Η παγκόσμια αγορά βρέθηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες να αλλάζει αφήγημα: από την αισιοδοξία για ανάπτυξη και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, σε ένα σκηνικό έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και ενεργειακού σοκ, για να επιστρέψει σήμερα σε μια εύθραυστη ισορροπία. Η σύγκριση των βασικών δεικτών πριν από τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν και μετά την εκεχειρία αποτυπώνει καθαρά ότι τίποτα δεν είναι ακριβώς όπως πριν. Οι διαφορές είναι πολλές, εκτός ίσως -και αυτό, περιέργως – από τις αγορές μετοχών. 

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το Marketwatch, στην αγορά ενέργειας, το Brent καταγράφει πτώση 13% στο συμβόλαιο πρώτου μήνα, διαμορφούμενο στα 94,65 δολάρια το βαρέλι. Ωστόσο, η τιμή παραμένει αυξημένη κατά 29% σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από τις 28 Φεβρουαρίου, όταν ξεκίνησαν οι επιθέσεις. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόκλιση για το αμερικανικό αργό, με το συμβόλαιο WTI  να εμφανίζεται ενισχυμένο κατά 43% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ τα συμβόλαια βενζίνης καταγράφουν άνοδο 30%.

Στις μετοχικές αγορές, την Τετάρτη 8 Απριλίου 2026, η εικόνα είναι σαφώς πιο σταθεροποιημένη. Τα futures του S&P 500 κινούνται στις 6.830 μονάδες, μόλις 0,7% χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, υποδηλώνοντας σχεδόν πλήρη απορρόφηση των κραδασμών. Αντίστοιχα, τα futures του Nasdaq 100 διαμορφώνονται στις 25.184 μονάδες, σημειώνοντας μάλιστα άνοδο 0,7% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, γεγονός που καταδεικνύει τη σχετική ανθεκτικότητα του τεχνολογικού κλάδου.

Στην αγορά συναλλάγματος, ο δείκτης δολαρίου  υποχωρεί κατά 1%, στις 98,85 μονάδες, ωστόσο παραμένει υψηλότερα κατά 1,2% έναντι της περιόδου πριν από τη σύγκρουση, διατηρώντας μέρος της ισχύος που άντλησε ως ασφαλές καταφύγιο.

Στην αγορά ομολόγων, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού τίτλου διαμορφώνεται στο 4,24%, αυξημένη σε σχέση με το 4,01% πριν από τον πόλεμο, αντανακλώντας τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και τη μεταβλητότητα. Υπενθυμίζεται ότι οι αποδόσεις κινούνται αντίστροφα από τις τιμές των ομολόγων.

Στα ευρωπαϊκά ομόλογα, είδαμε κατακόρυφη άνοδο την Τετάρτη, καθώς η αποκλιμάκωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν οδήγησε σε κατάρρευση των τιμών ενέργειας. Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε τους επενδυτές να αναθεωρήσουν άρδην τις προβλέψεις τους, περιορίζοντας δραστικά τα στοιχήματα για νέες αυξήσεις επιτοκίων εντός του έτους. Οι αποδόσεις των γερμανικών (Bunds) και των βρετανικών (Gilts) 10ετών ομολόγων υποχώρησαν σε χαμηλό τριών εβδομάδων, μετά τη συμφωνία για 14ήμερη ανακωχή και τη δέσμευση της Τεχεράνης να επιτρέψει την ελεύθερη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ.

Τέλος, στα πολύτιμα μέταλλα, ο χρυσός ενισχύεται κατά 3% ενδοσυνεδριακά, φθάνοντας τα 4.843,50 δολάρια ανά ουγκιά, αν και παραμένει περίπου 9% χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα. Αντίθετα, το ασήμι κινείται στα 77,10 δολάρια, καταγράφοντας απώλειες 18% σε σχέση με το κλείσιμο πριν από την έναρξη της κρίσης.

Αναλύσεις των FT και του Bloomberg, ανέφεραν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, πως ο S&P 500 κινούνταν κοντά σε ιστορικά υψηλά, υποστηριζόμενος από την ισχυρή δυναμική των τεχνολογικών μετοχών και την επενδυτική έξαρση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Το επενδυτικό περιβάλλον χαρακτηριζόταν από χαμηλή μεταβλητότητα και αυξημένη διάθεση για ρίσκο, με τις αγορές να προεξοφλούν χαλαρότερη νομισματική πολιτική τους επόμενους μήνες.

Η εικόνα αυτή άλλαξε απότομα με την έναρξη των εχθροπραξιών. Οι διεθνείς αγορές αντέδρασαν με έντονη διόρθωση, καθώς το γεωπολιτικό ρίσκο ενσωματώθηκε στις αποτιμήσεις. Σύμφωνα με το Reuters, οι επενδυτές στράφηκαν σε ασφαλή καταφύγια, ενώ αυξήθηκαν οι αποδόσεις των ομολόγων και ενισχύθηκαν οι τοποθετήσεις σε ενέργεια και πρώτες ύλες. Η μετατόπιση αυτή συνοδεύτηκε από σημαντική πίεση στους κυκλικούς κλάδους, ιδιαίτερα σε μεταφορές και καταναλωτικά αγαθά (σσ. κυκλικοί κλάδοι είναι όσοι επηρεάζονται από την οικονομική συγκυρία).

Σήμερα, μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας και τη μερική επαναλειτουργία των θαλάσσιων ροών στα Στενά του Ορμούζ, η εικόνα έχει βελτιωθεί, αλλά όχι πλήρως αποκατασταθεί. Ο S&P 500 έχει ανακτήσει μέρος των απωλειών του, χωρίς ωστόσο να επιστρέψει στα προηγούμενα υψηλά. Αναλυτές της Morgan Stanley επισημαίνουν ότι η αγορά δείχνει να διαμορφώνει πυθμένα, με επιλεκτική επιστροφή των επενδυτών σε κυκλικούς και growth τίτλους, αλλά με αυξημένη προσοχή απέναντι στους μακροοικονομικούς κινδύνους.

Πιο επιρρεπής η αγορά ενέργειας

Το πιο έντονο αποτύπωμα της κρίσης καταγράφεται στην αγορά ενέργειας. Πριν από τον πόλεμο, το Brent κινούνταν σε επίπεδα 75–85 δολαρίων το βαρέλι. Με την κλιμάκωση της έντασης και τον ουσιαστικό περιορισμό της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, οι τιμές εκτινάχθηκαν πάνω από τα 100–110 δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσαν το CNBC και το Reuters. Η εξέλιξη αυτή αντανακλούσε τον φόβο για διαταραχή σε ένα πέρασμα από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.

Μετά την εκεχειρία, οι τιμές υποχώρησαν αισθητά — έως και 15%–16% σε ορισμένες συνεδριάσεις — ωστόσο παραμένουν υψηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα. Όπως σημειώνουν αναλυτές που επικαλείται το Bloomberg, η αγορά συνεχίζει να ενσωματώνει γεωπολιτικό premium, καθώς δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως η κανονικότητα στις ροές ενέργειας.

Στην Ευρώπη, οι επιπτώσεις ήταν ακόμη πιο έντονες. Οι δείκτες όπως ο DAX και ο FTSE 100 δέχθηκαν ισχυρές πιέσεις κατά τη διάρκεια της κρίσης, καθώς η ενεργειακή εξάρτηση της ηπείρου ενίσχυσε τους φόβους για ύφεση. Βιομηχανικοί και ενεργοβόροι κλάδοι, όπως τα χημικά και οι μεταφορές, βρέθηκαν στο επίκεντρο των απωλειών.

Ωστόσο, η αποκλιμάκωση της έντασης πυροδότησε ένα ισχυρό ράλι ανάκαμψης. Στις πρωινές συναλλαγές της Τετάρτης, οι ευρωπαϊκές αγορές κατέγραψαν άνοδο έως και 3%–5%, με πρωταγωνιστές τους κυκλικούς κλάδους — αυτοκινητοβιομηχανίες, μεταλλευτικές εταιρείες και ταξιδιωτικές επιχειρήσεις. Η συμπεριφορά αυτή, όπως επισημαίνουν διεθνή μέσα, αποτυπώνει τη μεγαλύτερη ευαισθησία της Ευρώπης στις ενεργειακές εξελίξεις: υποχωρεί πιο έντονα στο σοκ, αλλά αντιδρά και πιο δυναμικά όταν μειώνεται η αβεβαιότητα.

Νικητές και ηττημένοι

Παράλληλα, η κρίση ανέδειξε σαφείς νικητές και ηττημένους. Ο ενεργειακός κλάδος και οι εταιρείες άμυνας κατέγραψαν σημαντικά κέρδη, ενώ οι αεροπορικές εταιρείες και οι επιχειρήσεις μεταφορών πιέστηκαν λόγω του αυξημένου κόστους καυσίμων. Όπως δήλωσε στο Bloomberg ο επικεφαλής της Διεθνούς Ένωσης Αερομεταφορών (ΙΑΤΑ), Γουίλι Γουόλς, ακόμη και με την πτώση των τιμών του πετρελαίου, το κόστος των αεροπορικών καυσίμων θα παραμείνει υψηλό για κάποιο διάστημα, διατηρώντας ανοδικές πιέσεις στα εισιτήρια.

Κερδισμένοι του πολέμου

  • Ενέργεια
  • Άμυνα
  • Εμπορεύματα

Χαμένοι

  • Αεροπορικές (λόγω αεροπορικών καυσίμων)
  • Καταναλωτικά αγαθά
  • Μεταφορές

Με την εκεχειρία οι αεροπορικές εταιρείες παίρνουν ανάσα, το κόστος των καυσίμων ωστόσο, παραμένει υψηλό

Η συνολική εικόνα δείχνει ότι οι αγορές έχουν εισέλθει σε μια νέα φάση. Σε αντίθεση με το περιβάλλον πριν από τον πόλεμο, όπου κυριαρχούσε η αισιοδοξία και η ρευστότητα, η σημερινή πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη εξάρτηση από τα μακροοικονομικά δεδομένα και τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Το ρίσκο έχει ενσωματωθεί πιο μόνιμα στις αποτιμήσεις, ιδιαίτερα στην ενέργεια, ενώ οι επενδυτές εμφανίζονται πιο επιλεκτικοί.

Με άλλα λόγια, η εκεχειρία έφερε ανακούφιση, αλλά όχι επιστροφή στην «προπολεμική αθωότητα» των αγορών.

Διαβάστε ακόμη

Fuel Pass 2026: Ποια ΑΦΜ υποβάλλουν αίτηση σήμερα – Πότε θα γίνουν οι πληρωμές

Shell: Το trading πετρελαίου απογειώνει τα έσοδα εν μέσω γεωπολιτικού σοκ λόγω Ιράν

Ανάλυση BBC: Μερική νίκη με μεγάλο κόστος για τον Τραμπ η συμφωνία εκεχειρίας (tweet)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα