Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ήταν μια κλασική περίπτωση, και μια κλασική βδομάδα, μισογεμάτου – μισοάδειου ποτηριού για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τεράστια προβλήματα σε όλα σχεδόν τα κρίσιμα μέτωπα, αλλά όχι χωρίς αίσθηση προόδου στα περισσότερα από αυτά.

Η λιγότερο καθαρή εικόνα είναι στο οικονομικό πεδίο. Τη στιγμή που έμοιαζε να επιστρέφει μια αίσθηση σχετικής «κανονικότητας» -με σταθεροποιημένο πληθωρισμό, καλά δεδομένα στην αγορά εργασίας, αχνές αλλά υπαρκτές προοπτικές ανάπτυξης- ήρθαν οι εχθροπραξίες και οι φρικαλεότητες στη Μέση Ανατολή για να ξαναρίξουν την παγκόσμια, και την ευρωπαϊκή, οικονομία στην αβεβαιότητα.

Το αν θα πραγματοποιηθεί, τελικά, η προαναγγελθείσα εισβολή των Ισραηλινών στη Γάζα, ή, λόγω μιας διπλωματικο-δημοκρατικής έκλαμψης της τελευταίας στιγμής, αποφευχθεί –ίσως τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές να γνωρίζετε ήδη την έκβαση- αποκτά, και από αυτήν την άποψη, κρίσιμη σημασία. Σε κάθε περίπτωση τα δομικά προβλήματα και οι συγκυριακές δυσκολίες είναι εμφανή: τρενάρισμα στην αλλαγή κανόνων σύμφωνα με τις ανάγκες των καιρών (το σκληρό παζάρι, και οι σκληρές γερμανικές αντιρρήσεις, για την αναμόρφωση του Συμφώνου Σταθερότητας συνεχίζονται), η απόσταση, ιδίως από πλευράς ανταγωνιστικότητας, με την άλλη μεγάλη δυτική οικονομική ζώνη, την αμερικανική, διευρύνεται: η τελευταία έκθεση του ΔΝΤ, που δημοσιεύθηκε την περασμένη Τετάρτη, κάνει λόγο για «σκάλωμα» της ευρωπαϊκής οικονομίας, κυρίως λόγω της εξασθένισης της γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής, την ίδια στιγμή που η αμερικανική φαίνεται να ξεπερνά τα προ πανδημίας επίπεδα ανάπτυξης και επενδυτικού κλίματος. Οι πιο κρίσιμες, πέρα από τη Γερμανία, παράμετροι έχουν να κάνουν με τη συμπεριφορά των νοικοκυριών, που είναι πολύ πιο συγκρατημένα και φοβισμένα από ό,τι στις ΗΠΑ, και με τη δημοσιονομική πολιτική –κάτι που μας φέρνει ξανά στο σημείο αφετηρίας, δηλαδή στην ανάγκη αλλά και τη δυσκολία αλλαγής κανόνων.

Δεύτερο δύσκολο μέτωπο, το διπλωματικό –και αυτό με έμμεσες οικονομικές συνέπειες. Η Ένωση προσπάθησε να ανταποκριθεί, αλλά η εικόνα μιας «δύναμης υπέρ της διεθνούς ειρήνης» δέχθηκε πλήγμα από τον τρόπο με τον οποίο, στην αρχή τουλάχιστον, χειρίστηκε την ισραελο-παλαιστιανική κρίση. Η κινητοποίηση, και με την ευκαιρία αυτή, του γαλλο-γερμανικού άξονα, αποτελεί, από την άλλη, μια θετική εξέλιξη, πόσο μάλλον που δεν φαίνεται να εξαντλείται σε κοινές δηλώσεις και κοινά ταξίδια αλλά περιλαμβάνει και κάποια κοινά σχέδια- ιδίως στους τομείς της άμυνας και της βιομηχανίας, καθώς στα θεσμικά η απόσταση παραμένει μεγάλη. Η χαοτική αντίδραση των «Βρυξελλών» δεν αντισταθμίζεται από την πιο οργανωμένη Παρισιού-Βερολίνου, αλλά είναι σημαντική η αίσθηση ότι οι ηγέτες των δυο μεγάλων χωρών έχουν πλέον αντιληφθεί ότι οι κοινές τους ανάγκες (πρόοδος στην κοινή άμυνα, σε κοινές επενδυτικές δράσεις, σε μεγαλύτερη ευελιξία στη λήψη αποφάσεων) είναι ισχυρότερες από τις διαφορές αντιλήψεών τους (στο πεδίο της ενέργειας και ιδίως της πυρηνικής, στο τρόπο αντίληψης και κατανομής του ενωσιακού προϋπολογισμού και σε αρκετά άλλα).

Ίσως τελικά τα μόνα νέα στα οποία η ζυγαριά γέρνει σαφώς στη θετική πλευρά να είναι εκείνα που σχετίζονται με τη δημοκρατία. Το αποτέλεσμα των πολωνικών εκλογών και η πιθανή πλέον αποχώρηση από την εξουσία των σκληροπυρηνικών αντιευρωπαϊστών του Κατσίνσκι και του ακροδεξιού κόμματός του δημιουργούν μια δυναμική απομόνωσης της Ουγγαρίας του Όρμπαν (ο Σλοβάκος Φίτσο ήδη τα «γυρνάει», ώστε να μπορέσει να κυβερνήσει). Μια μεγάλη χώρα, στην καρδιά της Ευρώπης, ίσως ετοιμάζεται να ξανανέβει στο ευρωπαϊκό τρένο. Αλλά και γενικότερα, η μείωση της εκ των έσω πίεσης στο κράτος δικαίου και τις κοινές πολιτικές –η επίσης διαρκώς αναβαλλόμενη συμφωνία στο μεταναστευτικό είναι η πρώτη που έρχεται στο νου- είναι όχι απλώς καλοδεχούμενη, αλλά προϋπόθεση προόδου σε όλα τα μέτωπα.

Ωστόσο, οι αντι-ευρωπαϊστές, ακόμα και αν χάσουν την εξουσία, παραμένουν εξαιρετικά ισχυροί και οι χώρες -όχι μόνο η Πολωνία- παραμένουν κυριολεκτικά κομμένες στη μέση: από τη μια οι πόλεις, από την άλλη η επαρχία, από τη μια το πρωτείο της δημοκρατίας, από την άλλη η αγωνία της επιβίωσης. Οι ευρωεκλογές που έρχονται θα δώσουν μια ένδειξη, αλλά φοβούμαι ότι δεν θα λύσουν το πρόβλημα. Αντίθετα: ακριβώς επειδή το πρόβλημα είναι πιθανό να ενταθεί και η δύναμη των αντιδραστικών να μεγαλώσει, τώρα είναι η ώρα για γενναίες αποφάσεις.