Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου

Ευρωπαϊκή Βαβέλ

  • Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου


Αυτή τη φορά, το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο, αφορά τον κίνδυνο μιας ευρύτερης πολεμικής σύρραξης σε ευρωπαϊκό έδαφος, στο χειρότερο σενάριο, και, στο καλύτερο, τη βύθιση σε μακροχρόνια ενεργειακή, οικονομική -και άρα κοινωνική και πολιτική- κρίση

Η Ευρωπαϊκή Ενωση συζητά το έκτο πακέτο περιορισμών, στους οποίους περιλαμβάνονται και σχέδια για εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο. Η προτροπή των ΗΠΑ στην κατεύθυνση αυτή είναι ξεκάθαρη και η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είναι σθεναρή υποστηρίκτρια των περιορισμών.

Ωστόσο, πέρα από τη ρητορική περί ενότητας, η Ε.Ε. είναι προφανώς παγιδευμένη σε μια αδιέξοδη κατάσταση. Ο Ιταλός πρωθυπουργός Μάριο Ντράγκι είπε ανοιχτά την περασμένη εβδομάδα ότι οι περισσότεροι εισαγωγείς φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν προετοιμαστεί για πληρωμές σε ρούβλια και ότι δεν είναι σαφές εάν κάτι τέτοιο αποτελεί παραβίαση των κυρώσεων. «Είναι γκρίζα ζώνη», είπε ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με το αυξημένο κύρος που διαθέτει στην Ε.Ε.

Το γεγονός ότι ο κ. Ντράγκι έκανε τις δηλώσεις στις ΗΠΑ, όπου βρισκόταν σε επίσημη επίσκεψη, αλλά και ότι η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει δηλώσει, αντιθέτως, ότι οι πληρωμές σε ρούβλι αποτελούν παραβίαση των κυρώσεων, έχει τη σημασία του. Και αυτό, διότι αντανακλά το γεγονός ότι η Κομισιόν και ειδικά η πρόεδρός της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν -που έχει διατελέσει υπουργός Αμυνας της Γερμανίας επί Μέρκελ- υπερθεματίζουν στο θέμα των κυρώσεων στη Ρωσία αλλά και στην πολεμική ρητορική.

Οι κυρώσεις και οι αλλαγές στην ενεργειακή πολιτική της Ε.Ε. δείχνουν να ακολουθούν σχεδιασμούς και συνεννοήσεις με την αμερικανική πλευρά, όπως έγινε με τις προμήθειες αμερικανικού LNG που είχαν αρχίσει να συζητιούνται μεταξύ ΗΠΑ και Κομισιόν αρκετούς μήνες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν λάθος εκ προοιμίου, εφόσον πληρούνταν ορισμένες προϋποθέσεις. Ητοι οι αποφάσεις και οι σχεδιασμοί να υπηρετούν τα στρατηγικά συμφέροντα της Ε.Ε., οι κινήσεις να είναι μελετημένες, προετοιμασμένες και να έχουν σχεδιαστεί μέτρα για να αντιμετωπιστούν οι όποιες επιπτώσεις.

Μένει να φανεί εάν η κρίση που ζούμε θα οδηγήσει σε στρατηγική χειραφέτηση της Ε.Ε. ή αντιθέτως σε μετατροπή της σε «παρακολούθημα» των ΗΠΑ, αλλά εκείνο που ήδη γίνεται προφανές είναι ότι υπήρχε έλλειψη προετοιμασίας αλλά και αξιολόγησης των επιπτώσεων στις ευρωπαϊκές οικονομίες και τις τσέπες των Ευρωπαίων καταναλωτών. Δεν είδαμε προβλέψεις και εναλλακτικές για το κενό που δημιουργεί στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας ο επαναπροσανατολισμός των ενεργειακών προμηθειών – όσο απαραίτητος ενδεχομένως είναι από γεωστρατηγικής σκοπιάς.

Το αποτέλεσμα είναι η ενεργειακή ακρίβεια, η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις διεθνών επενδυτικών εταιρειών είναι αμφίβολο ότι θα υποχωρήσει πριν το 2025, αλλά και οι σχεδιασμοί επί χάρτου μέτρων… πανικού που έχουν να κάνουν με απαγορεύσεις στις μετακινήσεις και άλλα μέτρα βίαιης εξοικονόμησης ενέργειας.

Είναι σαφές ότι η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αξιοποίησε την απουσία κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών αλλά και την έλλειψη πολιτικής ηγεσίας για να προωθήσει τις δικές της προτάσεις. Η Κομισιόν, ένα κατά βάση τεχνοκρατικό θεσμικό όργανο, ταγμένο να υποστηρίζει τις πολιτικές ηγεσίες οι οποίες αποφασίζουν διακυβερνητικά, μετατράπηκε σε βασικό πολιτικό εκφραστή μιας ατελούς ένωσης κρατών.

Το γεγονός αυτό καταδεικνύει το τεράστιο θεσμικό πρόβλημα που έχει η Ε.Ε. στη λήψη αποφάσεων, καθώς οι διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών και η απουσία μηχανισμών ομοσπονδιακού τύπου οδηγούν σε παράλυση το σύστημα. Στις προηγούμενες κρίσεις η Ε.Ε. προχώρησε σε αλλαγές υπό την πίεση των καταστάσεων με δυσκολία και η συνοχή διατηρήθηκε έστω και με μεγάλο κόστος, κυρίως οικονομικό.

Αυτή τη φορά, όμως, το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο, αφορά τον κίνδυνο μιας ευρύτερης πολεμικής σύρραξης σε ευρωπαϊκό έδαφος, στο χειρότερο σενάριο, και, στο καλύτερο, τη βύθιση σε μακροχρόνια ενεργειακή, οικονομική -και άρα κοινωνική και πολιτική- κρίση.

Επαφίεται, επομένως, στις σημερινές πολιτικές ηγεσίες και ειδικά στον Εμανουέλ Μακρόν και τον Μάριο Ντράγκι, που αποτελούν αυτή τη στιγμή τις ισχυρότερες πολιτικές φυσιογνωμίες στην Ε.Ε., να δημιουργήσουν το πολιτικό πλαίσιο για μια ευρωπαϊκή υπέρβαση, πριν να είναι πολύ αργά.