισμό μέσα στον επόμενο χρόνο, με τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων να αναδεικνύονται στους βασικούς παράγοντες ανόδου. Παράλληλα, εκτιμάται ότι τα προβλήματα στην προσφορά αγαθών θα έχουν πιο μακροχρόνιες επιπτώσεις απ’ ό,τι αναμενόταν, ενώ οι αγορές ομολόγων και μετοχών αναμένεται να παρουσιάσουν αυξημένη μεταβλητότητα τους επόμενους μήνες.
Παρά την επιδείνωση του κλίματος, το 58% των ειδικών που συμμετείχαν στην έρευνα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) εκτιμά ότι δεν επίκειται παγκόσμια ύφεση.
Βασική πηγή αισιοδοξίας για τους επικεφαλής οικονομολόγους εξακολουθεί να αποτελεί η τεχνητή νοημοσύνη. Περισσότεροι από εννέα στους δέκα εκτιμούν ότι η υιοθέτηση εφαρμογών AI θα επιταχυνθεί μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, συμβάλλοντας στην αύξηση της παραγωγικότητας. Ωστόσο, οι οικονομολόγοι σημειώνουν ότι τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης δεν κατανέμονται ακόμη ομοιόμορφα μεταξύ χωρών και επιχειρήσεων, ενώ ήδη καταγράφονται οι πρώτες ενδείξεις περιορισμών στην προσφορά που θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την περαιτέρω εξάπλωσή της.
Τα τέσσερα σενάρια για τα Στενά του Ορμούζ
Σε άλλο σημείο η έκθεση του WEF αποτυπώνει τέσσερα διαφορετικά σενάρια για την οικονομική επίπτωση λόγω της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ. Ως σημείο αναφοράς χρησιμοποιείται η πανδημία Covid-19, η οποία λαμβάνει τη μέγιστη βαθμολογία των 100 μονάδων ως το ισχυρότερο οικονομικό σοκ των τελευταίων ετών.

Οπως δείχνει και το παραπάνω διάγραμμα, εάν τα Στενά επαναλειτουργούσαν τον Απρίλιο, η οικονομική επίπτωση της κρίσης θα έφθανε τις 41 μονάδες, επίπεδο ελαφρώς υψηλότερο από εκείνο που αποδίδεται στην αναταραχή που προκάλεσαν οι δασμοί του 2025 (40 μονάδες). Σε περίπτωση επαναλειτουργίας τον Μάιο, η εκτιμώμενη επίπτωση αυξάνεται στις 55 μονάδες, ενώ αν η διακοπή διαρκέσει έως τον Ιούνιο, η σχετική σοβαρότητα εκτινάσσεται στις 72 μονάδες.
Το πιο ανησυχητικό σενάριο αφορά τη διατήρηση του κλεισίματος των Στενών μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του έτους ή και περισσότερο. Σε αυτή την περίπτωση, οι οικονομολόγοι αξιολογούν τη σοβαρότητα των επιπτώσεων στις 83,5 μονάδες, επίπεδο που πλησιάζει σημαντικά το οικονομικό σοκ που προκάλεσε η πανδημία.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με τον κίνδυνο του στασιμοπληθωρισμού
Καθώς οι επιπτώσεις της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ διαχέονται στην παγκόσμια οικονομία, οι προοπτικές παραμένουν διαφοροποιημένες ανά περιοχή. Η εικόνα για την Ευρώπη εμφανίζεται αισθητά πιο επιβαρυμένη σε σχέση με τις αρχές του έτους. Σύμφωνα με την έρευνα, το 65% των επικεφαλής οικονομολόγων αναμένει ασθενική ή πολύ ασθενική ανάπτυξη μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, ποσοστό αυξημένο από το 53% που καταγραφόταν στην προηγούμενη έκθεση τον Ιανουάριο.
Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι ο μεγαλύτερος βραχυπρόθεσμος κίνδυνος για την ευρωπαϊκή οικονομία είναι ο πληθωρισμός. Οι μισοί από τους συμμετέχοντες στην έρευνα αναμένουν υψηλό ή πολύ υψηλό πληθωρισμό κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες, έναντι μόλις 6% στην αντίστοιχη μέτρηση του Ιανουαρίου.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένο κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή συνδυασμού χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού, αν και κάτι τέτοιο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια του σοκ. Αναφορικά με τις προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική, το 61% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα ακολουθήσει πιο αυστηρή στάση τους επόμενους δώδεκα μήνες. Παράλληλα, το 65% των οικονομολόγων αναμένει χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής κατά το επόμενο έτος.
Στον αντίποδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ινδία εξακολουθούν να εμφανίζουν τις ισχυρότερες αναπτυξιακές προοπτικές, με την κατανάλωση και τις επενδύσεις να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα, αν και οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν έντονες. Η εικόνα στην Κίνα έχει βελτιωθεί σε σχέση με προηγούμενες εκτιμήσεις, ενώ η Νοτιοανατολική Ασία συνεχίζει να επιδεικνύει ανθεκτικότητα, παρά την αυξημένη έκθεσή της στις τιμές ενέργειας και τροφίμων. Αντίθετα, η Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική καταγράφουν τη μεγαλύτερη επιδείνωση στις προοπτικές ανάπτυξης και απασχόλησης λόγω της γεωπολιτικής αστάθειας, ενώ οι προοπτικές για την Υποσαχάρια Αφρική και τη Λατινική Αμερική παραμένουν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες.
Οι νέοι «κερδισμένοι» στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη
Οι μεταβαλλόμενοι γεωπολιτικοί και οικονομικοί κίνδυνοι οδηγούν τις πολυεθνικές επιχειρήσεις σε επανεξέταση των στρατηγικών τους. Σύμφωνα με την έκθεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία και η Νοτιοανατολική Ασία θεωρούνται πλέον τα πιο ελκυστικά επιχειρηματικά περιβάλλοντα, χάρη στο μέγεθος των αγορών τους, την ευελιξία των οικονομιών τους και τη θέση τους στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά πλεονεκτήματα για τις επιχειρήσεις, κυρίως λόγω της προβλεψιμότητας του ρυθμιστικού πλαισίου και της ισχυρής καταναλωτικής ζήτησης. Αντίθετα, η ελκυστικότητα της Κίνας εμφανίζεται περιορισμένη σε σχέση με το παρελθόν, καθώς ο έντονος ανταγωνισμός και τα χαμηλά περιθώρια κέρδους λειτουργούν αποτρεπτικά για μέρος των επενδυτών.
Στον αντίποδα, η Υποσαχάρια Αφρική, η Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική συγκαταλέγονται στις λιγότερο ελκυστικές περιοχές για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις στην παρούσα συγκυρία, εξέλιξη που οι οικονομολόγοι αποδίδουν κυρίως στους γεωπολιτικούς κινδύνους και στους περιορισμούς των υποδομών.
Διαβάστε ακόμη
Το νέο κόλπο με τα αδήλωτα POS από Βουλγαρία – Συναγερμός στην ΑΑΔΕ
Πώς έλιωσε η ζέστη τον «Iron Man» στο Ρολάν Γκαρός
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.