Οι ελληνικές τράπεζες αποτελούν σήμερα ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα case studies του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος. Από την κρίση χρέους, τις διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις και τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) που ξεπερνούσαν το 45% του συνόλου των δανείων, έχουν περάσει σε μια νέα εποχή υψηλής κερδοφορίας, ισχυρής κεφαλαιακής επάρκειας και επιστροφής στη διανομή μερισμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν όλοι οι μεγάλοι διεθνείς οίκοι (Morgan Stanley, Goldman Sachs, UBS, JP Morgan, Autonomous και Deutsche Bank) διατηρούν θετικές αξιολογήσεις για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, θεωρώντας ότι εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικό περιθώριο δημιουργίας αξίας για τους μετόχους.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν εφησυχάζουν. Η πρόσφατη ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), η Εκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας του ΔΝΤ (FSAP) για την Ελλάδα, αλλά και οι αξιολογήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA) αναγνωρίζουν μεν τη θεαματική πρόοδο του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, επισημαίνουν όμως ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης απαιτεί διαφορετικά χαρακτηριστικά: μεγαλύτερη διαφοροποίηση εσόδων, περισσότερη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας και καλύτερη διαχείριση των νέων κινδύνων.
Οι μεγάλες επιτυχίες
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο εξυγίανσης των ισολογισμών τους. Παρ’ όλα αυτά, οργανικά ενισχύουν τα κεφάλαιά τους. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν μειωθεί σε μονοψήφια ποσοστά, η οργανική κερδοφορία παραμένει ισχυρή και η ρευστότητα είναι από τις υψηλότερες των τελευταίων δεκαετιών.
Παράλληλα, η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις ανακάμπτει, καθώς υποστηρίχθηκε από τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν έναν από τους χαμηλότερους δείκτες κόστους προς έσοδα στην Ευρώπη, αποτέλεσμα της σημαντικής αναδιάρθρωσης που πραγματοποίησαν την τελευταία δεκαετία.
Οι διεθνείς αναλυτές επισημαίνουν ακόμη ότι, παρά την εντυπωσιακή άνοδο των τραπεζικών μετοχών, οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να κινούνται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που αφήνει περιθώρια περαιτέρω αναβάθμισης, εφόσον διατηρηθεί η κερδοφορία.
Η νέα πρόκληση
Το βασικό ερώτημα που απασχολεί σήμερα τους επενδυτές είναι κατά πόσο οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να διατηρήσουν την υψηλή κερδοφορία τους σε ένα περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων, όταν αυτό συμβεί κάποια στιγμή.
Τα τελευταία τρία χρόνια τα καθαρά έσοδα από τόκους αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό αύξησης των κερδών. Καθώς όμως ο κύκλος των επιτοκίων αλλάζει, οι αναλυτές θεωρούν ότι η διατήρηση των αποδόσεων θα εξαρτηθεί όλο και περισσότερο από την αύξηση των προμηθειών, την ανάπτυξη υπηρεσιών διαχείρισης περιουσίας (wealth management), ασφαλιστικών προϊόντων (bancassurance), επενδυτικών υπηρεσιών και ψηφιακών λύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Το ΔΝΤ στην πρόσφατη Εκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας υπογραμμίζει ότι η μεγάλη εξάρτηση από τα καθαρά έσοδα από τόκους αποτελεί σημείο που απαιτεί προσοχή, καθώς η σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων θα περιορίσει ένα σημαντικό μέρος της σημερινής κερδοφορίας.
Κρατικά ομόλογα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του ESM, η οποία εστιάζει όχι μόνο στις τράπεζες, αλλά και στη σύνδεσή τους με τα δημόσια οικονομικά. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας διαπιστώνει ότι οι πέντε χώρες πρώην προγραμμάτων (Ελλάδα, Κύπρος, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία) έχουν επιτύχει σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών τους μεγεθών μετά την πανδημία, μειώνοντας το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα. Η Ελλάδα μάλιστα συγκαταλέγεται στις ελάχιστες χώρες της Ευρωζώνης όπου -ακόμη και στο δυσμενές σενάριο του ESM που ενσωματώνει αυξημένες αμυντικές δαπάνες, υψηλότερο κόστος γήρανσης του πληθυσμού και ασθενέστερη ανάπτυξη- ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ συνεχίζει να υποχωρεί έως το 2035. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα θετική αξιολόγηση της δημοσιονομικής πορείας της χώρας.
Ωστόσο, ο ESM επισημαίνει ότι η βελτίωση αυτή δεν εξαλείφει έναν διαχρονικό κίνδυνο: τη στενή διασύνδεση μεταξύ τραπεζών και κράτους (bank-sovereign nexus). Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διακρατούν σημαντικό όγκο ελληνικών κρατικών ομολόγων στους ισολογισμούς τους. Η μεγάλη αυτή συγκέντρωση σημαίνει ότι, σε περίπτωση αναταραχής στις αγορές κρατικού χρέους ή διεύρυνσης των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να μεταφερθούν ταχύτερα στους τραπεζικούς ισολογισμούς μέσω αποτιμητικών ζημιών ή αυξημένου κόστους χρηματοδότησης.
Ουσιαστικά, ο ESM υπενθυμίζει ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, ο λεγόμενος «φαύλος κύκλος» μεταξύ κρατών και τραπεζών δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως. Για τον λόγο αυτό θεωρεί κρίσιμη τη διατήρηση ισχυρών δημοσιονομικών επιδόσεων ώστε να συνεχιστεί η αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και να περιοριστεί σταδιακά η σχετική έκθεση των τραπεζών.
Παρά το γεγονός αυτό η Ελλάδα, αν και εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη, συγκαταλέγεται στις χώρες με τις μικρότερες πρόσθετες δημοσιονομικές ανάγκες για την επόμενη δεκαετία, σύμφωνα με τις προβολές του ESM. Αυτό αντανακλά όχι μόνο τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, αλλά και την ιδιαίτερα ευνοϊκή δομή του ελληνικού χρέους.
Οι αδυναμίες που εξακολουθούν να υπάρχουν
Οι επόπτες εντοπίζουν επίσης ορισμένες δομικές αδυναμίες. Η στεγαστική πίστη παραμένει υποτονική, η χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν έχει ακόμη επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα, ενώ μεγάλο μέρος των παλαιών προβληματικών δανείων εξακολουθεί να βρίσκεται στους servicers, γεγονός που επηρεάζει τη συνολική εικόνα του ιδιωτικού χρέους. Παράλληλα, η ψηφιοποίηση αυξάνει τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις αποτελούν πλέον βασικό αντικείμενο των stress tests του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), ο οποίος για πρώτη φορά αξιολόγησε φέτος τις τράπεζες με σενάρια γεωπολιτικών κρίσεων.
Η επόμενη μέρα
Το μεγάλο στοίχημα για τις ελληνικές τράπεζες δεν είναι πλέον η εξυγίανση, αλλά η ανάπτυξη. Οι επενδυτές αναζητούν πλέον ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο που θα στηρίζεται λιγότερο στα επιτόκια και περισσότερο στις υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, στη διαχείριση περιουσίας, στις επενδυτικές εργασίες, στις ασφαλιστικές δραστηριότητες, στις ψηφιακές πληρωμές, στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στη χρηματοδότηση της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης.
Η εικόνα που διαμορφώνεται από τις εκθέσεις του ESM, του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της EBA είναι ξεκάθαρη: οι ελληνικές τράπεζες δεν αποτελούν πλέον τον αδύναμο κρίκο της Ευρώπης. Αντιθέτως, έχουν εξελιχθεί σε παράδειγμα επιτυχημένης αναδιάρθρωσης. Το επόμενο βήμα, όμως, θα κριθεί από την ικανότητά τους να μετατρέψουν τη σημερινή ισχυρή κερδοφορία σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, με μεγαλύτερη στήριξη της πραγματικής οικονομίας και μικρότερη εξάρτηση τόσο από τα επιτόκια όσο και από τη στενή σχέση με το Ελληνικό Δημόσιο.
Διαβάστε ακόμη
Ποιοι δασμοί; Αμείωτες οι αγορές από Κίνα παρά τα 3 ευρώ καπέλο
Πώς η Village βγήκε από τη δική της Οδύσσεια και κέρδισε το στοίχημα της μεγάλης οθόνης
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
