Στους λόγους για τους οποίους, κατά τον ίδιο, διαφέρει η πολιτική κατάσταση της Ελλάδας από εκείνη της Γερμανίας αναφέρεται σε ανάρτησή του ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, με αφορμή τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στη Γερμανία.
Ο κ. Σκέρτσος υποστηρίζει ότι τα αποτελέσματα, τα οποία όπως αναφέρει πριμοδοτούν τα πολιτικά άκρα στα δεξιά και στα αριστερά, προκαλούν προβληματισμό τόσο για το μέλλον της Γερμανίας όσο και για εκείνο της Ευρώπης. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι πριν εξαχθούν γενικότερα πολιτικά συμπεράσματα θα πρέπει να εξεταστούν τα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα μέσα στα οποία διαμορφώνεται η ψήφος των πολιτών.
Σύμφωνα με τον υπουργό Επικρατείας, η πολιτική αστάθεια, η πορεία της οικονομίας, η αποβιομηχάνιση και η ανεργία, η δυσκολία ένταξης μεγάλων μεταναστευτικών πληθυσμών και οι επιπτώσεις στην κοινωνική συνοχή αποτελούν παράγοντες που μπορούν να εξηγήσουν γιατί η Γερμανία του 2026 δεν βρίσκεται στην ίδια πολιτική και οικονομική κατάσταση με την Ελλάδα.
Παράλληλα, αναφέρει ότι οι δυνάμεις των πολιτικών άκρων και του λαϊκισμού έχουν την ικανότητα να περιγράφουν με εύληπτο τρόπο μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι έχουν αποτύχει ιστορικά στη διαχείρισή τους όταν ανέλαβαν κυβερνητικές ευθύνες.
Ο Άκης Σκέρτσος παραθέτει στη συνέχεια στοιχεία για την περίοδο 2019-2026, συγκρίνοντας την πορεία των δύο χωρών σε οικονομία, ανεργία, βιομηχανία, απασχόληση και μεταναστευτικό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 12,2% στην Ελλάδα και κατά 2,2% στη Γερμανία. Την ίδια περίοδο, όπως αναφέρει, η ανεργία στην Ελλάδα υποχώρησε από 17,3% το 2019 σε 7,9%, ενώ στη Γερμανία αυξήθηκε από 5,5% σε 6,5%.
Στη βιομηχανική παραγωγή, ο υπουργός Επικρατείας αναφέρει αύξηση 25% στην Ελλάδα έναντι μείωσης 12% στη Γερμανία, ενώ στην απασχόληση στη μεταποίηση και τη βιομηχανία παραθέτει αύξηση 19% για την Ελλάδα και μείωση 7% για τη Γερμανία.
Αναφέρεται ακόμη στο μεταναστευτικό, υποστηρίζοντας ότι οι πιέσεις στις δύο κοινωνίες κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, ο πληθυσμός προσφύγων και μεταναστών έχει αυξηθεί κατά 50% στη Γερμανία συγκριτικά με την προηγούμενη δεκαετία και έχει μειωθεί κατά 16% στην Ελλάδα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει και στην πολιτική σταθερότητα. Ο κ. Σκέρτσος υποστηρίζει ότι η σταθερή και αυτοδύναμη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας διαχειρίστηκε με αποτελεσματικότητα μεγάλες κρίσεις και οδήγησε την Ελλάδα σε ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από εκείνους της ΕΕ, ενώ αντιπαραβάλλει την περίπτωση της Γερμανίας, όπου, όπως αναφέρει, έχουν μεσολαβήσει τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις συνεργασίας.
Ο υπουργός Επικρατείας διευκρινίζει πάντως ότι η συγκεκριμένη σύγκριση δεν γίνεται για να υποστηριχθεί ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από τη Γερμανία, ούτε για να παραβλεφθούν οι διαφορές στο επίπεδο ζωής και στα εισοδήματα, τις οποίες χαρακτηρίζει σημαντικές.
Η ανάρτηση του Άκη Σκέρτσου
«Γιατί διαφέρει η πολιτική κατάσταση της Ελλάδας από αυτήν της Γερμανιάς;
Τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στη Γερμανία που πριμοδοτούν τα πολιτικά άκρα στα δεξιά και στα αριστερά εύλογα προβληματίζουν, όχι μόνο για το μέλλον της Γερμανίας αλλά και για το μέλλον της Ευρώπης.
Πριν προχωρήσουμε, ωστόσο, σε πρόχειρα πολιτικά συμπεράσματα και γενικεύσεις ως προς το τι σημαίνουν τα αποτελέσματα αυτά για την υπόλοιπη Ευρώπη, είναι σημαντικό να αξιολογήσουμε κάποια κρίσιμα δεδομένα που διαμορφώνουν το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνεται και η ψήφος των πολιτών.
Η πολιτική αστάθεια, η πορεία της οικονομίας, η αποβιομηχάνιση και η ανεργία που αυτή φέρνει μαζί της, η δυσκολία ένταξης μεγάλων μεταναστευτικών πληθυσμών και οι τριγμοί που δημιουργούνται στην κοινωνική συνοχή, είναι παράγοντες που μπορούν να εξηγήσουν γιατί η Γερμανία του 2026 δεν παρουσιάζει την ίδια πολιτική και οικονομική κατάσταση με την Ελλάδα του 2026.
Άλλωστε, πριν βάλουμε τις ταμπέλες του «κέντρου», της «δεξιάς» ή της «αριστεράς» στην πολιτική, οφείλουμε να εξετάσουμε πρώτα και πάνω από όλα κατά πόσο είναι αποτελεσματική.
Διότι τα πολιτικά άκρα βρίσκουν περισσότερο χώρο στις κοινωνίες όταν οι κυβερνήσεις αδυνατούν να δώσουν πειστικές απαντήσεις στα προβλήματα που βιώνουν οι πολίτες.
Και, βεβαίως, πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι ενώ τα πολιτικά άκρα και οι δυνάμεις του λαϊκισμού έχουν πράγματι την ικανότητα να περιγράφουν εύστοχα και εύληπτα τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα κάθε εποχής, έχουν αποδεδειγμένα αποτύχει ιστορικά να τα διαχειριστούν με αποτελεσματικότητα όταν και όποτε ανέλαβαν κυβερνητικές ευθύνες, οδηγώντας τις χώρες και τις κοινωνίες σε ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα.
Γι’ αυτό και από τη σύγκριση της Ελλάδας με τη Γερμανία την περίοδο 2019-2026 προκύπτουν κάποια πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
– Στην Ελλάδα, το πραγματικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί κατά 12,2%, ενώ στη Γερμανία κατά 2,2%.
– Η ανεργία στην Ελλάδα υποχώρησε από 17,3% το 2019 σε 7,9% σήμερα. Στη Γερμανία κινήθηκε αντίθετα, από 5,5% σε 6,5%.
– Στη βιομηχανική παραγωγή, η εικόνα της περιόδου που συγκρίνουμε είναι επίσης διαφορετική: +25% στην Ελλάδα έναντι -12% στη Γερμανία
– Ενώ η απασχόληση στη μεταποίηση/βιομηχανία αυξήθηκε κατά 19% στην Ελλάδα και μειώθηκε κατά 7% στη Γερμανία.
– Αντίστροφες είναι και οι πιέσεις που ασκεί στη γερμανική κοινωνία το μεταναστευτικό ζήτημα τα τελευταία χρόνια σε σχέση με την Ελλάδα. Με τον πληθυσμό προσφύγων και μεταναστών να έχει αυξηθεί κατά 50% στη Γερμανία συγκριτικά με την προηγούμενη δεκαετία και να έχει μειωθεί κατά 16% στην Ελλάδα.
– Τέλος, ιδιαίτερη σημασία διαδραματίζει σε όλα αυτά η πολιτική σταθερότητα. Η σταθερή και αυτοδύναμη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει καταφέρει να διαχειριστεί τα χρόνια αυτά με αποτελεσματικότητα μείζονες κρίσεις και να οδηγήσει την Ελλάδα σε ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από την ΕΕ. Αντίθετα, στη Γερμανία έχουν μεσολαβήσει τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις συνεργασίας με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εφαρμοζόμενη πολιτική.
Η σύγκριση αυτή δεν γίνεται για να πούμε ότι η Ελλάδα τα πάει καλύτερα από τη Γερμανία. Ούτε για να κρύψουμε τις διαφορές στο επίπεδο ζωής και στα εισοδήματα, που παραμένουν σημαντικές.
Γίνεται για να θυμηθούμε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: οι πολιτικές εξελίξεις δεν μπορούν να αποκοπούν από την πραγματική κατάσταση των κοινωνιών.
Μια κοινωνία που βλέπει την οικονομία της να μεγαλώνει, την ανεργία να υποχωρεί, τις επενδύσεις και την παραγωγή να αυξάνονται και τη χώρα της να αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση έχει διαφορετικές πολιτικές προσδοκίες από μια κοινωνία που αισθάνεται ότι η οικονομική της βάση συρρικνώνεται και ότι το πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να δώσει απαντήσεις.
Γι’ αυτό και χρειάζεται προσοχή πριν βγάλουμε το συμπέρασμα ότι «η Ευρώπη στρίβει προς την ακροδεξιά ή την άκρα αριστερά» ή ότι υπάρχει μία ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική τάση.
Η Ευρώπη δεν είναι μία κοινωνία. Είναι πολλές διαφορετικές κοινωνίες, με διαφορετικές οικονομίες, διαφορετικές προκλήσεις και διαφορετικές πολιτικές απαντήσεις.
Και τελικά, πίσω από τις μεγάλες πολιτικές μετακινήσεις υπάρχει ένα απλό ερώτημα που οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αποφεύγουν: Μπορούν να κάνουν τη ζωή των πολιτών καλύτερη και να τους δώσουν ξανά την αίσθηση ότι το αύριο μπορεί να είναι καλύτερο από το σήμερα;
Εκεί, τελικά, κρίνεται η πολιτική αποτελεσματικότητα».
Διαβάστε ακόμη
Ιδιωτικό terminal: H νέα First Class των αεροδρομίων
Entersoftone-Hg: Το πλάνο «πίσω» από το «χρυσό» deal του € 1 δισ. (pics)
Η ιστορική κατοικία Μεταξά στον Πειραιά γίνεται ξενοδοχείο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
