Το ξεπούλημα στην αγορά ομολόγων έχει οδηγήσει την απόδοση ενός από τους σημαντικότερους τίτλους του αμερικανικού Δημοσίου στα πρόθυρα του 5%, εντείνοντας την ανησυχία από τη Wall Street έως την Ουάσιγκτον για το αυξανόμενο κόστος δανεισμού και τις επιπτώσεις του στην αμερικανική οικονομία.
Μετά την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, η οποία απειλεί να προκαλέσει ένα νέο πληθωριστικό σοκ, και την αποτυχημένη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να περιορίσει τις πιέσεις στην αγορά κρατικού χρέους, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου έφθασε στο 4,97% στο τέλος της περασμένης εβδομάδας.
Το επίπεδο αυτό βρίσκεται ελάχιστα χαμηλότερα από το υψηλό του Οκτωβρίου του 2023, όταν η απόδοση είχε ξεπεράσει προσωρινά το 5% κατά τη διάρκεια μίας συνεδρίασης, προτού υποχωρήσει καθώς οι επενδυτές έσπευσαν να αγοράσουν ομόλογα. Η αγορά δεν έχει κλείσει πάνω από το 5% από το 2007.
Η πρόσφατη αναταραχή αυξάνει ακόμη περισσότερο το διακύβευμα για τον πρόεδρο της Federal Reserve, Κέβιν Γουόρς, ενόψει της συνεδρίασης της κεντρικής τράπεζας την Τετάρτη. Η αγορά σταθεροποιήθηκε την Παρασκευή μόνο μετά τη δημοσιοποίηση στοιχείων που έδειξαν ισχυρότερη του αναμενομένου αύξηση των τιμών καταναλωτή, ενισχύοντας τις εκτιμήσεις ότι η Fed θα αρχίσει να αυξάνει τα επιτόκια προκειμένου να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, ο οποίος υπερβαίνει τον στόχο της εδώ και μισή δεκαετία.
«Η Fed βρίσκεται σίγουρα πίσω από τις εξελίξεις», δήλωσε η Τρέισι Τσεν, διαχειρίστρια χαρτοφυλακίου στην Brandywine Global Asset Management. «Οι αποδόσεις κατευθύνονται υψηλότερα μεσοπρόθεσμα».
Όπως εξήγησε, ορισμένοι από τους παράγοντες που ωθούν προς τα πάνω τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις, όπως οι πληθωριστικές επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν, βρίσκονται εκτός του ελέγχου των υπευθύνων χάραξης νομισματικής πολιτικής. «Δεν γνωρίζω πόσο ψηλά, αλλά θεωρώ ότι σίγουρα θα ξεπεράσουν το 5%», σημείωσε.
Ο πόλεμος, η τεχνητή νοημοσύνη και το έλλειμμα
Οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονται διεθνώς από τότε που ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, προκαλώντας αναταράξεις στις προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή.
Στις ΗΠΑ, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης η έκρηξη επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, η οποία αφενός πλημμυρίζει τις αγορές με νέο χρέος και αφετέρου προσφέρει πρόσθετη ώθηση στην οικονομία. Παράλληλα, οι ανησυχίες για το συνεχώς διογκούμενο ομοσπονδιακό έλλειμμα εντείνουν τις πιέσεις στα αμερικανικά ομόλογα.
Η άνοδος των αποδόσεων έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στον Τραμπ, καθώς μεταδίδεται σε ολόκληρη την οικονομία, αυξάνοντας το κόστος των στεγαστικών δανείων και άλλων μορφών χρηματοδότησης, λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο Αμερικανός πρόεδρος απείλησε ακόμη και να διακόψει πλήρως το εμπόριο των ΗΠΑ με ορισμένες χώρες εάν η Fed δεν μειώσει τα επιτόκια – μια κίνηση που, σύμφωνα με αναλυτές, σχεδόν βέβαια θα επιδείνωνε το sell-off στα ομόλογα, ενισχύοντας τους φόβους για τον πληθωρισμό.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ επιχείρησε από την πλευρά του να περιορίσει την άνοδο των αποδόσεων αυξάνοντας τις επαναγορές κρατικού χρέους από το υπουργείο. Ωστόσο, οι αποδόσεις εκτινάχθηκαν την περασμένη εβδομάδα, καθώς η πρώτη σχετική επιχείρηση απογοήτευσε τους επενδυτές.
Το 5% και η «επικίνδυνη ζώνη» για τις μετοχές
Με ελάχιστη πρόοδο προς τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, οι επενδυτές προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο να συνεχιστεί η πτώση των τιμών των ομολόγων. Ο Ίαν Λίνγκεν, επικεφαλής στρατηγικής αμερικανικών επιτοκίων στην BMO Capital Markets, εκτιμά ότι η απόδοση του 10ετούς θα ξεπεράσει το 5% «πολύ σύντομα».
Από καθαρά οικονομική άποψη, η υπέρβαση αυτού του ορίου δεν έχει κάποια εγγενή σημασία. Ωστόσο, τα στρογγυλά επίπεδα λειτουργούν συχνά ως κρίσιμα ψυχολογικά σημεία καμπής, επηρεάζοντας τις αποφάσεις τόσο των επενδυτών όσο και των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων είναι ιδιαίτερα σημαντικές επειδή αποτελούν σημείο αναφοράς για το κόστος άλλων μορφών δανεισμού. Στη χρηματιστηριακή αγορά χρησιμοποιούνται επίσης ως προεξοφλητικό επιτόκιο για τον υπολογισμό της σημερινής αξίας των εταιρικών κερδών που αναμένονται τα επόμενα χρόνια. Όσο υψηλότερες είναι οι αποδόσεις, τόσο μικρότερη γίνεται η παρούσα αξία αυτών των μελλοντικών κερδών.
Ορισμένοι επενδυτές προειδοποιούν ότι η εξέλιξη αυτή μπορεί να αρχίσει να επιβαρύνει τις μετοχές, οι οποίες εξακολουθούν να κινούνται κοντά σε ιστορικά υψηλά χάρη στα ισχυρά κέρδη που έχει δημιουργήσει η άνθηση της AI και στην ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας.
Παράλληλα, οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων μπορούν να προκαλέσουν μετατόπιση κεφαλαίων από τις μετοχές προς το σταθερό εισόδημα, καθώς οι επενδυτές δελεάζονται από τις υψηλότερες αποδόσεις.
«Εάν βλέπαμε τις αποδόσεις να κινούνται στο 5% ή στο 5,25%, θεωρώ ότι εκεί θα αρχίζαμε να βλέπουμε δυσκολίες στην αγορά μετοχών», δήλωσε η Γκρέις Πίτερς, παγκόσμια επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής στην JPMorgan Chase Private Bank. «Το 5% έχει ψυχολογικό αντίκτυπο».
Σύμφωνα με τον στρατηγικό αναλυτή του Bloomberg Μπρένταν Φέιγκαν, ο πληθωρισμός παραμένει σε δυσάρεστα υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον στόχο, την ώρα που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρηματοδοτεί μεγάλα ελλείμματα σε ένα περιβάλλον ήδη αυξημένης προσφοράς χρέους. Εάν η ονομαστική οικονομική δραστηριότητα παραμείνει στα σημερινά επίπεδα και η Fed αποδεχθεί στην πράξη πληθωρισμό κοντά στο 3%, τότε οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις θα πρέπει να κινηθούν ακόμη υψηλότερα.
Η πίεση μεταφέρεται στη Fed
Η αναταραχή της περασμένης εβδομάδας, κατά την οποία η απόδοση του διετούς αμερικανικού ομολόγου κατέγραψε τη μεγαλύτερη ημερήσια άνοδο από την αναστάτωση που είχαν προκαλέσει οι δασμοί Τραμπ τον Απρίλιο του 2025, έχει αυξήσει σημαντικά την πίεση προς τη Fed.
Μέρος των πωλήσεων των τελευταίων μηνών τροφοδοτήθηκε από αμφιβολίες σχετικά με τον Γουόρς. Στην πρώτη του συνέντευξη Τύπου μετά από συνεδρίαση της Fed, τον Ιούνιο, είχε καταστήσει σαφές ότι βασικός στόχος του ήταν η επιστροφή του πληθωρισμού στο 2%.
Ωστόσο, μετά τη συνεδρίαση του Ιουλίου, όταν η Fed διατήρησε εκ νέου αμετάβλητα τα επιτόκια, οι traders προχώρησαν σε πωλήσεις μακροπρόθεσμων ομολόγων, αμφισβητώντας κατά πόσο ο πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας ήταν διατεθειμένος να μετατρέψει τις δηλώσεις του σε πράξεις.
Την Παρασκευή, μετά την ανακοίνωση από το υπουργείο Εργασίας μεγαλύτερης του αναμενομένου αύξησης ενός βασικού δείκτη δομικού πληθωρισμού, οι επενδυτές εκτίμησαν ότι τα στοιχεία πιθανότατα θα αναγκάσουν τη Fed να δράσει.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης άρχισαν να αποτιμούν πιθανότητα περίπου 90% για αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 25 μονάδες βάσης στην επικείμενη συνεδρίαση.
Στις πρώτες συναλλαγές της Δευτέρας στην Ασία, η απόδοση του αμερικανικού διετούς παρέμενε στο 4,62%, ενώ εκείνη του 10ετούς σταθεροποιήθηκε στο 4,96%.
«Όσο περισσότερο η Fed μπορεί να αποδείξει την αξιοπιστία της στη μάχη κατά του πληθωρισμού, τόσο πιθανότερο είναι να περιοριστεί μεσοπρόθεσμα το ασφάλιστρο κινδύνου στο μακροπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης των αμερικανικών ομολόγων», δήλωσε ο Νταλίπ Σινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος διεθνώς στην PGIM Credit.
Έλλειμμα 2 τρισ. δολαρίων και νέες δημοσιονομικές ανησυχίες
Παρά τις προσδοκίες για δράση από τη Fed, άλλες δυνάμεις που ωθούν τις αποδόσεις υψηλότερα εξακολουθούν να βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη.
Το ομοσπονδιακό έλλειμμα έφθασε τα 2 τρισ. δολάρια στους πρώτους 11 μήνες του δημοσιονομικού έτους. Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ έθεσε την περασμένη εβδομάδα στο τραπέζι το ενδεχόμενο δαπανών άνω του 1 τρισ. δολαρίων, μέσω της αποστολής επιταγών 5.000 δολαρίων σε κάθε ενήλικο Αμερικανό, εφόσον οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου μετά τις επικείμενες εκλογές.
Οικονομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου χαρακτήρισε την ιδέα «σοβαρή πρόταση». Την ίδια ώρα, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει κλιμακωθεί περαιτέρω, οδηγώντας τις τιμές του πετρελαίου σε υψηλό τεσσάρων μηνών.
Οι στρατηγικοί αναλυτές της JPMorgan Chase, με επικεφαλής τον Τζέι Μπάρι, θεωρούν πιθανή μια αύξηση επιτοκίων αυτή την εβδομάδα, ωστόσο διατηρούν αρνητική στάση απέναντι στα μακροπρόθεσμα αμερικανικά ομόλογα, λόγω του τρόπου με τον οποίο ενδέχεται να αντιδράσουν οι traders τόσο στην ανακοίνωση της Fed όσο και στη συνέντευξη Τύπου του Γουόρς.
Και άλλοι επενδυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί, προειδοποιώντας ότι το sell-off μπορεί να επανέλθει εάν η Fed αιφνιδιάσει την αγορά.
«Το sell-off στο μακροπρόθεσμο τμήμα της αγοράς, εάν η Fed δεν αυξήσει τα επιτόκια, θα μπορούσε δυνητικά να γίνει πολύ πιο άτακτο», προειδοποίησε ο Εντ Αλ-Χουσεϊνί, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην Columbia Threadneedle.
Διαβάστε ακόμη
Εφορία: Έκοψαν πρόστιμο κοιτώντας… στα μάτια μια σφυρίδα
Η αγορά ζητά ελέγχους στην ψηφιακή αγορά
Γιατί οι τιμές που τελειώνουν σε 9 επηρεάζουν τις αγορές μας
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
