Κώστας Μελάς

tags

                        
Η δεκαετία του 2010: μια ακόμη χαμένη δεκαετία;

Η δεκαετία του 2010: μια ακόμη χαμένη δεκαετία;

Από το 2008 η Ευρώπη έχει εισέλθει σε ένα θανάσιμο συνδυασμό, οικονομικής στασιμότητας, χρηματοπιστωτικής κρίσης, και υψηλού δημοσίου και ιδιωτικού χρέους. Η Ελλάδα είναι η πρώτη αναπτυγμένη χώρα που προχώρησε σε αναδιάρθρωση του χρέους της τα τελευταία 60 έτη, και η ύφεση σε αυτή αλλά και σε άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας  ξεπέρασαν τα επίπεδα της μεγάλης κρίσης του 1930. Το συνολικό χρέος συνεχίζει να αυξάνεται, δεν υπάρχει απομόχλευση όπως συνήθως υποστηρίζεται, και το ζήτημα της  δραστικής απομείωσης του πλέον δεν περιορίζεται μόνο στους ακαδημαϊκούς κύκλους.

Η ιστορία προσφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα, του πως «επιλύθηκαν» παρόμοιες καταστάσεις στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν. Θα αναφερθούμε σε δύο περιπτώσεις:

Στην κρίση χρέους των αναπτυγμένων χωρών , την περίοδο 1920-1930 , που ήταν συνδεδεμένη με τον Α’ΠΠ, και την γνωστή κρίση των αναπτυσσομένων χωρών την περίοδο 1980-2000.

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία το μέσο μέγεθος της απομείωσης του χρέους  την δεκαετία του 1930 ήταν όμοια με την αντίστοιχη απομείωση του χρέους των αναπτυσσομένων χωρών την δεκαετία του 1990.  Σε 45 επεισόδια , που υπάρχουν επαρκή στοιχεία, η απομείωση του χρέους ανήλθε, κατά μέσο όρο , στο 19,0% του ΑΕΠ για τις αναπτυγμένες χώρες (1932-1939) και στο 16,0% του ΑΕΠ για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες . Ειδικότερα η απομείωση του χρέους για την Ελλάδα , Γαλλία και Ιταλία ανήλθε αντίστοιχα στο 43,0%, 36,0% και 52,0% του ΑΕΠ (1934). Η απομείωση του χρέους έγινε εις βάρος των ΗΠΑ και ΗΒ  που αποτελούσαν τους κύριους δανειστές. Επίσης, σημαντικό, κατέρρευσε και ο χρυσός κανόνας που αποτελούσε τα «χρυσά δεσμά» της παγκόσμιας οικονομίας.

Σήμερα οι δεκαετίες του 1920 και 1903 θεωρούνται χαμένες δεκαετίες για τις ευρωπαϊκές χώρες  όπως ακριβώς  και για τις αναπτυσσόμενες   χώρες η δεκαετία του 1980, επειδή ακριβώς άργησε να επέλθει η μόνη και λελογισμένη λύση της απομείωσης του χρέους. Μέσα από σειρά συνδιασκέψεων και επιτροπών καθυστέρησε η απομείωση του χρέους αλλά δεν αποφεύχθηκε. Στο τέλος το χρέος απομειώθηκε …και ξεχάστηκε. Τα επεισόδια αυτά ίσως να μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα για την τρέχουσα κατάσταση και να επισπεύσουν την επίλυση του σημερινού προβλήματος.    
 

Κώστας Μελάς

Η μη συνέχιση του χρηματοδοτικού προγράμματος από  το ΔΝΤ  και οι βαθμοί ελευθερίας της οικονομικής πολιτικής

Η μη συνέχιση του χρηματοδοτικού προγράμματος από το ΔΝΤ και οι βαθμοί ελευθερίας της οικονομικής πολιτικής

Όπως είναι γνωστό, το χρηματοδοτικό πρόγραμμα , από τον EFSF, τελειώνει το Δεκέμβριο του 2014. Επίσης το συμφωνημένο χρηματοδοτικό πρόγραμμα με το ΔΝΤ, τελειώνει αντίστοιχα το Μάρτιο  του 2016.
Η κυβέρνηση επιθυμεί , όπως γίνεται γνωστό, να μην συνεχίσει την χρηματοδότηση της από το ΔΝΤ πέραν από το τέλος του 2014. Κάθε χώρα μπορεί να αρνηθεί τη συνέχιση του χρηματοδοτικού προγράμματος με το ΔΝΤ , για λόγους που αυτή κρίνει ότι προάγουν το εθνικό συμφέρον.

Στην ελληνική περίπτωση , ακριβώς όπως συνήθως συμβαίνει και στο σύνολο των χωρών που έχουν δεχτεί χρηματοδοτική βοήθεια (κυρίως από το ΔΝΤ) , το χρηματοδοτικό πρόγραμμα είναι συνδεδεμένο,  ρητά, με ένα πρόγραμμα θεσμικών «μεταρρυθμίσεων» που μεταβάλλει το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας σύμφωνα με τα προτάγματα του κυρίαρχου σημερινού  θεωρητικού υποδείγματος της οικονομίας που έχει υιοθετήσει το ΔΝΤ, η ΕΕ, ο ΟΟΣΑ κτλ.

Οι εκταμιεύσεις του χρηματοδοτικού προγράμματος είναι στενά συνδεδεμένες με την αξιολόγηση της προόδου του προγράμματος «μεταρρυθμίσεων». Προχωρούν οι «μεταρρυθμίσεις» , πραγματοποιούνται οι  εκταμιεύσεις.  Το τέλος του χρηματοδοτικού προγράμματος  προϋποθέτει και την ολοκλήρωση των συμφωνηθέντων «μεταρρυθμίσεων». Αυτό πρέπει να γίνει απολύτως σαφές . Διαφορετικά δεν θα ολοκληρωνόταν  το χρηματοδοτικό πρόγραμμα.
Τελειώνει, λοιπόν, το χρηματοδοτικό πρόγραμμα,  παραμένουν όμως οι «μεταρρυθμίσεις». Συνεπώς δεν πρόκειται για το τέλος του Μνημονίου , όπως αναγγέλλει η κυβέρνηση , διότι το θεσμικό πλαίσιο  λειτουργίας  της οικονομίας που  δημιουργήθηκε μέσω του Μνημονίου εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ.

Επίσης παραμένει και βρίσκεται σε ισχύ , ο υπέρτατος περιορισμός της ελληνικής οικονομίας,  που συνίσταται,  στον τρόπο διαχείρισης του δημοσίου χρέους  σύμφωνα με όσα απορρέουν από το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής του Μνημονίου. Ως γνωστόν προβλέπει συγκεκριμένους ετήσιους ποσοτικούς στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων,  και ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Εμμέσως , πλην σαφώς, υποθέτει και συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου χρειάζεται να κινηθεί το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου τουλάχιστον μέχρι το 2020 ώστε να συνάδει με τους υπολογισμούς βιωσιμότητας του χρέους.
 Το ερώτημα που γεννιέται είναι το εξής: με τη μη επιθυμία της κυβέρνησης για συνέχιση της χρηματοδότησης ανακτούνται βαθμοί ελευθερίας στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής από την ελληνική κυβέρνηση;

Ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε.

Α) Η κυβέρνηση, όπως προκύπτει από την υπέρμετρη υποστήριξη της προς το νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας, αλλά και ότι σε διάφορα σημεία είχε υπερκεράσει τις απόψεις της Τρόικας1, θα συνεχίσει να ασκεί την οικονομική πολιτική εντός του συγκεκριμένου πλαισίου .   Είναι προφανές ότι δεν δημιουργείται κανένας εμφανής βαθμός διαφοροποίησης.

Β) Ανακτά βαθμούς ελευθερίας στο δημοσιονομικό πλαίσιο άσκησης πολιτικής; Ως προς τους στόχους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους , όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, αλλά και με βάση το νέο πλαίσιο λειτουργίας  της Ευρωπαϊκής Διακυβέρνησης θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει τη δυνατότητα απόκτησης βαθμών ελευθερίας  ικανών να χαλαρώσουν το αποπνικτικό δημοσιονομικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας. Μια πιθανή αναδιάταξη των τρόπων επίτευξης των διακηρυγμένων ποσοτικών στόχων ίσως να είναι εφικτή αλλά και αυτή είναι «μηδενικού αθροίσματος». Ο τρόπος  αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους  θα επιφέρει μικρή ή μεγάλη  χαλάρωση του ασφυκτικού δημοσιονομικού πλαισίου.

Γ) Εκεί που φαίνεται να αποκτιέται βαθμός ελευθερίας   αφορά στη δυνατότητα πρόσβασης στις χρηματοπιστωτικές αγορές (Χ/Α), προκειμένου να χρηματοδοτηθούν από εδώ και πέρα οι ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Δηλαδή στο πλέον δύσκολο χώρο όπου η διακινδύνευση είναι υψηλή και μεταβαλλόμενη.  Οι κίνδυνοι κόστους δανεισμού αλλά και οι συμφραζόμενες σηματοδοτήσεις μιας τέτοιας εξέλιξης πιθανόν να δημιουργήσουν μη υπολογιζόμενους κινδύνους σήμερα. Πάντως η δυνατότητα πρόσβασης στις Χ/Α , σε κανονικές συνθήκες , συνιστά σίγουρα αναγκαία συνθήκη δημιουργίας θετικών προσδοκιών για την ελληνική οικονομία, αλλά όχι ικανή από μόνη της να προκαλέσει την ανόρθωση της. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξε  ελεύθερη πρόσβαση στις Χ/Α χωρίς αυτό να αποτελέσει πρόσφορο και εκμεταλλεύσιμο έδαφος για την ελληνική οικονομία , κάτι που αποδεικνύεται από τις γνωστές πρόσφατες εξελίξεις τις συνέπειες των οποίων βιώνουμε τα τελευταία πέντε έτη.

Δ) Με όσα αναφέραμε επιχειρούμε να δώσουμε εικόνα της γυμνής πραγματικότητας , πέρα από τους παραμορφωτικούς φακούς των πολιτικών και ιδεολογικών διαμεσολαβήσεων και ηθικοκανονιστικών στοχεύσεων. Τώρα, , με βάση την απεικόνιση της γυμνής πραγματικότητας,  είναι αποδεκτή ή κατακριτέα η επιλογή της μη συνέχισης του χρηματοδοτικού προγράμματος του ΔΝΤ, για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας ceteris paribus;
Θεωρώ ότι η μη συνέχιση του χρηματοδοτικού προγράμματος αποτελεί αναγκαίο βήμα  για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας , βεβαίως όχι ικανό, για την έξοδο από την κρίση. Ο δεδομένος βαθμός ελευθερίας  που θα αποκτηθεί (έστω και κουτσουρεμένο λόγω της πιθανής ύπαρξης «προληπτικής γραμμής στήριξης») «επιλύει» προβλήματα , διευκολύνοντας τις μελλοντικές κυβερνήσεις να επιδιώξουν την απόκτηση περισσοτέρων βαθμών ελευθερίας , όταν θα υπάρξει η πολιτική βούληση για βελτιωτικές αλλαγές στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο αλλά και στο πρόβλημα αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους.      

Ε)Όμως  φαίνεται ότι τόσο οι Ευρωπαίοι όσο και το ΔΝΤ  , έχουν αμφιβολίες για το σχεδιαζόμενο εγχείρημα  της ελληνικής κυβέρνησης. Συγκεκριμένα   απαντώντας σε σχετική ερώτηση για τη μορφή που πρέπει να έχει η έξοδος της Ελλάδας από το πρόγραμμα στήριξης της ΕΕ και του ΔΝΤ, ο κ. Ντάισελμπλουμ τόνισε πως «υπάρχει ισχυρή συναίνεση εντός του Eurogroup ότι πρέπει να είναι μια βιώσιμη και αξιόπιστη έξοδος». Παράλληλα  είπε πως ο σχεδιασμός θα απασχολήσει το συμβούλιο στο μέλλον, ωστόσο αποσαφήνισε πως ενδεχόμενη χρήση προληπτικής πιστωτικής γραμμής εκ μέρους της Ελλάδος θα συνοδευθεί με όρους (conditionalities). «Εάν υπάρξει πιστωτική γραμμή θα υπάρξουν και όροι», ξεκαθάρισε ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών.«Αυτό είναι γεγονός, δεν είναι πρόταση» συμπλήρωσε χαρακτηριστικά. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι δηλώσεις της κ. Λαγκάρντ , η οποία δήλωσε ότι η άποψη του ταμείου είναι ότι  χρειάζεται προληπτική πιστωτική   γραμμή. Θα αντέξει η ελληνική κυβέρνηση σε αυτή την πίεση; Θα το δούμε . Όμως αν υποχωρήσει έχω την εντύπωση ότι καταρρέει και επικοινωνιακά το πολιτικό σχέδιο της  περί «εξόδου από το Μνημόνιο».  Πάντως πολλά θα εξαρτηθούν από την πορεία της παρούσας αξιολόγησης , και από  το ύψος του διαθέσιμου ποσού (1,8 δις από το EFSF ΚΑΙ 3,5 δις από το ΔΝΤ)  που θα δοθεί στην Ελλάδα , δεδομένου , όπως φαίνεται, η πραγματοποίηση των απαιτουμένων δράσεων για τη συνολική εκταμίευση του ποσού δεν θα ολοκληρωθεί εντός του προβλεπομένου χρονικού διαστήματος.
      

Κώστας Μελάς

Νέοι κλυδωνισμοί στην Ευρωζώνη

Νέοι κλυδωνισμοί στην Ευρωζώνη

Η Γαλλία «απορρίπτει την πολιτική λιτότητας» και για «να θέσει την χώρα σε σωστή κατεύθυνση» δεν θα σεβασθεί τους στόχους του δημοσιονομικού ελλείμματος μέχρι το 2017. Αυτά δήλωσε ο γάλλος υπουργός των οικονομικών Michel Sapin, παρουσιάζοντας τα χρηματοοικονομικό πρόγραμμα  για το 2015  πετώντας ταυτόχρονα  το γάντι στην Γερμανία αλλά και στις Βρυξέλλες.

Πρόκειται για μια κίνηση εντελώς διαφορετική από αυτή που ανέμενε η ευρωπαϊκή επιτροπή: προβλέπει δημοσιονομικό έλλειμμα 4,4% για το 2014, 4,3 για το 2015, 3,8% για το 2016 και μόνο το 2017 προβλέπει έλλειμμα 2,8% (κάτω από το προβλεπόμενο από τη συνθήκη του Μάαστριχτ.

Η συμφωνημένη υποχρέωση ήταν το έλλειμμα να κατέβει κάτω από 3,0% εφέτος.  Η μείωση των 50 δις ευρώ  από τις δημόσιες δαπάνες δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί δεδομένης της κατάστασης της γαλλικής οικονομίας δήλωσε κατηγορηματικά ο  Michel Sapin. Ο ρυθμός αύξησης του γαλλικού ΑΕΠ υπολογίζεται ότι θα είναι 1,0% ετησίως την περίοδο 2014-2016 και 1,9% την περίοδο 2017. Συνεπώς δεν υπάρχει καμία περίπτωση να προχωρήσει η Γαλλία στη ζητούμενη μείωση. Παράλληλα ο πληθωρισμός είναι πολύ χαμηλός και εκτός στόχων της ΕΚΤ.

Ως εκ τούτου  καμία αλλαγή στο μέτωπο της φορολογίας (44,6% του ΑΕΠ) και  ελάχιστη  στο μέτωπο των δημοσίων δαπανών (από 56,5%  στο 56,1% του ΑΕΠ). Το δημόσιο χρέος , που ξεπέρασε τα 2 τρις ευρώ θα αυξηθεί περαιτέρω ,στο 97,2% το 2015 και το 98,0% το 2016.

Η ευρωπαϊκή επιτροπή θα αποφανθεί για το νέο πλαίσιο της δημοσιονομικής πολιτικής τα μέσα Οκτωβρίου. Η γαλλική κυβέρνηση, για να αποφύγει τις προβλεπόμενες κυρώσεις , για τη νέα μετατόπιση, θα υποστηρίξει ότι υπάρχουν «έκτατες συνθήκες» (κάτι που προβλέπεται από τις συνθήκες) και συγκεκριμένα την αδύναμη μεγέθυνση του ΑΕΠ (2012-2013: 0,3% ετησίως, 2014: 0,4% και 2015: 1,0%. Το τι θα πράξει η ευρωπαϊκή επιτροπή θα το δούμε στις προσεχείς ημέρες. Πάντως τόσο ο Jeroen Dijsselbloem όσο και Pierre Moscovici υπενθύμισαν ότι η Γαλλία πρέπει να εφαρμόσει το υπεσχημένα.

Από τη μεριά της η Άνγκελα Μέρκελ ,δηλώνει σε σκληρό τόνο, ότι εναπόκειται στο κάθε κράτος-μέλος η εκπλήρωση των δημοσιονομικών του δεσμεύσεων, προειδοποιώντας πως διακυβεύεται η αξιοπιστία ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επαναλαμβάνοντας τις γνωστές θέσεις της υποστήριξε ότι, «Μακροπρόθεσμη, βιώσιμη ανάπτυξη μπορεί να επιτευχθεί μόνο στη βάση σταθερών δημοσιονομικών πολιτικών»  σε πλήρη αντίθεση με όλους τους οικονομικούς αναλυτές αλλά τους πολυμερείς οργανισμούς όπως το ΔΝΤ στην πρόσφατη έκδοση του Economic Outlook (Οκτώβριος 2014.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της Γερμανίας  Στέφαν Ζάιμπερτ είχε αρνηθεί νωρίτερα να σχολιάσει τις γαλλικές ανακοινώσεις για το έλλειμμα παραπέμποντας σταθερά στην Κομισιόν.

Στο χορό των πιέσεων  μπήκαν και οι γερμανοί εξαγωγείς :  Η Γερμανία πρέπει να επιμείνει ώστε η Γαλλία να τηρήσει τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ διαφορετικά θα θέσει σε κίνδυνο το ευρώ και την ευρύτερη περιφερειακή οικονομία ανέφερε  ο επικεφαλής της κύριας ένωσης γερμανών εξαγωγέων (BGA).

Σε απάντηση των παραπάνω δηλώσεων , ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο  Ρέντσι δήλωσε σε δημοσιογράφους στο Λονδίνο ότι «στέκεται στο πλευρό της Γαλλίας», και  απαντώντας έμμεσα στην πάγια προτροπή της κ. Μέρκελ να κάνουν οι υπερχρεωμένες χώρες τα μαθήματά τους, είπε ότι «κανείς δεν πρέπει να φέρεται σε άλλες χώρες σαν να είναι μαθητές».

Παράλληλα, μιλώντας στο ιταλικό κοινοβούλιο, ο υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας Πιερ Κάρλο Παντοάν υπογράμμισε ότι οι κανόνες του δημοσιονομικού συμφώνου πρέπει να εφαρμόζονται με ευελιξία. Επιπλέον, δήλωσε ότι πρέπει στις πλεονασματικές χώρες, όπως η Γερμανία, να ασκείται αντίστοιχη πίεση να μειώσουν τα πλεονάσματα στο ισοζύγιο πληρωμών τους όπως αυτή που ασκείται στις ελλειμματικές χώρες να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους. Δύο μέρες αργότερα, η ιταλική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι ο ισοσκελισμός του δικού της προϋπολογισμού αναβάλλεται και αυτός, από το 2016 στο 2017.

Βρισκόμαστε εμπρός σε μια κατάσταση , όπου για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, εμπράκτως, η δεύτερη οικονομία της ευρωζώνης και  δεύτερος εταίρος του κυρίαρχου άξονα στην Ευρώπη , όχι μόνο προβάλλει αιτήματα, αλλά προχωρώ και σε πράξεις  που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις υπάρχουσες συνθήκες λειτουργίας της οικονομικής πολιτικής της ευρωζώνης αλλά και με όσα είχε προηγουμένως αποδεχτεί και συμφωνήσει, προβάλλοντας το δικό της τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης στην χώρα της.

Ειρήσθω εν παρόδω ,σαφώς δεν πρόκειται για αδυναμία της Γαλλίας να ακολουθήσει τα θεσπισμένα κριτήρια. Πρόκειται για ολοφάνερα λανθασμένα κριτήρια τα οποία οδηγούν την ευρωζώνη αλλά και τους ευρωπαϊκούς λαούς στην καταστροφή. Άλλωστε αν κανείς ρίξει μια ματιά στις 20 αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου , οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου τα 2/3 του παγκόσμιου εμπορίου και του πληθυσμού και παραπάνω από το 80,0% του παγκόσμιου ΑΕΠ δεν υπάρχει καμία χώρα  (εκτός της Ν. Κορέας)που να ικανοποιεί ταυτόχρονα και τα τρία κριτήρια του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου (δημοσιονομικό έλλειμμα 3,0% , Δημόσιο Χρέος / ΑΕΠ 60,0% , πληθωρισμό κάτω από 2,0%).

Έτσι μετά την επεκτατική νομισματική πολιτική του Μ. Ντράγκι, ασχέτως αν αυτή έχει αργήσει και ακόμη αν δεν έχει λάβει την ολοκληρωτική έκφραση της «ποσοτικής διευκόλυνσης» όπως στις ΗΠΑ και την ΜΒ, που έρχεται σε αντίθεση με την οικονομική λογική της Γερμανίας, τώρα και η Γαλλία σε επίπεδο εθνικής κυβέρνησης, και αυτό έχει ίσως μεγαλύτερη σημασία σε συμβολικό επίπεδο από τις κινήσεις ενός διακρατικού οργανισμού όπως η ΕΚΤ, έρχεται να προσθέσει τη δικιά της αντίθεσης στη συγκεκριμένη λογική.

Οι αντικειμενικές συνθήκες στην οικονομία της  ευρωζώνη, και ειδικά ο κίνδυνος του αντιπληθωρισμού  αποτελούν ισχυρό επιχείρημα  σε όσους μπορούν  και επιχειρούν να προχωρήσουν, αν όχι σε άλλη συνολική λογική, αλλά σε συγκεκριμένα μέτρα αντιστροφής του κλίματος για την οικονομία τους. Σύμφωνα με δηλώσεις του Μ. Ντράγκι (02.10.2014) ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη μειώθηκε περαιτέρω στο 0,3% το μήνα Σεπτέμβριο (σε ετήσια βάση) , έναντι 0,4% τον Αύγουστο. Οι χρηματοδοτήσεις στην πραγματική οικονομία συνεχίζουν να μειώνονται (2,0% τον Αύγουστο) ενώ οι χρηματοδοτήσεις προς τα νοικοκυριά παραμένουν στο επίπεδο του 2013.

Έχω την γνώμη ότι οι πράξεις της ΕΚΤ αλλά και της Γαλλίας  δύσκολα καθίστανται μαχητές από την γερμανική πλευρά. Βρισκόμαστε εμπρός σε μια υποδόρια σύγκρουση που ακόμη δεν έχει αναδειχτεί στην ολότητά της.  
 

Κώστας Μελάς

«Ο μεγάλος και άγνωστος φόβος»

«Ο μεγάλος και άγνωστος φόβος»

Όλοι μας είχαμε τους προσωπικούς μας τρόμους
Τους ιδιαίτερους ίσκιους μας, τους μυστικούς μας φόβους.  

Μα τώρα ένας μεγάλος φόβος έπεσε απάνω μας, φόβος όχι του ενός μα των πολλών.
……………………………..
Φοβούμαστε ένα φόβο που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, που
δε μπορούμε ν' αντικρίσουμε που κανείς δεν καταλαβαίνει.

Θ.Σ. ΕΛΙΟΤ.



Τους τελευταίους μήνες γίνεται όλο και πιο έντονη η επίκληση, από τη μεριά  της κυβέρνησης, της προάσπισης της πολιτικής σταθερότητας για να αποκρούσει διαμαρτυρίες για την ακολουθητέα οικονομική πολιτική, αλλά και του φόβου απώλειας των προσεχών εκλογών.

Όμως, η «πολιτική σταθερότητα» είναι  ευρύτερη και ουσιαστικότερη έννοια από εκείνη της  κυβερνητικής σταθερότητας. Διότι την τελευταία έχουν στο μυαλό τους όσοι επικαλούνται την πρώτη.  Είναι γνωστό ότι η πολιτική σταθερότητα συνδέεται με την ουσία των πολιτικών που υιοθετούνται και ασκούνται.  Θα ήταν ευχής έργο   κάθε φορά, «κυβερνητική» και «πολιτική» σταθερότητα να συμπίπτουν. Όμως αυτό είναι πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, όπως αποδεικνύεται, στις παρούσες συνθήκες κρίσης που διέρχεται η χώρα.

Η πολιτική σταθερότητα δυστυχώς κερδίζεται πολιτικά, δεν εκβιάζεται με κοινούς και συνηθισμένους τρόπους.

Γίνεται άμεσα κατανοητό ότι η μονότονη επανάληψη της σημασίας της πολιτικής σταθερότητας σκοπό έχει να απονομιμοποιήσει τις διαμαρτυρίες και να αποθαρρύνει την κριτική εκ μέρους των πολιτών για την εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική

Παράλληλα, να δημιουργήσει τύψεις στους διαφωνούντες ότι συντελούν στην υπονόμευση της χώρας και απεργάζονται το κακό της Η προάσπιση της πολιτικής σταθερότητας της χώρας δεν έχει βάση από τη στιγμή κατά την οποία, εδώ και λίγα χρόνια, υπονομεύεται, άμεσα, η κοινωνική σταθερότητα. Η πολιτική σταθερότητα αποτελεί άδειο πουκάμισο  χωρίς την  κοινωνική συναίνεση. Επίσης έχει ορισμένες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις.  Δεν είναι εύκολο να γίνεται επίκληση της πολιτικής σταθερότητας σε μια χώρα που έχει 1,4 εκατομμύρια ανέργους , το 30% του πληθυσμού στα όρια της πτώχειας, όταν έχει απολεσθεί το 40 ,0% του εισοδήματος των κατοίκων και το 25,0% του ΑΕΠ τα τελευταία 5 χρόνια και μάλιστα με τη συμμετοχή των κυβερνήσεων που σήμερα επικαλούνται την πολιτική σταθερότητα κατακεραυνώνοντας τους πολιτικούς τους αντιπάλους ως λαϊκιστές κτλ.

Η κυβέρνηση δείχνει να εμμένει στη διαφύλαξη  της πολιτικής σταθερότητας, εννοώντας την δική της κυβερνητική σταθερότητα και  αγνοώντας την αποσάθρωση κοινωνικού ιστού. Επικεντρώνεται στον τρόπο αντιδράσεων κατά της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής αποδίδοντας σε αυτές λαϊκισμό και ύποπτα κίνητρα χωρίς να έχει διάθεση να κοιτάει τα αίτια των αντιδράσεων αυτών…

Το να επιθυμεί η κυβέρνηση να δημιουργήσει κλίμα υπέρ της είναι κατανοητό και πολιτικά θεμιτό. Το να προσπαθεί, όμως, να δημιουργήσει σκηνικό όπου κάθε διαφωνία ή τυχόν καταψήφιση της στις εθνικές εκλογές θεωρείται ως υπονόμευση της όποιας ανάκαμψης ή να εκλαμβάνεται ως πράξη εχθρική κατά της χώρας, τότε η κυβέρνηση απλά εντείνει την αστάθεια και διχάζει την ελλαδική κοινωνία.

Αν αποθαρρύνονται οι πολίτες να εκφράζουν, τη διαφωνία τους στις εκλογές ή να κάνουν κριτική στην κυβέρνηση από φόβο μήπως κατηγορηθούν για έλλειψη πατριωτισμού, τότε  η δημοκρατία μας πάσχει. Και πάσχει σοβαρά. Είναι δεδομένο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η πολιτική σταθερότητα κινδυνεύει σοβαρά.

Κώστας Μελάς

Οι χρηματοδοτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας το 2015

Οι χρηματοδοτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας το 2015


Είναι γνωστόν ότι η ελληνική κυβέρνηση, η οποία δεν επιθυμεί πρωτίστως για πολιτικούς λόγους νέα χρηματοδότηση και νέα συμφωνία,  υποστηρίζει ότι μπορεί να καλύψει οποιοδήποτε χρηματοδοτικό κενό το 2015, ακόμη και αυτό που θα προκύψει εάν φύγει το ΔΝΤ. Βεβαίως αυτό συνεπάγεται  ότι θα είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της και τα επόμενα έτη .  Οι ακαθάριστες δανειακές ανάγκες της χώρας για το 2015 ανέρχονται σε 35 δις ευρώ (ΔΝΤ). Αποτελούνται δε από:  αποπληρωμή βραχυπρόθεσμου δανεισμού – έντοκα γραμμάτια (ΕΓ) ύψους + 18,0 δις ευρώ, αποπληρωμή μεσοπρόθεσμου και μακροχρόνιου δανεισμού – επαναγορά προνομιακών μετοχών των εμπορικών τραπεζών ύψους +7,9 δις ευρώ, και αποπληρωμή δανείων προς το ΔΝΤ ύψους +8,6 δις ευρώ  και χρηματοδότηση του συνολικού ελλείμματος Γενικής Κυβέρνησης ,ύψους 2,2 δις ευρώ.  Λαμβάνοντας υπόψη της προγραμματισμένες  ιδιωτικοποιήσεις  -2,2 δις ευρώ (οι οποίες χρειάζεται να πραγματοποιηθούν)  , τις επιστροφές από την ΕΚΤ -2,0 δις ευρώ (ANFA -0,5 δις + SMP- 1,5δις ευρώ) και τις καθυστερημένες εκκαθαρίσεις +2,5 δις ευρώ , δηλαδή συνολικά -1,8 δις ευρώ φθάνουμε στις συνολικές ακαθάριστες δανειακές ανάγκες της χώρας για το 2015.

Τώρα, σύμφωνα πάντα με το πρόγραμμα, οι πηγές χρηματοδότησης είναι :  βραχυπρόθεσμος  δανεισμός –ΕΓ  = 15,0 δις ευρώ, 4 δόσεις του ΔΝΤ συνολικού ύψους 7,8 δις ευρώ. Αν αποχωρήσει το ΔΝΤ και δεν χορηγήσει τις συμφωνηθείσες δόσεις του 2015 το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να αναζητήσει επιπλέον  19,8 δις ευρώ .  Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ύπαρξη ή όχι πρόσθετων χρηματοδοτικών αναγκών του ελληνικού κράτους (πέρα από τα αρχικώς υπολογισθέντα 35,0  δις ευρώ)μεσοπρόθεσμα και το ύψος τους, αποτελούν συνάρτηση των αποτελεσμάτων των stress tests στις τέσσερις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες  που θα διενεργήσει η ΕΚΤ στα τέλη του τρέχοντος έτους, στο πλαίσιο της διαδικασίας τραπεζικής ενοποίησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και του βαθμού προόδου και των εισπράξεων του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων.  Επομένως  οι πόροι στους οποίους υπολογίζει η ελληνική κυβέρνηση είναι τα υπόλοιπα του ΤΧΣ (περίπου 11 δις ευρώ, με την προϋπόθεση να μην χρειασθούν νέα κεφάλαια για το τραπεζικό σύστημα ), με την κεντρική διαχείριση αδρανών ρευστών διαθεσίμων φορέων της γενικής κυβέρνησης, των οποίων η διαχείριση ήταν έως τώρα κατακερματισμένη σε αυτούς, θα καλύψει μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών  της τάξης των €3 δισ.,  και τα υπόλοιπα  με εκδόσεις χρέους (κυρίως  ομολόγων) . Η επιτυχία  έκδοσης  ομολόγων όπως γίνεται κατανοητό  εξαρτάται από πλήθος παραγόντων και έχει μεγάλη αβεβαιότητα. Επίσης θα αυξήσει και το κόστος δανεισμού δεδομένου ότι αυτό θα υπερβαίνει κατά πολύ το αντίστοιχο κόστος με το οποίο δανείζεται από το  ΔΝΤ( κυμαινόμενο επιτόκιο 2,0% + SDR , με ημερομηνία 21.09.2014 επιτόκιο SDR= 0,03%).  Το 2,0% γίνεται 3,0% μετά την παρέλευση τριών χρόνων.Βεβαίως με το πιο αισιόδοξο σενάριο (οι ελληνικές τράπεζες δεν θα χρειαστούν νέα κεφάλαια  και η διαχείριση των αδρανών ρευστών θα ανέλθει στα 5,0 δις ευρώ ) οι ανάγκες που θα χρειαστεί να καλυφθούν από τις αγορές  θα κυμανθούν γύρω στα 5,0 δις ευρώ. Όμως όλοι οι αναλυτές ομιλούν ότι οι ελληνικές τράπεζες θα χρειαστούν από 5-7 δις ευρώ . Επομένως  η αναζητούμενη χρηματοδότηση  ανέρχεται σε 10-12 δις ευρώ. Αν , όπως υποστηρίζει το υπουργείο οικονομικών, δεν θα κάνει χρήση των πόρων του ΤΧΣ, η ελληνική οικονομία θα πρέπει να δανεισθεί  το συνολικό ποσό των 30-32 δις ευρώ , για να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της το 2015.

3. Παράλληλα θα πρέπει να παράγει 3,0% πρωτογενές πλεόνασμα σύμφωνα με το πρόγραμμα το οποίο θα εκρεύσει από το εισοδηματικό κύκλωμα της ελληνικής οικονομίας , για την αποπληρωμή του χρέους. 

Κώστας Μελάς

Η ελλείπουσα ζήτηση στην ελληνική οικονομία

Η ελλείπουσα ζήτηση στην ελληνική οικονομία

Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται στην πλευρά της προσφοράς σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών. Τι σημαίνει όμως ζήτημα προσφοράς; Σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία δεν παράγει... όπως θα έπρεπε να παράγει ώστε να είναι μια ανταγωνιστική οικονομία ούτε παράγει την απαραίτητη γκάμα τελικών προϊόντων.  Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε όλοι... στην  αυτονόητη αυτή θέση, αν οι ιθύνοντες του Υπ. Οικονομικών  επεξηγούσαν ακριβέστερα , και όχι γενικά και αόριστα.

Το οικονομικό επιτελείο του Υπ Οικονομικών, φαίνεται ότι μπερδεύει τα  εγγενή  και διαρθρωτικά προβλήματα των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας τα οποία υπάρχουν τουλάχιστον από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους (ιδιομορφίες και ιδιοτυπίες της ελληνικής οικονομίας ) με την αντιμετώπιση των βραχυχρονίων προβλημάτων μιας οικονομίας που έχει απολέσει το 25,0% του ΑΕΠ ευρισκόμενη σε ύφεση πάνω από έξι χρόνια

Η συνεχής προσπάθεια βελτίωσης της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων δεν βρίσκεται καθόλου σε αντίθεση  με την αντιμετώπιση της ελλείπουσας ζήτησης και της υπερβάλλουσας προσφοράς στην ελληνική οικονομία. Η αύξηση της παραγωγής, αν επιτευχθεί , έχω την γνώμη ότι θα κινηθεί υποβοηθητικά προς τη βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.

Το ότι η ελληνική οικονομία πάσχει από έλλειψη ζήτησης στην παρούσα συγκυρία, φαίνεται απλά από δύο μακροοικονομικούς δείκτες  : το παραγωγικό κενό1 και τον αντιπληθωρισμό.

Πίνακας Ι
Παραγωγικό κενό

Το παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας ανάλογα με τις μετρήσεις για το 2013 κυμαίνεται μεταξύ 9% και 13,6% , ενώ το 2014 υπολογίζεται σε 10,53%.

Τι προσδιορίζει το μέγεθος του παραγωγικού κενού;

1. Το επίπεδο της ανεργίας. Υψηλή ανεργία αυξάνει το αρνητικό παραγωγικό κενό.

2. Το επίπεδο της χρησιμοποιούμενης παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας. Όσο μεγαλύτερη είναι η μη χρησιμοποιούμενη παραγωγική ικανότητα τόσο μεγαλύτερο είναι το αρνητικό κενό.

3. Η αύξηση της παραγωγικότητας . Εάν η αύξηση της παραγωγικότητας μειώνεται , αυτό μειώνει τη μεγέθυνση του δυνητικού προϊόντος και συνεπώς μειώνει το μέγεθος του αρνητικού παραγωγικού κενού.

4. Το επίπεδο του πληθωρισμού. Εάν υπάρχει αντιπληθωρισμός αυτό σημαίνει ότι υπάρχει αρνητικό παραγωγικό κενό.

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται για 20 μήνες σε κατάσταση αντιπληθωρισμού

Επίσης το ποσοστό ανεργίας βρίσκεται στο 27,2% , ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας  σε σχέση με το μέσο  μέγεθος της ΕΕ-15 από 91,0% το 2003 θα πέσει το 2014 στο 84,0%.
Εύκολα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η  αγορά προϊόντος είναι αγορά αγοραστών με τις διακινούμενες ποσότητες να καθορίζονται αποκλειστικά από τη ζήτηση. Όμως η καταναλωτική ζήτηση των νοικοκυριών αλλά και των επιχειρήσεων για επενδύσεις είναι ανεπαρκής: Εισοδηματικός περιορισμός καταναλωτών, ελλιπής χρηματοδότηση και γραφειοκρατικές δυσκολίες για τις επιχειρήσεις, απομόχλευση ιδιωτικού και δημόσιου τομέα , αβεβαιότης  που οδηγεί σε αναβολή κάθε οικονομικής δραστηριότητας.

Αλλά και η αγορά εργασίας λειτουργεί σχεδόν με όμοιες συνθήκες, είναι κατά κύριο λόγο μια αγορά αγοραστών. Η απασχόληση καθορίζεται και εδώ σχεδόν αποκλειστικά από τη ζήτηση εργασίας των επιχειρήσεων, οι οποίες είναι διστακτικές σε προσλήψεις, όχι επειδή ο μισθός είναι υψηλός, αλλά διότι δεν μπορούν να διαθέσουν την παραγωγή τους, πέραν του επιπέδου που καθορίστηκε από τη ζήτηση στην αγορά προϊόντος.

Επιπλέον, στην τρέχουσα συγκυρία και οι δυο αγορές, προϊόντος και εργασίας, είναι αγορές αγοραστών (υπερβάλλουσας προσφοράς) και μάλιστα σε μεγάλη ανισορροπία και είναι πλήρως διασυνδεδεμένες .

Συνεπώς η ανάγκη βελτίωσης της ζήτησης είναι εκ των ων ουκ άνευ. Μάλιστα αν στην ευρωζώνη συζητείται ανοικτά η ανάγκη βελτίωσης της ζήτησης τι πρέπει να πούμε για την ελληνική οικονομία;

Κώστας Μελάς

Βασικές παρατηρήσεις για τις εξαγγελίες  ΣΥΡΙΖΑ

Βασικές παρατηρήσεις για τις εξαγγελίες ΣΥΡΙΖΑ

Μετά την  ομιλία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και την παρουσίαση του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ  μπορούμε να προβούμε σε ορισμένες  βασικές παρατηρήσεις.

1. Η πολιτική παρουσίαση του οικονομικού προγράμματος συνίσταται περισσότερο, όπως ήταν αναμενόμενο, σε ένα πλαίσιο επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας παρά σε  ένα πρόγραμμα παραγωγικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας.

2. Ο κατηγορηματικός τρόπος της αποτελεσματικότητας των μέτρων δεν συνάδει με τη λογική ενός οικονομικού προγράμματος που κινείται εντός ενός περιβάλλοντος αβεβαιότητας και μάλιστα όταν κινείται σε «αντίθετη» κατεύθυνση από το άμεσο οικονομικό περιβάλλον στο οποίο είναι ενταγμένη η ελληνική οικονομία. Χρειάζεται μετριοπάθεια και συνεχής προβληματισμός  για όλα τα ανοιχτά ενδεχόμενα.

3. Η λογική του προγράμματος κινείται στην αναγκαία κατεύθυνση της αύξησης της εγχώριας ζήτησης  σε μια οικονομία η οποία έχει υποφέρει από ύφεση για έξι έτη. Υπό αυτή την έννοια συμβαδίζει με την προβληματική που έχει επικρατήσει σχεδόν στο σύνολο των αναλύσεων των οικονομολόγων αλλά και των πολυμερών οργανισμών. Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από αύξηση της ζήτησης (εγχώριας και εξωτερικής). Ο αποκλειστικός προσανατολισμός προς την εξωτερική ζήτηση , όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση , αποδεικνύεται ανεπαρκής από τα υπάρχοντα στοιχεία. Το ζήτημα είναι ότι η επιδιωκόμενη αύξηση της εγχώριας ζήτησης , σε μια οικονομία όπως η ελληνική με σημαντικές ανάγκες εισαγωγών (κατανάλωση- παραγωγή – ημικατεργασμένα) θα πρέπει να παρακολουθείται ώστε να μην δημιουργήσει πρόβλημα στο εξωτερικό ισοζύγιο.

4. Υπάρχουν βαθμοί ελευθερίας που ανήκουν στην ελληνική κυβέρνηση αλλά και άλλοι που εξαρτώνται από την ΕΕ και τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές που επιβάλλουν σαφείς περιορισμούς οι οποίοι φαίνεται  να μην έχουν το πρέπον βάρος στο πρόγραμμα ή να αποσιωπούνται εντέχνως. Για παράδειγμα  δεν υπάρχει καμία αναφορά στις ανάγκες αναχρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας ή της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ με συγκεκριμένους όρους ως προς την αποδοχή των ενεχύρων.

5. Παρότι υποστηρίχθηκε ότι δεν υπάρχει σχέση των αναγγελθέντων μέτρων με τη διαπραγμάτευση του χρέους και την απομείωση του εντούτοις  υπάρχει σαφή σχέση για τον εξής απλό λόγο: αν δεν μεταβληθεί το πρόγραμμα εξυπηρέτησης του χρέους  τότε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να εξακολουθεί να υπηρετεί το υφιστάμενο πρόγραμμα , δηλαδή να παράγει τα απαιτούμενα πρωτογενή πλεονάσματα συν ένα ακόμη ποσό –πλεόνασμα  που θα καλύψει τις επιπλέον δαπάνες.

6. Για ακόμη μια φορά οι πηγές χρηματοδότησης των δράσεων (εκτός των κονδυλίων του ΕΣΠΑ που υπάρχουν ως ποσά αλλά υπάρχει πάντοτε το ζήτημα της απορρόφησης  στο πρέπον χρονικό διάστημα)  παρουσιάζουν μεγάλη αβεβαιότητα. Τα 3 δις ευρώ από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές και τα 3 δις ευρώ από τη φοροδιαφυγή , το πρώτο έτος , δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα συλλεγούν.

7. Ο πυλώνας αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης , χρειάζεται περαιτέρω εξειδίκευση ή και διαφοροποίηση , αλλά είναι ένα μέτρο απολύτως αναγκαίο και θα έπρεπε να είχε προβλεφθεί  δίκτυ ασφαλείας με την έναρξη του Μνημονίου. Οι παράπλευρες απώλειες από την εφαρμογή ενός προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής είναι γνωστές από την βιβλιογραφία και για το λόγο αυτό υπάρχει πρόβλεψη για να μην συμβεί αυτό που συνέβη στην Ελλάδα.

8. Η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και η επαναφορά του αφορολόγητου ποσού στα 12000 ευρώ  δημιουργούν ένα μεγάλο δημοσιονομικό κενό το οποίο θα πρέπει να εκτιμηθεί προσεκτικά. Διότι , αν δεν υπάρξει μείωση  των ποσών εξυπηρέτησης του χρέους (να πάλι η σχέση με το χρέος) τότε αυτό θα πρέπει να καλυφθεί . Η αύξηση του διαθεσίμου εισοδήματος και η αναμενόμενη , εξ αυτού, αύξηση του συνολικού ποσού των εμμέσων φόρων , πολύ δύσκολα θα καλύψει το κενό , όπως άλλωστε και  η επικαλούμενη μείωση της φοροδιαφυγής .

9. Η θέση ότι η απασχόληση , σε οικονομίες σε μεγάλη ύφεση , δημιουργούν την ανάπτυξη είναι γενικά σωστή , όμως χρειάζονται και άλλες προϋποθέσεις για να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε μια οικονομία που από τη μια ανήκει σε μια οικονομική και νομισματική ζώνη  και από την άλλη είναι εκτεθειμένη στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

10. Συμπερασματικά , η λογική κινείται προς την σωστή κατεύθυνση , αλλά χρειάζεται μεγάλη προσοχή και περισσότερη αποσαφήνιση των προτάσεων σε συνάρτηση με τους βαθμούς ελευθερία που δεν ανήκουν στην ελληνική κυβέρνηση. Η απομείωση του χρέους  και η απελευθέρωση παραγόμενων πόρων  που οδηγούνται στην εξυπηρέτησή του , έχω την γνώμη ότι αποτελεί τη βασική προκείμενη του ΣΥΡΙΖΑ. Και είναι πασιφανές ότι είναι σωστή. Όμως η εξέλιξη αυτή δεν εξαρτάται μόνο από την ελληνική κυβέρνηση.  Η διαπραγμάτευση είναι μια δύσκολη διαδικασία. Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει αποφασισμένος να την φέρει εις  αίσιον πέρας.     

Κώστας Μελάς

Μετά τη  λήξη του μνημονιακού  προγράμματος τι ακολουθεί;

Μετά τη λήξη του μνημονιακού προγράμματος τι ακολουθεί;

Όπως είναι γνωστό η  χρηματοδότηση του προγράμματος, εκ μέρους της ΕΕ, στο οποίο έχει υποβληθεί  η ελληνική οικονομία τα τελευταία πέντε χρόνια τελειώνει στο τέλος του 2014.

Θα υπάρχει ακόμη, μόνο η συμφωνηθείσα χρηματοδότηση από το ΔΝΤ ύψους 12 δις ευρώ. Τελειώνει και το Μνημόνιο; Τυπικά ναι. Εκτός αν υπάρξει νέα χρηματοδότηση για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού του 2015 (περίπου 12 δις ευρώ) και ως εκ τούτου συμφωνηθεί νέο πρόγραμμα. Σύμφωνα με όλες τις υπάρχουσες πληροφορίες, αλλά και τα πολιτικά συμφραζόμενα , φαίνεται ότι καμία πλευρά δεν επιθυμεί ένα νέο πακέτο χρηματοδότησης με ότι αυτό συνεπάγεται σε οικονομικό πρόγραμμα. Όμως οι εξελίξεις δεν προμηνύονται τόσο απλές.  Συγκεκριμένα :

1. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν επιθυμούν να δώσουν νέο δάνειο στην Ελλάδα. Υπάρχουν εσωτερικές δυσκολίες σε κάθε χώρα δεδομένου ότι οποιαδήποτε χρηματοδότηση πρέπει να εγκριθεί από το αντίστοιχο κοινοβούλιο και ένα ακόμη πακέτο χρηματοδότησης θα έθετε εν αμφιβόλω την αποτελεσματικότητα του μέχρι σήμερα σχεδιασμού κάτι που βεβαίως δεν επιθυμούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και πρωτίστως η γερμανική.

2. Παράλληλα βλέπουν ότι υπάρχει ένα χρηματοδοτικό έλλειμμα περίπου 12,6 δις ευρώ για το 2015 που η κάλυψή του αποτελεί ένα σχετικό πρόβλημα. Η πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης (δες στη συνέχεια ) αξιολογείται, αλλά στηρίζεται σε προϋποθέσεις που μπορούν να μεταβληθούν στο προσεχές μέλλον. Επίσης παρότι υπάρχει σε εφαρμογή το πλαίσιο της νέας ευρωπαϊκής διακυβέρνησης εκτιμούν ότι η Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση και επομένως χρειάζεται τουλάχιστον ένας βαθμός μεγαλύτερης επιτήρησης για την συγκεκριμένη χώρα.

3. Το ΔΝΤ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν μπορεί να συνεχίσει την χρηματοδότηση μιας χώρας της ευρωζώνης χωρίς την ταυτόχρονη παρουσία της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι σκέπτεται να μην προχωρήσει σε χρηματοδότηση των υπολοίπων 12 δις ευρώ που απομένουν και έχουν συμφωνηθεί να χορηγηθούν μέχρι τον Μάρτιο του 2016. Όμως το ΔΝΤ έχει ένα ακόμη πρόβλημα . Ή πρέπει να αποχωρήσει υποστηρίζοντας ότι το χρέος της χώρας είναι βιώσιμο , δεσμεύεται εκ του καταστατικού του, ή αν αποχωρίσει χωρίς αυτή τη διαβεβαίωση , θα πρέπει να απαιτήσει άμεσα τα χρήματα που έχει καταβάλει μέχρι τώρα. Οι ευρωπαίοι βεβαίως δεν επιθυμούν την δεύτερη εξέλιξη διότι κάποιος πρέπει να επιστρέψει ποσόν περίπου 30  δις ευρώ στο ΔΝΤ. Η Ελλάδα σίγουρα δεν μπορεί. Για το λόγο αυτό η ανάγκη να καταστεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο αποτελεί τη Λυδία λίθο του ζητήματος. Εδώ όπως είναι γνωστό αρχίζουν άλλου είδους προβλήματα δεδομένου ότι οι ευρωπαίοι αρνούνται να υποστούν απομείωση των χορηγηθέντων δανείων στην Ελλάδα και προσανατολίζονται στην χρονική επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και σε μείωση των επιτοκίων , κάτι που δύσκολα θα καταστήσει το ελληνικό δημόσιο χρέος βιώσιμο.

4. Η ελληνική κυβέρνηση, η οποία δεν επιθυμεί πρωτίστως για πολιτικούς λόγους νέα χρηματοδότηση και νέα συμφωνία,  υποστηρίζει ότι μπορεί να καλύψει οποιοδήποτε χρηματοδοτικό κενό το 2015, ακόμη και αυτό που θα προκύψει εάν φύγει το ΔΝΤ. Το χρηματοδοτικό κενό , αν αποχωρήσει το ΔΝΤ και δεν χορηγήσει τις συμφωνηθείσες δόσεις του 2015 θα ανέλθει σε 12,6δις ευρώ+ 7,2 δις ευρώ = 19,8 δις ευρώ, δεδομένου ότι υπάρχουν για το 2015 τέσσερις δόσεις των 1,8 δις ευρώ η κάθε μία. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ύπαρξη ή όχι πρόσθετων χρηματοδοτικών αναγκών του ελληνικού κράτους (πέρα από τα αρχικώς υπολογισθέντα 12,6 δις ευρώ)μεσοπρόθεσμα και το ύψος τους, αποτελούν συνάρτηση των αποτελεσμάτων των stress tests στις τέσσερις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες  που θα διενεργήσει η ΕΚΤ στα τέλη του τρέχοντος έτους, στο πλαίσιο της διαδικασίας τραπεζικής ενοποίησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και του βαθμού προόδου και των εισπράξεων του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων.  Επομένως  οι πόροι στους οποίους υπολογίζει η ελληνική κυβέρνηση είναι τα υπόλοιπα του ΤΧΣ (περίπου 11 δις ευρώ, με την προϋπόθεση να μην χρειασθούν νέα κεφάλαια για το τραπεζικό σύστημα ), με την κεντρική διαχείριση αδρανών ρευστών διαθεσίμων φορέων της γενικής κυβέρνησης, των οποίων η διαχείριση ήταν έως τώρα κατακερματισμένη σε αυτούς, θα καλύψει μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών από τον Μάιο του 2014 έως τον Μάιο του 2015, της τάξης των €3 δισ.,  με εκδόσεις ομολόγων . Η επιτυχία  έκδοσης  ομολόγων όπως γίνεται κατανοητό  εξαρτάται από πλήθος παραγόντων και έχει μεγάλη αβεβαιότητα. Επίσης θα αυξήσει και το κόστος δανεισμού δεδομένου ότι αυτό θα υπερβαίνει κατά πολύ το αντίστοιχο κόστος με το οποίο δανείζεται από το ESM.

5.  Υπάρχει μια περαιτέρω δυσκολία για την ελληνική κυβέρνηση  : Η ΕΚΤ, έχει ξεκαθαρίσει  ότι δεν θα δέχεται τα ελληνικά ομόλογα ως ενέχυρα για την παροχή ρευστότητας, εάν η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε κάποιο πρόγραμμα με αυστηρή επιτήρηση. Γίνεται αντιληπτό το τεράστιο πρόβλημα που προκύπτει για την απρόσκοπτη συνέχιση της χρηματοδότησης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αν πράγματι συμβεί κάτι τέτοιο.

6. Ένα σενάριο που εξετάζεται και μπορεί να ικανοποιεί όλες τις πλευρές είναι να μετατραπεί το υπόλοιπο του δανείου του ΔΝΤ σε προληπτική γραμμή πίστωσης (Precautionary Credit Line). Έτσι, το Ταμείο δεν θα δώσει άλλα χρήματα παρά μόνο εάν η Ελλάδα αντιμετωπίσει δυσκολίες χρηματοδότησης από την αγορά. Αφού δεν δίνει λεφτά το ΔΝΤ, δεν χρειάζεται να δώσει ούτε η Ευρωζώνη. Δύσκολο σενάριο για να επιβεβαιωθεί .  Η Ελλάδα με τον έμμεσο αυτό  τρόπο θα παραμείνει σε πολύ υψηλότερη επιτήρηση από αυτή των υπολοίπων χωρών,  που δεν θα ονομάζεται Μνημόνιο , αλλά θα απέχει  ελάχιστα από αυτό.

7. Το μόνο σίγουρο, με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα, είναι ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να ευρίσκεται υπό το καθεστώς  υψηλής  επιτήρησης για αρκετό χρονικό διάστημα ακόμη. 

Κώστας Μελάς

ΦΟΡΤΩΣΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ