Περισσότεροι από 300.000 συνταξιούχοι στην Ελλάδα έχουν δηλώσει ότι εξακολουθούν να εργάζονται. Ένας αριθμός που, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να διαβαστεί ως επιτυχία μιας ασφαλιστικής μεταρρύθμισης. Και πράγματι, η κατάργηση της περικοπής του 30% στη σύνταξη για όσους συνεχίζουν να εργάζονται, από τον Ιανουάριο του 2024, απομάκρυνε ένα αντικίνητρο που επί χρόνια λειτουργούσε εις βάρος της νόμιμης απασχόλησης.

Όμως, δεν είναι και για να κάνουμε high five μεταξύ μας, επειδή πίσω από αυτή την εξέλιξη κρύβεται ένα πολύ πιο σύνθετο ερώτημα: Γιατί εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούν να εργάζονται ενώ έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί; Επειδή θέλουν να παραμείνουν παραγωγικοί ή επειδή η σύνταξη δεν επαρκεί για μια αξιοπρεπή διαβίωση;
Η απάντηση δεν είναι ίδια για όλους. Και ακριβώς γι’ αυτό το φαινόμενο αξίζει μεγαλύτερη προσοχή από μια απλή καταγραφή στατιστικών στοιχείων.
Για έναν έμπειρο επαγγελματία, έναν γιατρό, έναν μηχανικό ή έναν επιχειρηματία, η συνέχιση της εργασίας μπορεί να αποτελεί συνειδητή επιλογή – και πάμε πάσο. Η επαγγελματική δραστηριότητα προσφέρει δημιουργικότητα, κοινωνική επαφή, αναγνώριση και τη δυνατότητα αξιοποίησης γνώσεων που αποκτήθηκαν επί δεκαετίες.
Για έναν χαμηλοσυνταξιούχο, ωστόσο, η πραγματικότητα μπορεί να είναι διαφορετική. Όταν το κόστος στέγασης, ενέργειας, τροφίμων και υγειονομικής περίθαλψης απορροφά σημαντικό μέρος του μηνιαίου εισοδήματος, η εργασία παύει να είναι αποκλειστικά προσωπική επιλογή. Μετατρέπεται σε αναγκαίο συμπλήρωμα της σύνταξης.
Αυτές οι δύο πραγματικότητες δεν πρέπει να συγχέονται. Μια κοινωνία που επιτρέπει στους μεγαλύτερους ανθρώπους να παραμένουν ενεργοί κάνει ένα βήμα προόδου. Μια κοινωνία στην οποία πολλοί ηλικιωμένοι χρειάζεται να εργάζονται για να καλύψουν βασικές ανάγκες έχει ακόμη σοβαρά προβλήματα να αντιμετωπίσει.
Υπάρχει όμως και η πλευρά των επιχειρήσεων. Σε αρκετούς κλάδους, η αναζήτηση κατάλληλου προσωπικού έχει εξελιχθεί σε μόνιμη δυσκολία. Τεχνικά επαγγέλματα, εξειδικευμένες υπηρεσίες και δραστηριότητες που απαιτούν πολυετή εμπειρία αντιμετωπίζουν προβλήματα διαδοχής και μεταφοράς τεχνογνωσίας. Εδώ, οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι μπορούν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο. Δεν αποτελούν απλώς πρόσθετο εργατικό δυναμικό. Μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα ανάμεσα στις γενιές, εκπαιδεύοντας νεότερους εργαζομένους και διατηρώντας πολύτιμη τεχνογνωσία μέσα στις επιχειρήσεις. Αυτό, ωστόσο, προϋποθέτει σωστή οργάνωση. Η αξιοποίηση της εμπειρίας δεν πρέπει να μετατραπεί σε υποκατάστατο της επένδυσης στους νέους. Ούτε η παρουσία συνταξιούχων στην παραγωγή μπορεί να δικαιολογήσει χαμηλότερες αμοιβές, περιορισμένες ευκαιρίες εξέλιξης ή αναβολή των αναγκαίων προσλήψεων.
Το ζητούμενο είναι η συνεργασία των γενεών, όχι ο ανταγωνισμός τους.
Η αύξηση της απασχόλησης των συνταξιούχων συνδέεται και με μια βαθύτερη αλλαγή: τη γήρανση του ελληνικού πληθυσμού. Με λιγότερες γεννήσεις, μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής και διαρκείς πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα, η παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα στην περίοδο εργασίας και στην περίοδο συνταξιοδότησης γίνεται ολοένα λιγότερο απόλυτη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η απάντηση είναι να εργάζονται όλοι μέχρι τα βαθιά γεράματα – λιγάκι έλεος, έτσι; Σημαίνει ότι χρειάζονται περισσότερες επιλογές: ευέλικτη απασχόληση, κατάλληλες συνθήκες εργασίας, δυνατότητες μερικής απασχόλησης και πραγματικά κίνητρα για όσους επιθυμούν να συνεχίσουν. Παράλληλα, απαιτείται μια οικονομία που θα μπορεί να κρατήσει τους νέους της, προσφέροντας αξιοπρεπείς μισθούς, προοπτικές σταδιοδρομίας και μεγαλύτερη παραγωγικότητα.
Η δυνατότητα εργασίας χωρίς την προηγούμενη περικοπή της σύνταξης ήταν μια ορθολογική αλλαγή. Δεν πρέπει όμως να εκληφθεί ως συνολική λύση στο Ασφαλιστικό ή στο πρόβλημα των εισοδημάτων. Η επιτυχία μιας οικονομίας δεν μετριέται μόνο από το πόσοι συνταξιούχοι επιστρέφουν στην εργασία. Μετριέται και από το πόσοι μπορούν να αποχωρήσουν από αυτήν χωρίς οικονομική ανασφάλεια. Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε μια χώρα στην οποία οι μεγαλύτεροι θα εργάζονται επειδή το επιθυμούν και οι νεότεροι θα παραμένουν επειδή βλέπουν μέλλον.
Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να πανηγυρίζουμε για την αύξηση της απασχόλησης, χωρίς να αναρωτιόμαστε τι ακριβώς αποκαλύπτει για το βιοτικό επίπεδο και τις προοπτικές της ελληνικής κοινωνίας. Που αντί να έχει συνταξιούχους με αξιοπρεπή ζωή, τους στέλνει πίσω στη δουλειά. Και δεν με νοιάζει εάν αυτό γίνεται και στη Βρετανία, στη Γερμανία ή στα Γαυγάμηλα. Στην Ελλάδα ζεις…
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.