Η νοτιοκορεατική σειρά του Netflix «Culinary Class Wars», της οποίας η δεύτερη σεζόν ολοκληρώθηκε στις 13 Ιανουαρίου, έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον στον χώρο της εστίασης.
Σύμφωνα με έκθεση της πλατφόρμας κρατήσεων CatchTable, η οποία δημοσιεύτηκε σε νοτιοκορεατικά μέσα ενημέρωσης, οι κρατήσεις και οι λίστες αναμονής στα εστιατόρια των διαγωνιζόμενων αυξήθηκαν κατά 303% κατά μέσο όρο μέσα στις πέντε εβδομάδες μετά την προβολή του δεύτερου επεισοδίου, σε σύγκριση με τις πέντε εβδομάδες πριν από αυτό.
Η εκπομπή κατατάσσει τους σεφ σε δύο κατηγορίες: τους «Black Spoons», δηλαδή λιγότερο προβεβλημένους αλλά ιδιαίτερα ικανούς μάγειρες, και τους «White Spoons», που εκπροσωπούν την υψηλή γαστρονομία. Μέσα από αυτή τη διάκριση αναδεικνύεται η αντίθεση ανάμεσα στην ανεπίσημη, καθημερινή κουζίνα και τις εμπειρίες υψηλής γαστρονομίας με αστέρια Michelin, με το κοινό να δείχνει εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον και για τις δύο πλευρές.
Ιδιαίτερα αυξημένο εμφανίζεται το ενδιαφέρον των millennials (γεννημένοι μεταξύ 1981 και 1996) και της Γενιάς Ζ (γεννημένοι από το 1996 και μετά) για τη γνωριμία και τη βιωματική επαφή με διαφορετικούς πολιτισμούς, σύμφωνα με την έρευνα «Asia-Pacific Lifestyle 2025» της Euromonitor International.
Ενδιαφέρον για τον γαστρονομικό τουρισμό
Η Ντον Τέο, διευθύντρια λειτουργιών της Amara Holdings, εταιρείας ανάπτυξης ξενοδοχείων και εστιατορίων με έδρα τη Σιγκαπούρη, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια ταξιδιού της στη Σεούλ τον περασμένο Οκτώβριο ήταν «πρακτικά αδύνατο να εξασφαλίσει κανείς κράτηση σε εστιατόρια που είχαν εμφανιστεί στην εκπομπή του Netflix».
«Η απήχηση της εκπομπής έχει στρέψει το ενδιαφέρον του κοινού προς τη γαστρονομική εμπειρία και τους χώρους που συνδέονται με αυτήν», είπε η ίδια.
Παράλληλα, το Υπουργείο Πολιτισμού, Αθλητισμού και Τουρισμού της Νότιας Κορέας ανακοίνωσε τον Δεκέμβριο την ένταξη του γαστρονομικού τουρισμού στη στρατηγική του για το 2026, γεγονός που αντανακλά μια ευρύτερη τάση ενίσχυσης του ενδιαφέροντος των ταξιδιωτών για το φαγητό σε διεθνές επίπεδο.
Αντίστοιχη τάση παρατηρείται και στη Σιγκαπούρη, όπου το φαγητό αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες αύξησης των τουριστικών δαπανών κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο του 2025, σύμφωνα με τον Οργανισμό Τουρισμού της χώρας. Συγκεκριμένα, οι δαπάνες σε τρόφιμα και ποτά αυξήθηκαν κατά 15% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024, ενώ ο συνολικός αριθμός των επισκεπτών παρουσίασε μια μικρή αύξηση της τάξης του 2,3%.
Στην Ιαπωνία, περίπου το 82% των τουριστών ανέφερε ότι η δοκιμή παραδοσιακού ιαπωνικού φαγητού αποτελούσε βασική τους ταξιδιωτική επιδίωξη το 2024, σημειώνοντας αύξηση συγκριτικά με περίπου το 70% το 2015.
«Το φαγητό λειτουργεί ως μέσο για τους ταξιδιώτες να γνωρίσουν και να βιώσουν την αυθεντική κουλτούρα κάθε τόπου», σύμφωνα με τον Έρικ Γουλφ, εκτελεστικό διευθυντή και ιδρυτή της World Food Travel Association.
«Δεν πρόκειται μόνο για το ίδιο το ταξίδι, αλλά για την κουλτούρα σε κάθε γωνιά του κόσμου. Ιδιαίτερα μετά την πανδημία, οι ταξιδιώτες επιθυμούν να επισκεφθούν πιο αγροτικές, δευτερεύουσες ή τριτεύουσες περιοχές. Θέλουν να γνωρίσουν τους ανθρώπους με έναν πιο αυθεντικό τρόπο», δήλωσε ο Γουλφ στο CNBC κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνέντευξης.
Η διχοτομία μεταξύ γκουρμέ κουζίνας και street food
Τα ξενοδοχεία ανταποκρίνονται με ανάλογο τρόπο στο αυξανόμενο ενδιαφέρον των ταξιδιωτών για τη γαστρονομία.
Σύμφωνα με την Έκθεση Τάσεων 2025 του Hilton, σχεδόν το 20% των ταξιδιωτών αναζητά συγκεκριμένα νέα εστιατόρια ή μοναδικές γαστρονομικές εμπειρίες, ενώ το 60% των ταξιδιωτών πολυτελείας δίνει προτεραιότητα σε ξενοδοχεία που προσφέρουν ποιοτικές επιλογές φαγητού.
«Τα εστιατόρια των ξενοδοχείων σήμερα δεν αρκεί να λειτουργούν απλώς ως τυπικοί χώροι εστίασης. Πρέπει να λειτουργούν ως ξεχωριστά εστιατόρια, με ξεχωριστή ταυτότητα και να προσφέρουν μοναδικές εμπειρίες στους επισκέπτες», εξηγεί η Κάντις Ντι Κρουζ, αντιπρόεδρος των πολυτελών εμπορικών σημάτων της Hilton στην περιοχή Ασία-Ειρηνικό.
«Για τους πελάτες, η γαστρονομία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής εμπειρίας, από τα εποχιακά προϊόντα μέχρι την προέλευση των γυάλινων σκευών», πρόσθεσε η Ντι Κρουζ. «Αν ταξιδέψω στην Ιαπωνία, θέλω να γευτώ λευκά ροδάκινα κατά τη διάρκεια της σεζόν τους. Θέλω επίσης να δοκιμάσω φράουλες όταν είναι η εποχή τους», δήλωσε σε συνέντευξή της στο CNBC.
Στη Σιγκαπούρη, η Amara Holdings επιδιώκει να ικανοποιήσει αυτή την επιθυμία για πολιτιστικές και γαστρονομικές εμπειρίες, προσφέροντας ξεναγήσεις σε κέντρα πλανόδιων πωλητών και τοπικές αγορές, κοντά στο εμβληματικό ξενοδοχείο της στο κέντρο της πόλης.
«Δεν πρέπει να θεωρείται απώλεια όταν ένας επισκέπτης δεν καταναλώνει πρωινό, μεσημεριανό ή δείπνο στο ξενοδοχείο αλλά επιλέγει να φάει σε κάποιο κοντινό παραδοσιακό εστιατόριο ή σε τοπική αγορά με street food», εξηγεί η Τέο.
«Αντιθέτως», λέει, «η πραγματική επιτυχία των ξενοδοχείων κρίνεται από την ικανότητά τους να προσφέρουν στους επισκέπτες πρόσβαση σε αυθεντικές πολιτιστικές και γαστρονομικές εμπειρίες».
Ο Γουλφ επισήμανε ότι οι περισσότεροι ταξιδιώτες «δεν επισκέπτονται συχνά γκουρμέ εστιατόρια κατά τη διάρκεια των ταξιδιών τους, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα εστιατόρια με αστέρια Michelin ενδέχεται να αποθαρρύνουν ορισμένους επισκέπτες από έναν προορισμό, καθώς οι επισκέπτες τα συνδέουν με υψηλό κόστος».
Ενώ ο οδηγός Michelin παρουσιάζει πολυτελείς εμπειρίες, αναδεικνύει επίσης τοπικούς πλανόδιους πωλητές ή φθηνότερα μαγαζιά. Το Hawker Chan, ένα πρώην εστιατόριο με αστέρι Michelin, είχε στο μενού του ένα πιάτο με κοτόπουλο και ρύζι αξίας 3 δολαρίων όταν του απονεμήθηκε η διάκριση το 2016.
«Η υψηλή γαστρονομία αφορά κυρίως την αφήγηση ιστοριών, προσφέροντας την ευκαιρία για αλληλεπίδραση και τη δημιουργία μιας μοναδικής εμπειρίας για τους επισκέπτες, ενώ η καθημερινή γαστρονομία επικεντρώνεται περισσότερο στην ταχύτητα», όπως εξήγησε ο Έρικ Νέο, διευθυντής μαγειρικής στο ξενοδοχείο Capella Singapore.
Στο πλαίσιο των ξεναγήσεων που οργανώνει το ξενοδοχείο Capella στις τοπικές αγορές, οι σεφ λειτουργούν ως οδηγοί, καθοδηγώντας τους επισκέπτες στην επιλογή των υλικών και μεταφέροντάς τα στην κουζίνα, όπου δημιουργούν από κοινού ένα πιάτο.
Ο Νέο προσκαλεί επίσης σεφ από άλλες χώρες, με στόχο να καλλιεργήσει μια κουλτούρα μάθησης και ανταλλαγής γνώσεων μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών. Τέτοιες εμπειρίες απευθύνονται όχι μόνο στους επισκέπτες του ξενοδοχείου, αλλά και στους σεφ, διευρύνοντας τους επαγγελματικούς και δημιουργικούς τους ορίζοντες. Στο πλαίσιο αυτής της φιλοσοφίας, το Capella προσκάλεσε τον Κορεάτη-Αμερικανό σεφ και διαγωνιζόμενο του «Culinary Class Wars», Έντουαρντ Λι, στη Σιγκαπούρη για να δημιουργήσει ένα εορταστικό δείπνο τον Αύγουστο.
Ο Γουλφ τονίζει επίσης τη σημασία των ιστορικών και πολιτισμικών επιρροών πίσω από τα τρόφιμα που καταναλώνει κανείς, επισημαίνοντας ιδιαίτερα τον ρόλο των γυναικών στη διατήρηση της γαστρονομικής κουλτούρας και την έννοια της γεωργίας ως θεμέλιο της κουζίνας.
Διαβάστε ακόμη
Πόσα χρήματα πρέπει να έχετε στην άκρη για μια άνετη ζωή στη σύνταξη;
Πότε θα πετάξουν (επιτέλους) τα υδροπλάνα;
Fuel Pass: Ανοίγει τη Δευτέρα 6/4 η πλατφόρμα για την επιδότηση στα καύσιμα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.