Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η φράση «το χρηματιστήριο δεν είναι η οικονομία» μπορεί να έχει γίνει πλέον κλισέ, ωστόσο εξακολουθεί να αποτυπώνει μια πραγματικότητα που συχνά προκαλεί έκπληξη. Θα περίμενε κανείς ότι η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη μεταφράζεται σε υψηλότερες αποδόσεις για τους μετόχους. Ωστόσο, πολλές μελέτες έχουν καταλήξει στο αντίθετο συμπέρασμα, επισημαίνει ο Economist.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Τζέι Ρίτερ από το Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, ο οποίος συνέκρινε τις αποδόσεις των χρηματιστηρίων 16 χωρών με την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ τους μεταξύ 1900 και 2002. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, αν υπήρχε κάποια σχέση, αυτή ήταν αρνητική: όσο ταχύτερα πλούτιζε μια χώρα, τόσο χαμηλότερες ήταν κατά κανόνα οι αποδόσεις που απολάμβαναν οι επενδυτές της.

Τα συμπεράσματα αυτά αξίζει να ληφθούν υπόψη όταν εξετάζει κανείς τις ευρωπαϊκές μετοχές, οι οποίες συγκαταλέγονται στις λιγότερο δημοφιλείς διεθνώς. Παρά τις κατά καιρούς σύντομες αναλαμπές ενδιαφέροντος, οι μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές έχουν εδώ και χρόνια απογοητεύσει τους διεθνείς επενδυτές, και ο λόγος είναι προφανής. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η ανάπτυξη της οικονομίας της ευρωζώνης θα διαμορφωθεί μόλις στο 1,1% φέτος, έναντι 1,8% για τις ανεπτυγμένες οικονομίες συνολικά και 2,3% για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορεί ορισμένες περιφερειακές ή αναδυόμενες ευρωπαϊκές αγορές να εμφανίζουν δυναμική, όμως οι μεγάλες χρηματιστηριακές αγορές της ηπείρου εξακολουθούν να υστερούν.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη αν εξεταστεί η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Η ήπειρος δεν διαθέτει τεχνολογικούς κολοσσούς τεχνητής νοημοσύνης ικανούς να ανταγωνιστούν τις αμερικανικές και κινεζικές εταιρείες, ούτε επαρκείς υποδομές κέντρων δεδομένων για να φιλοξενήσουν τα σύγχρονα μοντέλα AI. Τα ηλεκτρικά της δίκτυα λειτουργούν ήδη υπό πίεση, ενώ περίπου το 60% της ενεργειακής κατανάλωσης καλύπτεται από εισαγωγές, γεγονός που ανέδειξαν με έντονο τρόπο οι πόλεμοι στην Ουκρανία και το Ιράν.

Παρά τα προβλήματα αυτά, οι ευρωπαϊκές μετοχές ενδέχεται να αξίζουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή από όση λαμβάνουν σήμερα. Σε μεγαλύτερο βαθμό από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του κόσμου, τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα της οικονομίας. Παρότι η ανάπτυξη παραμένει υποτονική, τα θεμελιώδη μεγέθη των εισηγμένων επιχειρήσεων εμφανίζονται αξιοσημείωτα ισχυρά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι εξελίξεις μετά τον πόλεμο με το Ιράν και το προσωρινό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Μέχρι τότε, σύμφωνα με Ευρωπαία στρατηγικό αναλύτρια μετοχών, δεχόταν συνεχώς τηλεφωνήματα από διεθνείς επενδυτές που θεωρούσαν ότι είχαν υπερβολική έκθεση στις αμερικανικές αγορές και αναζητούσαν μεγαλύτερη γεωγραφική διαφοροποίηση.

Τα κεφάλαια κατευθύνονταν προς τα ευρωπαϊκά μετοχικά αμοιβαία με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων ετών. Με την έναρξη των βομβαρδισμών, όμως, οι επικοινωνίες σταμάτησαν και οι εισροές σχεδόν μηδενίστηκαν. Οι μετοχές υποχώρησαν διεθνώς, αλλά οι ευρωπαϊκές ανέκαμψαν αισθητά πιο αργά από τις αμερικανικές. Μόνο τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς τα Στενά του Ορμούζ άρχισαν σταδιακά να επαναλειτουργούν, οι ευρωπαϊκές αγορές άρχισαν να καλύπτουν μέρος της διαφοράς.

Η ειρωνεία είναι ότι το κλείσιμο των Στενών πιθανότατα ενίσχυσε την κερδοφορία πολλών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, ακόμη κι αν επιβάρυνε τις οικονομικές προοπτικές της ηπείρου. Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, το 20% των κερδών που συνθέτουν τον δείκτη MSCI Europe προέρχεται από εταιρείες που επωφελήθηκαν από την άνοδο των τιμών των εμπορευμάτων, όπως ενεργειακές και χημικές επιχειρήσεις. Αντίθετα, μόνο το 10% των εταιρικών κερδών εκτιμάται ότι επηρεάστηκε αρνητικά από τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, όπως συνέβη σε αυτοκινητοβιομηχανίες και βιομηχανίες τροφίμων. Παρ’ όλα αυτά, οι επενδυτές αντιμετώπισαν τον πόλεμο ως λόγο μαζικής αποχώρησης από τις ευρωπαϊκές μετοχές.

Αντίστοιχα, η χαμηλή οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι επιχειρήσεις της θα παρουσιάσουν αδύναμη κερδοφορία. Συνολικά, περισσότερο από το ήμισυ των εσόδων των ευρωπαϊκών εισηγμένων προέρχεται από αγορές εκτός των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ευρώπης. Εάν η στάθμιση γίνει με βάση τη χρηματιστηριακή αξία των εταιρειών, το ποσοστό αυτό φθάνει περίπου στο 60%. Καμία άλλη μεγάλη γεωγραφική περιοχή δεν διαθέτει χρηματιστήρια με τόσο έντονη εξάρτηση από δραστηριότητες εκτός των συνόρων της. Με άλλα λόγια, όποιος επενδύει σε ευρωπαϊκούς χρηματιστηριακούς δείκτες επενδύει περισσότερο στην παγκόσμια οικονομία παρά στην ίδια την Ευρώπη.

Ακόμη και η αναζωπύρωση του πληθωρισμού που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν ενδέχεται να λειτουργήσει ευνοϊκά για τις ευρωπαϊκές μετοχές. Περίπου το 40% της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας αφορά επιχειρήσεις που αντλούν τα κέρδη τους από πραγματικά περιουσιακά στοιχεία, όπως εμπορεύματα, βιομηχανικό εξοπλισμό και ημιαγωγούς που χρησιμοποιούνται στην τεχνητή νοημοσύνη, κατηγορίες που συνήθως ευνοούνται σε περιβάλλον αυξανόμενου πληθωρισμού. Παράλληλα, περίπου το 20% της ευρωπαϊκής αγοράς αποτελείται από τραπεζικές μετοχές, οι οποίες παραδοσιακά ενισχύονται όταν αυξάνονται οι τιμές, τα επιτόκια και τα περιθώρια δανεισμού.

Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, ότι οι αναλυτές εμφανίζονται ολοένα και πιο αισιόδοξοι για τις προοπτικές των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν πλέον σε αύξηση των κερδών ανά μετοχή κατά 17% το 2026. Το ποσοστό αυτό παραμένει χαμηλότερο από το αντίστοιχο των αμερικανικών μετοχών, για τις οποίες προβλέπεται αύξηση περίπου 25%, ωστόσο είναι σημαντικά υψηλότερο από το 9% που προέβλεπε η αγορά πριν από δύο χρόνια.

Ύστερα από μια περίοδο περιορισμένου ενδιαφέροντος, οι Ευρωπαίοι στρατηγικοί αναλυτές ίσως σύντομα αρχίσουν και πάλι να δέχονται τηλεφωνήματα από διεθνείς επενδυτές. Και όταν αυτό συμβεί, ίσως αξίζει να τους υπενθυμίσουν ότι το ευρωπαϊκό χρηματιστήριο δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική εικόνα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Διαβάστε ακόμη 

Τα μεγάλα σοκ της 25ετίας στις αγορές τροφίμων: Από την κρίση του 2007-08 στην πανδημία και τα πολεμικά μέτωπα

Theon: Ο μετασχηματισμός σε ευρωπαϊκό όμιλο αμυντικής τεχνολογίας

Το αρχοντικό του 1880 στην Κέρκυρα και οι επίδοξοι αγοραστές

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα