Το πρώτο σαφές δείγμα των νομισματικών προτεραιοτήτων του έδωσε ο Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος, την ώρα που η μάχη για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει εισέλθει στην τελική της ευθεία.
Με την κούρσα διαδοχής της Κριστίν Λαγκάρντ να έχει περιοριστεί σε δύο υποψηφίους, τον Ισπανό πρώην κεντρικό τραπεζίτη και τον Ολλανδό Κλάας Κνοτ, ο Ντε Κος επέλεξε να στείλει ένα μήνυμα προσεκτικής επαγρύπνησης απέναντι στον πληθωρισμό, αποφεύγοντας ωστόσο να ταχθεί υπέρ μιας αυτόματης αύξησης των επιτοκίων ως απάντηση στο ενεργειακό σοκ που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν.
Η παρέμβασή του αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς πραγματοποιείται μόλις δύο ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του Eurogroup τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου, όταν οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης θα εξετάσουν επισήμως τις δύο υποψηφιότητες. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προετοιμάζονται για τις κρίσιμες διαβουλεύσεις των επόμενων εβδομάδων, με στόχο την επιλογή του προσώπου που θα αναλάβει την ηγεσία της ΕΚΤ από τον Φεβρουάριο του 2027.
Σε συνέντευξή του στην ελβετική εφημερίδα Tages-Anzeiger ο Ντε Κος, ο οποίος σήμερα είναι επικεφαλής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) στη Βασιλεία, υπογράμμισε ότι οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής πρέπει να παραμείνουν σε εγρήγορση απέναντι στους κινδύνους που δημιουργούν οι υψηλές τιμές ενέργειας.
Όπως εξήγησε, μέχρι στιγμής δεν έχουν εμφανιστεί οι λεγόμενες δευτερογενείς πληθωριστικές επιδράσεις, δηλαδή το φαινόμενο κατά το οποίο οι επιχειρήσεις μετακυλίουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος στις τιμές των προϊόντων και οι εργαζόμενοι διεκδικούν υψηλότερους μισθούς για να αντισταθμίσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης.
«Όμως, η αρχική ελπίδα ότι ο πόλεμος θα τελείωνε σύντομα και ότι, κατά συνέπεια, οι τιμές της ενέργειας θα υποχωρούσαν, δεν έχει επιβεβαιωθεί», σημείωσε, αναφερόμενος στη σύγκρουση με το Ιράν.
«Επομένως, πρέπει να παραμείνουμε σε εγρήγορση απέναντι στους πληθωριστικούς κινδύνους», πρόσθεσε.
Παρά την προειδοποίησή του, ο Ισπανός τραπεζίτης απέφυγε να υιοθετήσει μια αυστηρή γραμμή υπέρ της άμεσης αύξησης των επιτοκίων. Αντίθετα, τόνισε ότι οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να προχωρούν σε αυξήσεις μόνο εφόσον τα οικονομικά στοιχεία καταδεικνύουν πραγματικούς κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών.
Η τοποθέτηση αυτή παραπέμπει σε μια προσέγγιση που δίνει έμφαση στα εισερχόμενα στοιχεία και στην αξιολόγηση της διάρκειας των πληθωριστικών πιέσεων, αντί σε προληπτικές κινήσεις που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα. Επίσης απαντά σε όσους, στους κόλπους της ευρωπαϊκής οικογένειας, θεωρούν πως ο Ισπανός θα είναι πιο μετριοπαθής στη χάραξη της νομισματικής πολιτικής σε σχέση με τον… αυστηρό αντίπαλο του, που ως επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας θεωρείτο μέλος των… γερακιών.
Η μονομαχία Ντε Κος – Κνοτ και οι ισορροπίες στην ΕΚΤ
Η αναμέτρηση για την προεδρία της ΕΚΤ έχει πλέον εξελιχθεί σε μια αμιγώς ισπανική-ολλανδική υπόθεση, καθώς μέχρι την προθεσμία της 6ης Νοεμβρίου κατατέθηκαν μόνο δύο επίσημες υποψηφιότητες.
Η Ισπανία πρότεινε τον Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος, πρώην διοικητή της Τράπεζας της Ισπανίας και νυν γενικό διευθυντή της BIS, ενώ η Ολλανδία προώθησε τον Κλάας Κνοτ, πρώην επικεφαλής της ολλανδικής κεντρικής τράπεζας και παλαιό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ.
Και οι δύο διαθέτουν μακρά εμπειρία στη νομισματική πολιτική, έχοντας συμμετάσχει στη διαχείριση διαδοχικών ευρωπαϊκών κρίσεων, από την περίοδο των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων μέχρι την πληθωριστική έξαρση των τελευταίων ετών.
Ωστόσο, οι δύο υποψήφιοι έχουν διαφορετικό ιστορικό τοποθετήσεων.
Ο Κνοτ έχει συνδεθεί περισσότερο με την αυστηρή πτέρυγα της ΕΚΤ, έχοντας υποστηρίξει στο παρελθόν πιο αποφασιστική αντιμετώπιση του πληθωρισμού και έμφαση στη νομισματική πειθαρχία.
Αντίθετα, ο Ντε Κος θεωρείται συγκριτικά πιο μετριοπαθής, με μεγαλύτερη έμφαση στην αποφυγή υπερβολικής σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής και στις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν τα υψηλά επιτόκια στην οικονομία.
Οι διαφορές αυτές, πάντως, δεν μεταφράζονται αναγκαστικά σε ριζικά διαφορετική κατεύθυνση για την ΕΚΤ, καθώς η λήψη αποφάσεων βασίζεται στη διαμόρφωση ευρύτερων συναινέσεων στο Διοικητικό της Συμβούλιο.
Η συνέντευξη του Ντε Κος αποκτά έτσι πρόσθετη σημασία, καθώς δίνει μια πρώτη εικόνα για το πώς θα μπορούσε να διαχειριστεί την τρέχουσα πληθωριστική πρόκληση, εάν τελικά αναλάβει την προεδρία.
Η αναμέτρηση πραγματοποιείται σε μια περίοδο ιδιαίτερα δύσκολη για την Ευρωζώνη, με τον πληθωρισμό να κινείται περίπου στο διπλάσιο του στόχου 2% της ΕΚΤ, τις τιμές ενέργειας να παραμένουν υψηλές εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν και τις δημοσιονομικές πιέσεις στη Γαλλία να προκαλούν ανησυχία στις αγορές.
Ο νέος πρόεδρος θα κληθεί επομένως να διαχειριστεί όχι μόνο τη νομισματική πολιτική, αλλά και τους κινδύνους από πιθανή αναταραχή στις αγορές κρατικών ομολόγων.
Στη συνέντευξή του, ο Ντε Κος εξέφρασε ιδιαίτερη ανησυχία για τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους σε ορισμένες οικονομίες, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος δανεισμού ενδέχεται να αυξηθεί περαιτέρω.
«Ορισμένες χώρες εμφανίζουν επίμονα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, παρότι το δημόσιο χρέος τους έχει ήδη φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα», σημείωσε.
«Τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν επίσης το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους», πρόσθεσε.
Οι κρίσιμες ημερομηνίες για τη διαδοχή Λαγκάρντ
Η διαδικασία επιλογής διαδόχου επιταχύνθηκε μετά την ανακοίνωση της Κριστίν Λαγκάρντ στις 29 Οκτωβρίου ότι θα αποχωρήσει από την προεδρία της ΕΚΤ στις 7 Φεβρουαρίου 2027, περίπου οκτώ μήνες πριν από την κανονική ολοκλήρωση της θητείας της.
Ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, άνοιξε αμέσως τη διαδικασία υποβολής υποψηφιοτήτων, θέτοντας ως καταληκτική ημερομηνία την 6η Νοεμβρίου.
Το χρονοδιάγραμμα των επόμενων σταδίων είναι ιδιαίτερα πυκνό:
– 9 Νοεμβρίου – Eurogroup: Οι 21 υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης εξετάζουν τις υποψηφιότητες Ντε Κος και Κνοτ.
– 13 Νοεμβρίου – Άτυπη Σύνοδος Κορυφής: Πρώτη σημαντική ευκαιρία για πολιτικές διαβουλεύσεις μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών.
– 26–27 Νοεμβρίου – Έκτακτη Σύνοδος Κορυφής: Πιθανό ορόσημο για την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας. Δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι θα ληφθεί τότε η τελική απόφαση.
– 7 Φεβρουαρίου 2027 – Αποχώρηση Λαγκάρντ
Ο νέος πρόεδρος προορίζεται να αναλάβει την ηγεσία της ΕΚΤ μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διορισμού.
Η τελική επιλογή δεν γίνεται από το Eurogroup, αλλά από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατόπιν σύστασης του Συμβουλίου της ΕΕ και διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.
Απαιτείται ενισχυμένη ειδική πλειοψηφία, δηλαδή η υποστήριξη τουλάχιστον 16 από τις 21 χώρες της Ευρωζώνης, οι οποίες πρέπει να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 65% του πληθυσμού της. Η θητεία του νέου προέδρου θα είναι οκταετής και μη ανανεώσιμη.
Η επιλογή δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τις νομισματικές απόψεις των υποψηφίων. Στις ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις αναμένεται να βαρύνουν επίσης οι γεωγραφικές ισορροπίες, η κατανομή των κορυφαίων θέσεων μεταξύ των κρατών-μελών και οι υπόλοιπες επικείμενες αλλαγές στην Εκτελεστική Επιτροπή της ΕΚΤ.
Ιδιαίτερη σημασία, πάντως, για τις νέες ισορροπίες έχουν η αποχώρηση της Ίζαμπελ Σνάμπελ τον Ιανουάριο και η ολοκλήρωση της θητείας του επικεφαλής οικονομολόγου Φίλιπ Λέιν τον Μάιο του 2027, καθώς η επιλογή του νέου προέδρου μπορεί να συνδεθεί με μια ευρύτερη συμφωνία για τις κορυφαίες θέσεις της τράπεζας.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.