Ο Γερμανός καγκελάριος Όττο Φον Μπίσμαρκ είχε πει «οι άνθρωποι ποτέ δεν λένε τόσα ψέματα, όσα μετά το κυνήγι, στη διάρκεια του πολέμου και πριν από τις εκλογές». Οι υποσχέσεις βγαίνουν από τα στόματα των πολιτικών σαν ανάσες προς τους ψηφοφόρους, τόσο εύκολα, σαν μία φυσιολογική αντίδραση. Όσοι πρόκειται να ψηφίσουν έχουν ανάγκη να ακούσουν από τους υποψηφίους βουλευτές ότι θα πληρώνουν λιγότερους φόρους, θα έχουν υψηλότερους μισθούς, καλύτερη περίθαλψη, γενικότερα μια καλύτερη ζωή – για να μη μακρηγορώ και υπεραναλύω.
Τα «θα» των πολιτικών έχουν μείνει μνημειώδη στην πολιτική ιστορία όλου του πλανήτη, αφού «οι υποσχέσεις δεν δεσμεύουν παρά μόνο εκείνους που τις δέχονται», σύμφωνα με τον Γάλλο πρωθυπουργό Henri Queuille. Αυτή η έκφραση αποδίδεται εσφαλμένα σε Μιτεράν ή Σιράκ, αν και κάλλιστα θα μπορούσαν να το έχουν πει και εκείνοι, αλλά και κάθε πολιτικός στη Γη. Βλέπετε, οι πολιτικοί ξέρουν καλύτερα από όλους μας το πώς παίζεται (και) το συγκεκριμένο παιχνίδι. Τάζουν λαγούς με πετραχήλια, φύκια για μεταξωτές κορδέλες για να καλύψουν όλα τα πιθανά «θέλω» των πολιτών που θέλουν να ψηφίσουν για να αλλάξουν τις ζωές τους.
«Για χρόνια οι πολιτικοί έταζαν το Φεγγάρι. Είμαι ο πρώτος πολιτικός που εκπλήρωσε αυτήν την υπόσχεση», είχε δηλώσει κομπάζοντας ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον -μετά την αποστολή στη Σελήνη του Apollo 11, το 1969- ο οποίος μπορεί να εκπλήρωσε τα όσα σχετικά είπε, αλλά έκανε άλλα «αξιομνημόνευτα» και διόλου κολακευτικά για αυτόν. Στην ελληνική πολιτική σκηνή, προς το παρόν, μόνο για αποικίες σε άλλους πλανήτες δεν έχουμε ακούσει, αλλά όσο πλησιάζει η 21η Μαΐου, ημέρα των εκλογών στη χώρα μας, κάποιοι θα βρεθούν να μας τάξουν τον Ουρανό με τ’ άστρα. Εάν κάποιοι τσιμπήσουν, τον ψηφίσουν και γίνει εθνοπατέρας, πολύ γρήγορα θα ξεχαστούν τα όσα υποσχέθηκε, αν και ο ίδιος πρέπει να έχει άλλη αντιμετώπιση. Ο Γάλλος συγγραφέας Frédéric Dard είχε γράψει «ένας πολιτικός δεν μπορεί να κάνει καριέρα αν δεν έχει καλή μνήμη, επειδή χρειάζεται να θυμάται τις υποσχέσεις που πρέπει να ξεχάσει». Όσοι τον πίστεψαν, αντίστοιχα, την επόμενη φορά που θα πάνε στην κάλπη θα ξεχάσουν κι εκείνοι τα όσα τους έταξε – μαγεία…
Δικαιολογίες από τους πολιτικούς, για να αποδείξουν ότι δεν φταίνε εκείνοι που -τελικά- δεν κράτησαν τον λόγο τους, υπάρχουν πολλοί. Ο Νικολό Μακιαβέλι είχε τονίσει πως «σε έναν ηγεμόνα δεν λείπουν ποτέ οι νόμιμοι λόγοι για να παραβεί μια υπόσχεση», ενώ ο ίδιος πολιτικός φιλόσοφος υπογράμμισε πως «η υπόσχεση που δόθηκε ήταν μια αναγκαιότητα του παρελθόντος. Ο λόγος που δεν κρατήθηκε είναι μια αναγκαιότητα του παρόντος».
Θα μου πεις, «πώς είναι δυνατόν, στην τελική, οι ψηφοφόροι να ξεχνούν τόσο γρήγορα το ποιος τους κορόιδεψε;». Αυτό αποτελεί μια ερώτηση η οποία μέχρι τώρα δεν συγκεντρώνει όλες τις πιθανές, ισχύουσες απαντήσεις, όλο αυτό παραμένει εξαιρετικά ρευστό και, προς το παρόν, καμία κοινωνιολογική επιστήμη δεν μπορεί να αποφανθεί με βεβαιότητα. Ειδικά εάν μιλήσουμε για τους Έλληνες ψηφοφόρους, για τον «σοφό ελληνικό λαό» που γνωρίζουμε, αλλά και εκείνος ξέρει. Ξέρει, δηλαδή, πάρα πολύ καλά εάν αυτά που του λένε αποτελούν ένα λογικό οικονομικό και κοινωνικό πρόγραμμα, αν και -προσπαθούν να μη θυμούνται- μπορούν να ανακαλέσουν ιστορίες από το άμεσο πολιτικό παρελθόν και να θυμηθούν ποιος τους εξαπάτησε ή τι πολιτικό καπνό φουμάρει. Όλοι γνωρίζουμε τους υποψηφίους, τις καταβολές τους, τις πεποιθήσεις τους, αλλά και πάλι θα πιάσουν στασίδι στο ελληνικό κοινοβούλιο άνθρωποι που ούτε απέξω δεν θα έπρεπε να περνούν, αφού κάποιοι θα τους ψηφίσουν-δαγκωτό.
Ο Αμερικανός δημοσιογράφος George Will είχε πει πως «οι ψηφοφόροι δεν αποφασίζουν για τα προβλήματα. Αποφασίζουν για το ποιος θα αποφασίσει για τα προβλήματα». Στην Ελλάδα, όμως, όσοι μπαίνουν πίσω από τα εκλογικά παραβάν αποφασίζουν, ξεχνώντας τις κούφιες και φρούδες υποσχέσεις που έχουν λάβει από πολιτικάντηδες, να γίνουν οι ίδιοι όχι μέρος, αλλά ολόκληρο το δισεπίλυτο πρόβλημα. Σαν εκείνη την κλασική ιστορία με τον πολιτικό που έκανε περιοδεία σε χωριά της εκλογικής του περιφέρειας – τα οποία, φυσικά, θυμόταν μόνον όταν πλησίαζαν οι εκλογές. Οι σύμβουλοι του είχαν πει τι να λέει σε κάθε χωριό. Μπέρδεψε, όμως, τα σημειώματα και σε ένα χωριό ηλικιωμένων υποσχέθηκε ότι θα φτιάξει παιδική χαρά. «Τι να την κάνουμε, κυρ βουλευτά μου, την παιδική χαρά, αφού δεν έχουμε παιδιά; Εφυγαν όλα για την πόλη», του είπε ο κοινοτάρχης. Απτόητος ο πολιτικός, είχε τη λύση – αλίμονο: «Και παιδιά θα σας κάνουμε!».
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.