Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η 90ή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης συμπίπτει με ένα κομβικό σημείο για την ελληνική οικονομία. Η ολοκλήρωση του κύκλου του Ταμείου Ανάκαμψης μεταφέρει τη συζήτηση από την απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων στο επόμενο, δυσκολότερο ερώτημα: ποιο θα είναι το παραγωγικό μοντέλο που θα οδηγήσει την Ελλάδα έως το 2030 και από πού θα χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις της επόμενης περιόδου.

Η αλλαγή έχει ήδη ξεκινήσει. Ενέργεια και δίκτυα, βιομηχανία, ψηφιακές υποδομές, data centers, logistics, μεταφορές και τουρισμός συγκεντρώνουν σημαντικό μέρος του επενδυτικού ενδιαφέροντος, ενώ η χώρα επιχειρεί να αυξήσει την παραγωγικότητα και την εξωστρέφειά της. Η πρόκληση πλέον είναι οι επενδύσεις να αποκτήσουν μεγαλύτερο παραγωγικό αποτύπωμα, να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και να μειώσουν χρόνιες εξαρτήσεις της οικονομίας.

Η συγκυρία δεν είναι απλή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για την Ελλάδα το 2026, με τις επενδύσεις να παραμένουν ισχυρές χάρη στην εισροή ευρωπαϊκών κεφαλαίων. Για το 2027, όμως, προβλέπει επιβράδυνση στο 1,6%, καθώς ολοκληρώνεται η εφαρμογή του Ταμείου Ανάκαμψης.

Αυτό ακριβώς καθιστά τη φετινή ΔΕΘ κάτι περισσότερο από το καθιερωμένο πεδίο οικονομικών εξαγγελιών: αποτελεί αφετηρία της συζήτησης για την επόμενη επενδυτική ημέρα της χώρας.

Η μεγάλη κληρονομιά του Ταμείου Ανάκαμψης

Το «Ελλάδα 2.0» κινητοποίησε έναν πρωτοφανή όγκο κεφαλαίων. Μετά τις αναθεωρήσεις του σχεδίου, οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι διαμορφώθηκαν στα 35,95 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 18,22 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και 17,73 δισ. ευρώ σε δάνεια. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει 100 επενδύσεις και 76 μεταρρυθμίσεις και εκτιμάται ότι κινητοποίησε συνολικές επενδύσεις άνω των 60 δισ. ευρώ.

Ιδιαίτερα σημαντικός αποδείχθηκε ο δανειακός βραχίονας. Περίπου 16,67 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν στην ιδιωτική οικονομία, με τη χρηματοδότηση να συνδέεται με πράσινη μετάβαση, ψηφιακό μετασχηματισμό, καινοτομία και εξωστρέφεια.

Το τέλος του RRF, ωστόσο, δεν μπορεί να σημάνει και τέλος της επενδυτικής δυναμικής. Το ζητούμενο για την Ελλάδα του 2030 είναι να περάσει από μια περίοδο όπου οι επενδύσεις στηρίζονταν σε έναν εξαιρετικά ισχυρό ευρωπαϊκό μηχανισμό σε ένα πιο μόνιμο μοντέλο χρηματοδότησης, στο οποίο μεγαλύτερο ρόλο θα έχουν ιδιωτικά κεφάλαια, τράπεζες, κεφαλαιαγορά και τα επόμενα ευρωπαϊκά εργαλεία.

Ενέργεια και δίκτυα στην πρώτη γραμμή

Ένας από τους κλάδους που αλλάζουν ταχύτερα τον παραγωγικό χάρτη είναι η ενέργεια. Η ανάπτυξη ΑΠΕ, οι επενδύσεις στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, η αποθήκευση και οι νέες υποδομές δημιουργούν μια ολόκληρη επενδυτική αλυσίδα.

Η σημασία τους ξεπερνά τον ίδιο τον ενεργειακό κλάδο. Το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα ανταγωνιστικότητας για τη βιομηχανία, ενώ η πρόσβαση σε επαρκή και σταθερή ισχύ γίνεται κρίσιμη προϋπόθεση για νέες ψηφιακές επενδύσεις.

Γι’ αυτό και το στοίχημα έως το 2030 δεν είναι απλώς η εγκατάσταση περισσότερων ΑΠΕ. Είναι η δημιουργία ενός συστήματος που θα μπορεί να μεταφέρει, να αποθηκεύει και να προσφέρει την παραγόμενη ενέργεια σε ανταγωνιστικό κόστος.

Παράλληλα, η ενεργειακή μετάβαση ανοίγει νέο πεδίο για βιομηχανικές επενδύσεις, από εξοπλισμό και καλώδια έως μπαταρίες, τεχνολογίες εξοικονόμησης και έργα απανθρακοποίησης.

Βιομηχανία και παραγωγή ξανά στο επίκεντρο

Η δεύτερη μεγάλη μεταβολή αφορά την προσπάθεια επαναφοράς της παραγωγής στο επίκεντρο του αναπτυξιακού μοντέλου. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή βάση στις υπηρεσίες, όμως η γεωπολιτική αβεβαιότητα και η αναδιάταξη των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων επαναφέρουν τη βιομηχανική πολιτική ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα.

Για την Ελλάδα αυτό δημιουργεί ευκαιρίες σε φαρμακοβιομηχανία, τρόφιμα, μέταλλα, δομικά υλικά, αμυντική βιομηχανία και εξειδικευμένη μεταποίηση.

Το επενδυτικό στοίχημα δεν βρίσκεται μόνο στη δημιουργία νέων εργοστασίων. Αφορά τον αυτοματισμό, τη ρομποτική, την ενεργειακή αποδοτικότητα και την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγή. Η ψηφιοποίηση της βιομηχανίας μπορεί να αποτελέσει έναν από τους βασικούς δρόμους για την κάλυψη του παραγωγικού χάσματος που εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα από τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Data centers, AI και η νέα ψηφιακή υποδομή

Ένας νέος επενδυτικός χάρτης σχηματίζεται ταυτόχρονα γύρω από τα data centers και την τεχνητή νοημοσύνη. Διεθνώς, οι επενδύσεις σε υποδομές AI εξελίσσονται σε έναν από τους σημαντικότερους κινητήρες κεφαλαιουχικών δαπανών, τάση που πλέον επεκτείνεται πέρα από τις ΗΠΑ.

Η Ελλάδα διεκδικεί ρόλο σε αυτή την αγορά χάρη στη γεωγραφική της θέση, στις τηλεπικοινωνιακές διασυνδέσεις και στην ανάπτυξη νέων ενεργειακών υποδομών.

Τα data centers, όμως, είναι μόνο ένα κομμάτι της εικόνας. Το πραγματικό οικονομικό όφελος θα κριθεί από το αν γύρω τους δημιουργηθεί ένα ευρύτερο οικοσύστημα ψηφιακών υπηρεσιών, cloud, κυβερνοασφάλειας, δεδομένων και AI, με ελληνικές επιχειρήσεις και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Υποδομές και logistics αλλάζουν τη γεωγραφία των επενδύσεων

Μεταφορές, λιμάνια, σιδηρόδρομοι και logistics αποτελούν τον τέταρτο μεγάλο άξονα. Η θέση της Ελλάδας μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Ανατολικής Μεσογείου αποκτά μεγαλύτερη οικονομική αξία όσο οι διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες αναζητούν περισσότερες εναλλακτικές διαδρομές.

Σε αυτό το πεδίο, η Θεσσαλονίκη και η Βόρεια Ελλάδα μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερο βάρος. Η αναβάθμιση των μεταφορικών υποδομών, η λειτουργία του Μετρό, τα οδικά έργα, η ανάπτυξη του λιμανιού και των logistics δημιουργούν προϋποθέσεις ώστε η περιοχή να ενισχύσει τον ρόλο της ως πύλη προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.

Η αποκέντρωση των επενδύσεων είναι άλλωστε κρίσιμο μέρος της Ελλάδας του 2030. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην Αττική και σε συγκεκριμένους τουριστικούς προορισμούς.

Η Ελλάδα του 2030 μετά τα ευρωπαϊκά δισεκατομμύρια

Το πραγματικό τεστ αρχίζει τώρα. Η χώρα έχει χρησιμοποιήσει το Ταμείο Ανάκαμψης ως επιταχυντή για μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις σε πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι το ελληνικό σχέδιο σχεδιάστηκε ώστε να επιταχύνει τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλότερων εκπομπών, περισσότερο ψηφιακή και ανθεκτική.

Με το RRF να ολοκληρώνεται, όμως, η χρηματοδότηση της επόμενης ημέρας περνά στο προσκήνιο. Ήδη αναζητούνται νέοι ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι που θα διαδεχθούν το έκτακτο χρηματοδοτικό κύμα της προηγούμενης περιόδου.

Η 90ή ΔΕΘ έρχεται συνεπώς σε μια στιγμή μετάβασης. Η συζήτηση για την Ελλάδα του 2030 δεν αφορά μόνο το πόσα δισεκατομμύρια θα επενδυθούν, αλλά κυρίως το πού θα κατευθυνθούν και τι οικονομία θα αφήσουν πίσω τους.

Το μεγάλο στοίχημα είναι η μετατροπή του επενδυτικού κύματος σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας, περισσότερες εξαγωγές, ισχυρότερη βιομηχανία, τεχνολογική αναβάθμιση και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Εάν αυτό επιτευχθεί, οι επενδύσεις της σημερινής περιόδου δεν θα αποτελέσουν απλώς έναν ακόμη ανοδικό οικονομικό κύκλο. Θα έχουν αλλάξει ουσιαστικά τον παραγωγικό χάρτη της χώρας.