Το είδαμε, το βλέπουμε να συμβαίνει και μπορεί να γίνει – ας ελπίσουμε όχι- «κανονικότητα» με άλλοθι την ένταση που κλιμακώνεται σε μια έτσι κι αλλιώς προεκλογική περίοδο. Έμπειροι νυν και πρώην υπουργοί, βουλευτές με επί χρόνια διακριτή απήχηση στο εκλογικό τους κοινό, νέα και πρωτόβγαλτα στελέχη που διεκδικούν μια βουλευτική έδρα εμφανίζονται –ευτυχώς δεν αποτελούν την πλειοψηφία στα κόμματά τους– με αρκετά ντεσιμπέλ στη φωνή ή αντιπαρατίθενται ακόμη και με «χτυπήματα κάτω από τη ζώνη» εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων. Η ανταλλαγή λεκτικών πυρών γίνεται ρουτίνα άνευ επιχειρημάτων και όταν η ρουτίνα εξελίσσεται σε …εμπόλεμη ζώνη, τότε ποιος κερδίζει;
Είναι πολλά τα παραδείγματα των τελευταίων μηνών και το ερώτημα είναι γιατί τα κόμματα αφήνουν χώρο σε τέτοιες συμπεριφορές που κάνουν τους πολίτες να τρέχουν απογοητευμένοι είτε στο πεδίο των αναποφάσιστων, είτε στην αποχή. Ποιος κερδίζει από αυτήν τη συνθήκη, διότι στα γκάλοπ δεν φαίνεται μέχρι τώρα κάποιο από τα κόμματα εξουσίας να κινείται με ταχύτητα προς τον διακηρυγμένο στόχο. Ούτε η Νέα Δημοκρατία πείθει ότι θα χτυπήσει με άνεση την αυτοδυναμία με δημοσκοπικά ποσοστά που ουδεμία σχέση έχουν με τα εκλογικά του 2023, ούτε βέβαια το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛΑΣ θα κερδίσουν την πρωτοκαθεδρία της κεντροαριστεράς μονομαχώντας για το αν υπάρχουν «βλάκες» στο σπιτικό ή την αυλή τους.
«Έξαλλες» εκφράσεις και χαριεντισμοί ανακατεμένοι με τις άχρηστες πληροφορίες της ημέρας, «κακομοίρηδες» στο τραπέζι του διαλόγου, προσβλητικές προσωπικές επιθέσεις μπροστά στις κάμερες, χλευασμοί για τη διαπίστωση της ενεργειακής ακρίβειας του τύπου «είναι γεμάτη η Συγγρού από αυτοκίνητα κάθε μέρα» και «πολλάκις πολιτικά υπότροποι» να ποδοπατούν τους κανόνες του ορθού πολιτικού λόγου στις δημόσιες αντιπαραθέσεις: αν δεν είναι «επικίνδυνη» είναι ιδιαίτερα προβληματική αυτή η εικόνα που εισπράττουν οι πολίτες σε σχεδόν καθημερινή βάση. Είναι πολύ εύκολο να ρίξει κάποιος την ευθύνη σε ένα και μόνο κόμμα, αν και είναι πρώτη και αυτονόητη η υποχρέωση της εκάστοτε κυβερνητικής παράταξης να σέβεται τους πολιτικούς της αντιπάλους στην αντιπολίτευση. Το να επιμένεις με τον λάθος τρόπο και λόγο στο ίδιο μοτίβο είναι τουλάχιστον ενοχλητικό και καθόλου παραγωγικό στοιχείο του αναγκαίου διαλόγου. Το «σχοινί-κορδόνι» καμιά φορά σπάει. Και οι συγγνώμες αν είναι δε και μισές δεν λύνουν το πρόβλημα.
Σε όλα τα τελευταία γκάλοπ οι ειδικοί διακρίνουν τη σημασία της κινητικότητας των ψηφοφόρων του Κέντρου. Η Νέα Δημοκρατία επικαλείται τις προηγούμενες εκλογικές της επιδόσεις για να διαπιστώσει αυτάρεσκα την άνετη επικράτησή της, χωρίς ωστόσο να δίνει πειστικές απαντήσεις για το που κινούνται σήμερα οι περισσότεροι από τους ψηφοφόρους της που έκαναν διαφορετική επιλογή στις ευρωεκλογές του 2024, όταν έχασε περίπου 13 ποσοστιαίες μονάδες. Το ΠΑΣΟΚ παραμένει τρίτο κόμμα (με κάποια άνοδο μετά από τη ΔΕΘ) και επενδύει αναμφίβολα στο χώρο του Κέντρου για να δει καλύτερες μέρες, ενώ η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα δεν φαίνεται να βρίσκει ικανές χαραμάδες στο συγκεκριμένο εκλογικό κοινό. Αυτό το εκλογικό κοινό, το κοινό του Κέντρου, είναι σύμφωνα με τους ειδικούς αναλυτές μετριοπαθές, απαιτητικό, θέλει να ακούει επιχειρήματα και όχι αλαζονικές ιαχές, παρατηρεί τις «λεπτομέρειες» και στο τέλος …ξυρίζει τον γαμπρό. Κατά την άνοιξη…
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.