Η συζήτηση στο εσωτερικό της Federal Reserve μετατοπίζεται πλέον από το εάν ήταν αναγκαία η πρώτη αύξηση επιτοκίων έπειτα από τρία χρόνια στο πόση πρόσθετη νομισματική σύσφιξη θα χρειαστεί για να επιστρέψει ο πληθωρισμός στον στόχο του 2%.
Ο πρόεδρος της Fed του Σικάγο, Όσταν Γκούλσμπι, όπως και ο πρόεδρος της Fed του Σεντ Λούις, Αλμπέρτο Μουσαλέμ, άφησαν τη Δευτέρα ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αυξήσεων, πέραν ακόμη από τη δεύτερη εντός του 2026 που προβλέπει επί του παρόντος η διάμεση εκτίμηση των αξιωματούχων για το υπόλοιπο του έτους, ήτοι το περίφημο dot plot.
Αμφότεροι βλέπουν κινδύνους τόσο από τις επαναλαμβανόμενες διαταραχές στην προσφορά όσο και από την επίμονη ζήτηση, με τον Μουσαλέμ να θεωρεί ότι η νομισματική πολιτική παραμένει ακόμη σχετικά χαλαρή και τον Γκούλσμπι να προειδοποιεί ότι, εάν η ζήτηση συνεχίσει υπερθερμαίνεται, μία ακόμη αύξηση μπορεί να μην επαρκεί.
Η βασική διαφοροποίηση αφορά το τίμημα αυτής της πολιτικής: ο Γκούλσμπι θεωρεί ότι η επαναφορά της σταθερότητας των τιμών ενδέχεται να απαιτήσει απώλειες σε απασχόληση, μισθούς και ανάπτυξη, ενώ ο Πρόεδρος της Fed Κέβιν Γουόρς και ο Μουσαλέμ εκτιμούν ότι δεν είναι απαραίτητο να προκληθεί ουσιαστική επιδείνωση της αγοράς εργασίας.
Η Fed αύξησε την περασμένη εβδομάδα τα επιτόκια για πρώτη φορά σε περισσότερα από τρία χρόνια, με ομόφωνη απόφαση, διαμορφώνοντας το βασικό εύρος στο 3,75%-4%. Παράλληλα, οι αξιωματούχοι έδειξαν προς ακόμη μία αύξηση μέχρι το τέλος του έτους.
Η ανησυχία στο εσωτερικό της Fed έχει ενταθεί, καθώς ο πληθωρισμός δεν έχει επιστρέψει στον στόχο του 2% εδώ και πεντέμισι χρόνια, ενώ οι πιέσεις φαίνεται να μην περιορίζονται πλέον μόνο στους δασμούς και στην εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου μετά τον πόλεμο με το Ιράν.
Γκούλσμπι: «Ο μοναδικός δρόμος επιστροφής είναι ο δύσκολος»
Ο Όσταν Γκούλσμπι προειδοποίησε ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζουν αυτομάτως τα σοκ στην προσφορά ως προσωρινά και να περιμένουν απλώς να εξασθενήσουν.
«Τα σοκ στην προσφορά έχουν γίνει συχνότερα, ισχυρότερα και διαρκούν περισσότερο», δήλωσε σε εκδήλωση στο Λονδίνο. Όπως υποστήριξε, όταν οι πληθωριστικές επιπτώσεις τους αποκτούν επίμονο χαρακτήρα, η παραδοσιακή λογική της ανοχής απέναντί τους παύει να ισχύει.
Η Fed δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να αντιδράσει τόσο επιθετικά όσο θα έκανε σε περίπτωση πληθωρισμού που προκαλείται αποκλειστικά από υπερθέρμανση της ζήτησης. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Γκούλσμπι, η προσαρμογή δεν μπορεί να είναι ανώδυνη.
Περιέγραψε την κατάσταση ως το κλασικό επώδυνο δίλημμα μεταξύ απασχόλησης και πληθωρισμού που δημιουργούν τα στασιμοπληθωριστικά σοκ, τονίζοντας ότι σε τέτοιες συνθήκες «ο μοναδικός δρόμος επιστροφής είναι ο δύσκολος».
Ακόμη και μία επιπλέον αύξηση μπορεί να μην αρκεί
Μιλώντας σε δημοσιογράφους μετά την ομιλία του, ο Γκούλσμπι προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. Εάν αποδειχθεί ότι μέρος των πληθωριστικών πιέσεων προέρχεται και από υπερθέρμανση της ζήτησης, υποστήριξε, τότε η μία επιπλέον αύξηση επιτοκίων που προβλέπει σήμερα η διάμεση εκτίμηση της Fed ενδέχεται να μην είναι αρκετή για την αποκατάσταση της σταθερότητας των τιμών.
Η στάση του έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς το καλοκαίρι, μετά από ορισμένες ηπιότερες ενδείξεις για τον πληθωρισμό, εμφανιζόταν περισσότερο αισιόδοξος ότι οι πιέσεις στις τιμές εξασθενούσαν.
Τα νεότερα στοιχεία και οι πληροφορίες που λαμβάνει από επιχειρήσεις στην περιφέρειά του έχουν ενισχύσει τις ανησυχίες του ότι, εκτός από τα προβλήματα στην προσφορά, εμφανίζονται και παραδοσιακά σημάδια υπερθέρμανσης της ζήτησης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην έκρηξη των επενδύσεων γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers. Μέχρι πρόσφατα, όπως είπε, θεωρούσε ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα παρέμενε σχετικά απομονωμένη. Πλέον, όμως, επιχειρήσεις και ιδιαίτερα βιομηχανίες στην περιοχή του μεταφέρουν ενδείξεις που, όπως ανέφερε, θυμίζουν «παραδοσιακή υπερθέρμανση της ζήτησης».
Μουσαλέμ: Τα επιτόκια παραμένουν ακόμη χαμηλά
Σε παρόμοια κατεύθυνση κινήθηκε ο Αλμπέρτο Μουσαλέμ, ο οποίος εκτίμησε ότι θα μπορούσαν να απαιτηθούν πρόσθετες αυξήσεις προκειμένου ο πληθωρισμός να επιστρέψει εγκαίρως στον στόχο της Fed.
«Τόσο η επίμονη ζήτηση όσο και οι επαναλαμβανόμενες δυνάμεις από την πλευρά της προσφοράς συνεχίζουν να διατηρούν αυξημένους τους πληθωριστικούς κινδύνους», δήλωσε.
Κατά την εκτίμησή του, χωρίς περαιτέρω περιορισμό μέσω της νομισματικής πολιτικής είναι πιθανότερο ο πληθωρισμός να εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά πάνω από το 2% σε 18 μήνες παρά να έχει επιστρέψει στον στόχο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αξιολόγησή του για το σημερινό επίπεδο των επιτοκίων. Παρά την αύξηση της περασμένης εβδομάδας, ο Μουσαλέμ θεωρεί ότι το εύρος 3,75%-4% παραμένει σε σχετικά χαλαρά επίπεδα, υποδηλώνοντας ότι η νομισματική πολιτική δεν ασκεί ακόμη αρκετή πίεση ώστε να περιορίσει την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό.
Όπως εξήγησε δε, θα προκαλούσε μικρότερη αναταραχή το να αυξηθούν τα επιτόκια νωρίτερα και με μικρά διαδοχικά βήματα, παρά να χρειαστούν πολύ μεγαλύτερες παρεμβάσεις αργότερα.
Το σημείο διαφωνίας: Πρέπει να πληρώσει το τίμημα η αγορά εργασίας;
Εκεί όπου εμφανίζεται ουσιαστική διαφοροποίηση στο εσωτερικό της Fed είναι το κατά πόσο η επιστροφή του πληθωρισμού στο 2% μπορεί να επιτευχθεί χωρίς σημαντικό κόστος για την απασχόληση και την ανάπτυξη.
Ο Γκούλσμπι προειδοποίησε ότι, έπειτα από ένα μόνιμο αρνητικό σοκ στην προσφορά, η οικονομία πρέπει να προσαρμοστεί σε μια νέα και λιγότερο ευνοϊκή ισορροπία. Αυτό ενδέχεται να σημαίνει χαμηλότερη απασχόληση, επιβράδυνση της ανάπτυξης και προσαρμογή των μισθών, καθώς η Fed περιορίζει τη ζήτηση.
Η θέση αυτή διαφοροποιείται από εκείνη του Κέβιν Γουόρς. Παρότι ο Πρόεδρος της Fed ψήφισε υπέρ της αύξησης των επιτοκίων, δήλωσε μετά τη συνεδρίαση ότι δεν θεωρεί απαραίτητη την πρόκληση ζημιάς στην αγορά εργασίας για να επιστρέψει ο πληθωρισμός στο 2%.
Στο συγκεκριμένο ζήτημα ο Μουσαλέμ βρίσκεται πιο κοντά στον Γουόρς. Θεωρεί ότι ενδέχεται να μην απαιτείται ουσιαστική επιβράδυνση της αγοράς εργασίας, καθώς, κατά την εκτίμησή του, αυτή δεν αποτελεί σήμερα την πηγή του πληθωριστικού προβλήματος.
Η πίεση του Λευκού Οίκου
Η συζήτηση εξελίσσεται ενώ η κυβέρνηση Τραμπ εξακολουθεί να πιέζει τη Fed να μην προχωρήσει σε περαιτέρω αυξήσεις ή ακόμη και να μειώσει τα επιτόκια, υποστηρίζοντας ότι τα σοκ στην προσφορά προκαλούν κατά κανόνα εφάπαξ αυξήσεις στις τιμές και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με νομισματική σύσφιξη.
Ο οικονομικός σύμβουλος του Τραμπ Πίτερ Ναβάρο επέκρινε έντονα την τελευταία απόφαση, υποστηρίζοντας ότι η Fed δεν θα έπρεπε να αυξάνει τα επιτόκια εν μέσω ενός ενεργειακού σοκ.
Ο Γκούλσμπι αναγνωρίζει ότι αυτή ήταν για δεκαετίες η συμβατική προσέγγιση των κεντρικών τραπεζών. Υποστηρίζει, όμως, ότι το οικονομικό περιβάλλον έχει αλλάξει: τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες μετά την πανδημία, οι επαναλαμβανόμενες αυξήσεις δασμών και το πετρέλαιο που κινείται κοντά στα 100 δολάρια έχουν μετατρέψει τα σοκ προσφοράς από έκτακτες διαταραχές σε επαναλαμβανόμενο χαρακτηριστικό της οικονομίας.
Και σε αυτό ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο μήνυμα από τις τελευταίες παρεμβάσεις των στελεχών της Fed: η αύξηση της περασμένης εβδομάδας δεν αντιμετωπίζεται αναγκαστικά ως μια μεμονωμένη κίνηση. Εάν ο πληθωρισμός αποδειχθεί επίμονος και η ζήτηση παραμείνει ισχυρή, η κεντρική τράπεζα εμφανίζεται έτοιμη να συνεχίσει τη σύσφιξη, ακόμη και εάν αυτό συνεπάγεται δυσκολότερες επιλογές για την οικονομία.
Διαβάστε ακόμη
Αυξήσεις 1,5 δισ. ευρώ σε 100 ημέρες για 2,5 εκατομμύρια νοικοκυριά
Συναγερμός για τη φέτα: Τα αποθέματα ίσως δεν βγάλουν τη χρονιά, προς τα 15-16 ευρώ η τιμή
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
