Η Scope Ratings επισημαίνει ότι οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 με ισχυρή δυναμική, καθώς η ανθεκτικότητα των καθαρών εσόδων από τόκους, η συνεχής αύξηση των χορηγήσεων και η ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ακόμη υψηλότερη κερδοφορία σε επίπεδο έτους και αναθεωρεί προς τα πάνω τις εκτιμήσεις της για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο.
Ο ευρωπαϊκός οίκος αξιολόγησης εκτιμά ότι η κερδοφορία θα παραμείνει ιδιαίτερα ισχυρή, με την απόδοση επί των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού να διατηρείται περίπου στο 3%, ενώ αναθεωρεί ανοδικά κατά 10 μονάδες βάσης τις προβλέψεις του για τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια σε σχέση με τις εκτιμήσεις του Μαρτίου.
Η αλλαγή αυτή αποδίδεται κυρίως στη διατήρηση των επιτοκίων Euribor σε υψηλότερα επίπεδα από όσα αρχικά αναμένονταν, γεγονός που αντισταθμίζει τη σταδιακή συμπίεση των περιθωρίων στα νέα δάνεια.
Οι προμήθειες γίνονται ο δεύτερος πυλώνας ανάπτυξης
Η Scope εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες επιταχύνουν τη μετάβαση σε ένα πιο διαφοροποιημένο επιχειρηματικό μοντέλο, μειώνοντας σταδιακά την εξάρτησή τους από τα καθαρά έσοδα από τόκους.
Οι πωλήσεις επενδυτικών και ασφαλιστικών προϊόντων, οι υπηρεσίες διαχείρισης περιουσίας και οι συναλλαγές επιχειρήσεων συνεχίζουν να ενισχύουν τα έσοδα από προμήθειες, τα οποία αναμένεται να αντιπροσωπεύσουν περίπου το 25% των βασικών εσόδων το 2026, από 23% το προηγούμενο έτος.
Ο οίκος συνδέει αυτή την εξέλιξη με τις στρατηγικές κινήσεις που πραγματοποιούν οι τράπεζες. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, την ενσωμάτωση της AXIA από την Alpha Bank και τη διεύρυνση της συνεργασίας της με τη UniCredit, τη νέα συνεργασία της Εθνικής Τράπεζας με την Allianz στον τομέα του bancassurance και τη συνεργασία με τη Dromeus Capital στην αγορά ακινήτων, καθώς και τις επενδύσεις της Eurobank και της Πειραιώς στον ασφαλιστικό κλάδο μέσω της Eurolife και της Εθνικής Ασφαλιστικής αντίστοιχα.
Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να στηρίζει τις τράπεζες
Σύμφωνα με την Scope, οι συνθήκες στην ελληνική οικονομία εξακολουθούν να ευνοούν την ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος.
Οι επιχειρηματικές επενδύσεις παραμένουν ισχυρές, ο τουρισμός οδεύει προς ακόμη μία χρονιά-ρεκόρ, ενώ οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης συνεχίζουν να τροφοδοτούν μεγάλα επενδυτικά έργα. Παράλληλα, η ανεργία κινείται στα χαμηλότερα επίπεδα πολλών ετών και η κυβέρνηση αξιοποιεί τα δημοσιονομικά περιθώρια που δημιούργησαν τα πρωτογενή πλεονάσματα για να περιορίσει τις επιπτώσεις του αυξημένου ενεργειακού κόστους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πιστωτική επέκταση διατηρείται σε υψηλά επίπεδα. Η Eurobank αναβάθμισε ήδη τον στόχο της για καθαρή αύξηση δανείων στα τουλάχιστον 4,5 δισ. ευρώ από 3,8 δισ. ευρώ, ενώ τόσο η Alpha Bank όσο και η Πειραιώς εκτιμούν ότι θα ξεπεράσουν τους αρχικούς στόχους τους.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι τα δάνεια προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 9,8% τον Ιούνιο, με τη μεγαλύτερη ζήτηση να προέρχεται από έργα υποδομών, την ενεργειακή μετάβαση, τον τουρισμό και τη ναυτιλία.
Οι κίνδυνοι παραμένουν υπό παρακολούθηση
Παρά τη θετική εικόνα, η Scope δεν αγνοεί τους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Ο οίκος εκτιμά ότι το κόστος κινδύνου θα αυξηθεί πάνω από τις 50 μονάδες βάσης μέσα στο 2026, καθώς οι τράπεζες υιοθετούν πιο συντηρητική πολιτική προβλέψεων λόγω της αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και του λιγότερο προβλέψιμου οικονομικού περιβάλλοντος. Ήδη η Πειραιώς αναθεώρησε προς τα πάνω την πρόβλεψή της για το σύνολο του έτους στις περίπου 60 μονάδες βάσης, ενσωματώνοντας και την επίπτωση από τις εξελίξεις στον νόμο Κατσέλη.
Η ποιότητα του ενεργητικού, πάντως, παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή. Οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων διαμορφώνονται μεταξύ 2,2% και 3,6%, ενώ οι περισσότερες παλαιές προβληματικές απαιτήσεις έχουν ήδη αντιμετωπιστεί μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων χαρτοφυλακίων.
Στο κεφαλαιακό μέτωπο, η Scope επισημαίνει ότι η οργανική δημιουργία κεφαλαίου συνεχίζεται, αν και επιβραδύνεται λόγω της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης, των εξαγορών και των υψηλότερων διανομών προς τους μετόχους. Παράλληλα, αξιολογεί θετικά τη συνεχή μείωση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, εκτιμώντας ότι έως το 2030 το ποσοστό τους θα έχει περιοριστεί κάτω από το 20% των κεφαλαίων CET1 και στις τέσσερις συστημικές τράπεζες.
Ο οίκος, ωστόσο, επισημαίνει ότι η αυξανόμενη συγκέντρωση των επιχειρηματικών χορηγήσεων σε μεγάλες εταιρείες και έργα που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελεί παράγοντα που θα πρέπει να παρακολουθείται στενά τα επόμενα χρόνια, καθώς ενδέχεται να αυξήσει τον πιστωτικό κίνδυνο εάν ενταθεί ο ανταγωνισμός για τη χρηματοδότηση μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.
Διαβάστε ακόμη
Η UBS ξεκινά την κάλυψη της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ με σύσταση «αγορά» και τιμή-στόχο τα €55
Ρεύμα: Νέο ανοδικό σοκ στις τιμές με το ξεκίνημα του Αυγούστου
ΟΣΔΕ 2026: Σε ΦΕΚ η διαδικασία υποβολής των αιτήσεων – Το χρονοδιάγραμμα των πληρωμών
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
