Η «δύσπνοια» από την οποία υποφέρει σήμερα -και τα τελευταία χρόνια- η πλειονότητα των εργαζόμενων και των ελληνικών επιχειρήσεων (εκτός των πολύ μεγάλων) οφείλεται στην έλλειψη ρευστότητας που προκαλείται από ένα πλήθος παραγόντων:
■ Από τις συστηματικές και ανεξήγητες καθυστερήσεις πληρωμών του Δημοσίου προς τις επιχειρήσεις, τους φορολογούμενους, τους δήμους και τις κοινότητες, τα νοσοκομεία κ.λπ., που διατηρούνται μήνα με μήνα στα 4 δισ. ευρώ. Με τεράστια ταμειακά διαθέσιμα, ταμειακά πλεονάσματα και ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα ιστορικά πρωτοφανές, το Δημόσιο δεν δικαιολογείται να μην πληρώνει τις εγκεκριμένες δαπάνες προς όλους. Απάντηση στο γιατί συμβαίνει αυτό δεν έχει δώσει ποτέ το υπουργείο Οικονομικών.
■ Από τις παράνομες καθυστερήσεις των πληρωμών των μεγάλων επιχειρήσεων προς τους προμηθευτές και υπεργολάβους τους. Ενώ ο νόμος επιβάλλει την εξόφληση όλων των εμπορικών τιμολογίων εντός 30 ημερών από την έκδοσή τους, οι εξοφλήσεις γίνονται, το νωρίτερο, σε 90 μέρες, ενώ πολύ συχνά η καθυστέρηση ξεπερνά το εξάμηνο και ενίοτε αγγίζει το έτος. Αυτό προκαλεί ασφυκτικό πρόβλημα στις παραγωγικές κυρίως επιχειρήσεις, που αναγκάζονται έτσι να χρηματοδοτούν την κερδοφορία των μεγάλων χονδρεμπορικών και λιανικών επιχειρήσεων.
■ Από την προείσπραξη τεράστιων φορολογικών εσόδων από τις επιχειρήσεις, αφού το Δημόσιο εισπράττει ΦΠΑ, φόρους εισοδήματος και προκαταβολές φόρων προτού καν εισπραχθούν από τις φορολογούμενες επιχειρήσεις. Δηλαδή, ένας παραγωγός που πουλάει σε σούπερ μάρκετ το προϊόν του πληρώνει τον αντίστοιχο ΦΠΑ, τον φόρο εισοδήματος και στο τέλος του έτους πληρώνει και την προκαταβολή φόρου του επόμενου έτους επί του συνόλου του τζίρου του, ενώ δεν έχει εισπράξει ακόμη παρά το 1/3 του τζίρου για τον οποίο έχει φορολογηθεί.
Καθώς η έλλειψη εσόδων οδηγεί σε αδυναμία πληρωμών, οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να πάνε σε ρυθμίσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών που έχουν κόστος (τόκους) και το χρέος τους επιβαρύνεται μαζί με την έλλειψη ρευστότητας. Και φυσικά, αναγκάζονται και αυτές να καθυστερήσουν την πληρωμή των υποχρεώσεών τους προς προμηθευτές, εργαζόμενους, ενοίκια κ.λπ.
Λάθος πολιτική
Ολα αυτά θα μπορούσαν να έχουν λυθεί αν η οικονομική πολιτική που ασκεί η κυβέρνηση δεν είχε στόχο την ενίσχυση μόνο των μεγάλων επιχειρήσεων, την οποία συνδυάζει με εμπόδια στις μεσαίες και μικρές. Υποτίθεται ότι με αυτή την παράλογη οικονομική πολιτική προσπαθεί να μεγεθύνει τις ελληνικές επιχειρήσεις. Οταν οι μικρές και μεσαίες δεν αντέχουν, αναγκάζονται είτε να κλείσουν είτε να εξαγοραστούν (κοψοχρονιά) από τις μεγαλύτερες. Με αυτόν τον τρόπο θεωρεί η κυβέρνηση ότι στηρίζει τη μεγέθυνση των ελληνικών επιχειρήσεων, υποτασσόμενη σε μια ευρωπαϊκή υποτίθεται τάση εντελώς επιζήμια για την ελληνική οικονομία.
Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η δημιουργία πανίσχυρων καρτέλ σε όλους τους κλάδους. Αυτά δρουν ανεξέλεγκτα, καταργούν τον ανταγωνισμό και ανεβάζουν τις τιμές, με αποτέλεσμα πληθωρισμό και αφόρητη για τον εργαζόμενο ακρίβεια σε όλα.
Το ότι το μοντέλο μιας οικονομίας με μεγάλες επιχειρήσεις μόνο δεν ταιριάζει στη χώρα είναι σχεδόν αυτονόητο λόγω του μικρού μεγέθους της. Μια χώρα 10 εκατομμυρίων πόσες μεγάλες επιχειρήσεις μπορεί να έχει σε κάθε κλάδο; Μία, δύο, τρεις; Αυτό σημαίνει ότι αν δεν υπάρχουν πολλές μεσαίες και μικρές, δεν υπάρχει ανταγωνισμός, υπάρχουν καρτέλ. Κι αυτό συμβαίνει τώρα εδώ.
Πέραν αυτού, όμως, η Ιστορία έχει αποδείξει ότι οι Ελληνες με επιμονή προτιμούν να είναι ανεξάρτητοι αντί να είναι υπάλληλοι – και μάλιστα κακοπληρωμένοι. Προτιμούν να κάνουν τη μικρή δική τους επιχείρηση ή να είναι ανεξάρτητοι επαγγελματίες, να ορίζουν τον χρόνο, τις κινήσεις και το εισόδημά τους και γι’ αυτό θυσιάζουν την καριέρα και την όποια ασφάλεια προσφέρουν οι μεγάλες επιχειρήσεις στους εργαζομένους τους.
Αυτή η προτίμηση των Ελλήνων είναι ξεκάθαρη και στα επίσημα στοιχεία που δημοσίευσε προχθές η Eurostat. Σύμφωνα με αυτά, τη σημαντικότερη συμβολή στη διαμόρφωση του κύκλου εργασιών το έτος 2023 είχαν οι ανεξάρτητες επιχειρήσεις με ποσοστό 56,0% και 230,3 δισ. ευρώ, με τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε πολυεθνικούς ομίλους που ελέγχονται από την Ελλάδα να ακολουθούν με ποσοστό 24,1% και 99,2 δισ. ευρώ.
Οι επιχειρήσεις που είχαν τη μεγαλύτερη συμβολή στην προστιθέμενη αξία το έτος 2023 ήταν οι ανεξάρτητες, με ποσοστό 56,6% και 57,8 δισ. ευρώ. Η δεύτερη σημαντικότερη συμβολή ήταν των επιχειρήσεων που ανήκουν σε πολυεθνικούς ομίλους οι οποίοι ελέγχονται από την Ελλάδα με ποσοστό 25,5% και 26,0 δισ. ευρώ.
Στις ανεξάρτητες επιχειρήσεις, τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην προστιθέμενη αξία καταγράφουν οι μικρομεσαίες με ποσοστό 51,0% (29,5 δισ. ευρώ), ενώ οι πολύ μικρές και οι μεγάλες επιχειρήσεις συμμετέχουν με 36,8% (21,3 δισ. ευρώ) και 12,2% (7,0 δισ. ευρώ) αντίστοιχα.
Ως προς τη συνολική απασχόληση, οι ανεξάρτητες επιχειρήσεις απασχολούσαν το 84,5% (2.948.914 άτομα) των εργαζομένων το 2023 και οι επιχειρήσεις των πολυεθνικών ομίλων που ελέγχονται από την Ελλάδα απασχολούσαν το 7,1% (249.242 άτομα).
Οταν λοιπόν αυτή είναι η επίμονη προτίμηση των πολιτών -με δεδομένο ότι η συνεισφορά των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων τόσο στην προστιθέμενη αξία που παράγεται όσο και στην απασχόληση είναι σημαντικά μεγαλύτερη από αυτή των μεγάλων και ελληνικών πολυεθνικών επιχειρήσεων-, η βίαιη, όπως την επιχειρεί η κυβέρνηση, αλλαγή του μοντέλου προκαλεί σημαντικό πρόβλημα τόσο στην οικονομία όσο και στην κοινωνία, με προεκτάσεις που φτάνουν ακόμη και στην ένταση του δημογραφικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η χώρα.
Ταυτόχρονα, η πολιτική αυτή φρενάρει τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας (θα μπορούσε να είναι τόσο υψηλότερος από τον σημερινό που θα μετέβαλε το επίπεδο διαβίωσης της χώρας αν λύνονταν τα προβλήματα της ρευστότητας και γίνονταν παραγωγικές επενδύσεις).
Και τελικά αυτή η πολιτική, της εμμονής στις μεγάλες μπίζνες, στα τεράστια πλεονάσματα και στην καθυστέρηση πληρωμών είναι η αιτία όχι μόνο της «δύσπνοιας», αλλά και της πολιτικής δυσαρέσκειας που επικρατεί σήμερα.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.