Αν και το κρασί, το τυρί και το ψωμί αποτελούν το σήμα κατατεθέν της γαλλικής ταυτότητας και της παγκόσμιας επιρροής της, οι τρεις αυτοί «γαστρονομικοί πυλώνες» της χώρας βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή, ταυτόχρονη κρίση. Στη Marché International de Rungis, τη γιγαντιαία αγορά τροφίμων έξω από το Παρίσι που αποκαλείται «η κοιλιά της πρωτεύουσας», ο προμηθευτής τυριών Φιλίπ Αμίς παρατηρεί με ανησυχία τις εισαγωγές των ανταγωνιστικών ιταλικών προϊόντων να κερδίζουν συνεχώς έδαφος.
Την ίδια ώρα, στην Μπος, τον εύφορο «σιτοβολώνα της Γαλλίας», η πραγματικότητα είναι εξίσου σκληρή καθώς, ο παραγωγός σιτηρών Ερίκ Τιρουέν βρίσκεται αντιμέτωπος με μια καταστροφική, τέταρτη συνεχόμενη χρονιά ζημιών. Λίγο νοτιότερα, στο Λανγκεντόκ, η κρίση παίρνει άλλη μορφή. Εκεί, ο οινοποιός Φρανκ Σαγιάν οδηγείται σε μια δραματική απόφαση, ετοιμάζεται να ξεριζώσει μέρος των αμπελιών του, περιορίζοντας αναγκαστικά την παραγωγή του. Η εικόνα αυτή συμπυκνώνει μια πολύ βαθύτερη αλλαγή.
Η γαλλική πρωτοκαθεδρία αμφισβητείται
Οι εξαγωγές κρασιού έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα εδώ και περισσότερο από 15 χρόνια, η μοτσαρέλα ανταγωνίζεται πλέον τα παραδοσιακά γαλλικά τυριά και περίπου ένα στα δύο κοτόπουλα που καταναλώνονται στη Γαλλία προέρχεται από το εξωτερικό. Το πλεόνασμα του αγροδιατροφικού εμπορίου υποχώρησε πέρυσι στα χαμηλότερα επίπεδα σχεδόν πέντε δεκαετιών.
Η Ισπανία φαίνεται πλέον να κινείται προς την κατεύθυνση να ξεπεράσει τη Γαλλία ως ο μεγαλύτερος αγροτικός παραγωγός της Ευρώπης μέσα στα επόμενα χρόνια, ενώ Ιταλία και Πολωνία κλείνουν επίσης την ψαλίδα. Η κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν απάντησε μιλώντας για έναν «αγροτικό πόλεμο» και προώθησε νομοθεσία που δίνει, μεταξύ άλλων, μεγαλύτερη προτεραιότητα στα γαλλικά προϊόντα στα σχολεία και χαλαρώνει ορισμένους περιορισμούς για αγροτικές επενδύσεις, κτίρια εκτροφής, φυτοφάρμακα και αρδευτικά έργα. Παράλληλα, ετοιμάζεται πακέτο στήριξης εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για παραγωγούς που επλήγησαν από την ξηρασία και τους καύσωνες του φετινού καλοκαιριού.
Οι λόγοι πίσω από αυτή τη μετατόπιση είναι πολλαπλοί. Οι εμπορικές εντάσεις, η ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα, οι ζωονόσοι και το υψηλότερο κόστος λιπασμάτων και καυσίμων έχουν επιβαρύνει την παραγωγή. Ταυτόχρονα, η κλιματική αλλαγή πλήττει ολοένα και περισσότερο τον αγροτικό τομέα. Η φετινή χρονιά εξελίσσεται σε μία από τις χειρότερες των τελευταίων ετών για τις δασικές πυρκαγιές στη Γαλλία, με περίπου 965.000 στρέμματα να έχουν ήδη καεί, έκταση υπερδιπλάσια από εκείνη που κάηκε σε ολόκληρο το 2025.
Ο Σεμπαστιάν Αμπίς, ερευνητής στο γαλλικό ινστιτούτο διεθνών και στρατηγικών υποθέσεων, θεωρεί ότι η Γαλλία δεν προσαρμόστηκε αρκετά γρήγορα. Όπως σημειώνει, ο υπόλοιπος κόσμος επιτάχυνε, ενώ η Γαλλία σε ορισμένες περιπτώσεις παρέμεινε στάσιμη, με το βασικό ερώτημα πλέον να είναι αν ο αγροδιατροφικός κλάδος είναι έτοιμος να επανακτήσει τη φιλοδοξία του.
Η κρίση του γαλλικού κρασιού
Στην περιοχή γύρω από την Καρκασόν, οι αμπελώνες έχουν βιώσει τα τελευταία χρόνια ακραία ξηρασία, πλημμύρες και πυρκαγιές. Ο Φρανκ Σαγιάν, του οποίου η οικογένεια παράγει κρασί εδώ και περισσότερα από 400 χρόνια, περιγράφει μια κατάσταση όπου τα προβλήματα συσσωρεύονται. Πέρυσι, οι πυρκαγιές κατέστρεψαν περίπου τη μισή παραγωγή κρασιού στην περιοχή.
Παράλληλα, οι εξαγωγές κρασιών και ποτών, που αποτελούν το σημαντικότερο αγροδιατροφικό εξαγωγικό κλάδο της Γαλλίας, συνέχισαν να υποχωρούν το 2026 λόγω των αμερικανικών δασμών, της ασθενέστερης ζήτησης από την Κίνα και της γενικότερης τάσης για χαμηλότερη κατανάλωση αλκοόλ. Η χώρα φιλοξενεί περίπου το 10% των αμπελώνων του κόσμου, αλλά έχει χάσει το ένα τρίτο της καλλιεργούμενης έκτασης αμπελιών μέσα σε 50 χρόνια.
Για να περιορίσει την υπερπροσφορά και να στηρίξει τις τιμές, η κυβέρνηση πληρώνει παραγωγούς ώστε να ξεριζώσουν αμπέλια. Με την ολοκλήρωση του φετινού προγράμματος, θα έχουν αφαιρεθεί περίπου 540.000 στρέμματα αμπελώνων, με συνολικό κόστος 217 εκατομμυρίων ευρώ μέσα σε δύο χρόνια. Ο Σαγιάν αναμένεται να λάβει περίπου 40.000 ευρώ για να αφαιρέσει 10 από τα 58 εκτάρια αμπελώνων του.
Η Γαλλία οικοδόμησε σταδιακά ένα διατροφικό μοντέλο υψηλής αξίας και ισχυρού brand. Από τον 17ο αιώνα, η γαλλική γαστρονομία χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο πολιτιστικής επιρροής. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μηχανοποίηση, τα λιπάσματα και η συγκέντρωση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων μετέτρεψαν τη χώρα σε μεγάλη εξαγωγική δύναμη. Η Γαλλία πρωτοστάτησε επίσης στην προστασία γεωγραφικών ενδείξεων και στη δημιουργία ενός μοντέλου που συνέδεσε τα τρόφιμα με την ποιότητα, την προέλευση και την πολυτέλεια.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Γιανίκ Φιαλίπ, πρόεδρο του National Center for the Promotion of Agricultural and Food Products, η υπερβολική έμφαση σε premium προϊόντα, όπως σαμπάνια, εκλεκτά κρασιά, foie gras και artisanal τυριά, αποδείχθηκε με τον χρόνο αδυναμία. Η στρατηγική αυτή έκανε τις γαλλικές εξαγωγές περισσότερο ευάλωτες σε υφέσεις και γεωπολιτικές εντάσεις στις αγορές-στόχους.
Την ίδια στιγμή, τα πιο προσιτά ιταλικά προϊόντα κατέγραψαν ισχυρότερη ανάπτυξη. Πέρυσι οι γαλλικές αγροδιατροφικές εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 2%, έναντι 5% για τις ιταλικές. Η δυσαρέσκεια στον αγροτικό κόσμο έχει εξελιχθεί σε σημαντικό πολιτικό ζήτημα. Νωρίτερα φέτος, αγρότες κατέβηκαν με τρακτέρ στο Παρίσι για να διαμαρτυρηθούν κατά της εμπορικής συμφωνίας της ΕΕ με τη Mercosur. Οι Γάλλοι αγρότες είχαν ήδη βρεθεί στην πρώτη γραμμή των μεγάλων ευρωπαϊκών κινητοποιήσεων του 2024. Παρά τη σημερινή πίεση, η Γαλλία εξακολουθεί να είναι ο μεγαλύτερος αποδέκτης αγροτικών επιδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνοντας κατά μέσο όρο περίπου 9 δισ. ευρώ τον χρόνο.
Αλλάζει και ο τρόπος που τρώνε οι Γάλλοι
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην παραγωγή. Η πανδημία, η τηλεργασία και η αύξηση του κόστους ζωής επιτάχυναν βαθύτερες αλλαγές στον τρόπο που οι Γάλλοι τρώνε, μαγειρεύουν και καταναλώνουν αλκοόλ. Το παραδοσιακό γεύμα σε bistrot στο διάλειμμα της δουλειάς έχει χάσει μέρος της σημασίας του, ενώ οι νεότερες ηλικίες περνούν λιγότερο χρόνο στην κουζίνα. Τα άτομα κάτω των 35 ετών στρέφονται περισσότερο σε έτοιμα γεύματα, γρήγορες συνταγές και snacks. Παράλληλα, η ιταλική κουζίνα επωφελείται από την ευκολία χρήσης προϊόντων όπως ελαιόλαδο, σάλτσες ντομάτας, ζυμαρικά, προσούτο και τυριά.
Η «εισβολή» της μοτσαρέλας
Η αγορά Rungis τροφοδοτεί περίπου 18 εκατομμύρια ανθρώπους ημερησίως και διακινεί περίπου 3 εκατομμύρια τόνους τροφίμων τον χρόνο, εκ των οποίων το 40% προέρχεται από το εξωτερικό. Η Buisson, εταιρεία χονδρικής τυριών, ετοιμάζεται να μεταφερθεί σε εγκαταστάσεις διπλάσιου μεγέθους για να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες εισαγωγές ιταλικών προϊόντων.
Οι πωλήσεις ιταλικών τυριών της εταιρείας έφτασαν σε ιστορικό υψηλό τον Μάιο, ξεπερνώντας τους 5 τόνους την ημέρα, έναντι λιγότερων από 2 τόνων πριν από έξι χρόνια. Πλέον, τα ιταλικά τυριά αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% των πωλήσεων της εταιρείας. Ο Μάρκο Ντι Τομάζο, υπεύθυνος ιταλικών τυριών στην Buisson, εκτιμά ότι η Γαλλία, παρότι διαθέτει πάνω από 1.200 διαφορετικά τυριά, ενδέχεται πλέον να καταναλώνει περισσότερη μοτσαρέλα από Camembert.
Η αλλαγή δεν είναι μόνο θέμα προτίμησης. Τα ιταλικά τυριά χρησιμοποιούνται περισσότερο ως συστατικά στο καθημερινό μαγείρεμα, ενώ τα γαλλικά καταναλώνονται συχνότερα μόνα τους ή στο τέλος ενός γεύματος. Το αγροδιατροφικό εμπορικό πλεόνασμα της Γαλλίας υποχώρησε πέρυσι στα μόλις 181 εκατομμύρια ευρώ, από 5 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024. Η αύξηση των τιμών σε κακάο και καφέ ενίσχυσε το κόστος των εισαγωγών, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν με αργούς ρυθμούς. Η εικόνα αυτή ενισχύει την ανησυχία ότι η χώρα χάνει μέρος της παραδοσιακής αγροτικής της ισχύος.
Ο Ερίκ Τιρουέν καλλιεργεί 2100 στρέμματα με σιτάρι, κριθάρι και καλαμπόκι σε οικογενειακή εκμετάλλευση που λειτουργεί τουλάχιστον από το 1540. Σχεδίαζε να παραδώσει την επιχείρηση στον γιο του, όμως πλέον αμφιβάλλει για το μέλλον της. Οι Γάλλοι παραγωγοί σιτηρών αντιμετωπίζουν πλέον πολύ πιο έντονο ανταγωνισμό από χώρες χαμηλότερου κόστους, ιδιαίτερα τη Ρωσία, αλλά και από τις μεγάλης κλίμακας εκμεταλλεύσεις των ΗΠΑ και της Αυστραλίας.
Παράλληλα, πολιτικές εντάσεις έχουν οδηγήσει μεγάλους αγοραστές, όπως η Αλγερία, να περιορίσουν ή να διακόψουν τις αγορές γαλλικού σιταριού. Ο Μακρόν έχει αναγνωρίσει ότι η διεθνής ισορροπία άλλαξε. Όπως έχει επισημάνει, πριν από δέκα χρόνια η Γαλλία πουλούσε σιτάρι στη Ρωσία, ενώ σήμερα η Ρωσία έχει εξελιχθεί σε κορυφαίο εξαγωγέα.
Συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα και γήρανση του αγροτικού πληθυσμού
Ο αριθμός των αγροτικών εκμεταλλεύσεων στη Γαλλία έχει μειωθεί κατά 75% από τη δεκαετία του 1970, στις περίπου 390.000. Το δημογραφικό πρόβλημα επιδεινώνεται. Μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια, σχεδόν οι μισοί Γάλλοι αγρότες αναμένεται να συνταξιοδοτηθούν. Η κυβέρνηση επιχειρεί να προσελκύσει νέους στον κλάδο, διευκολύνοντας την αγορά ή ανάληψη αγροτικών εκμεταλλεύσεων και βελτιώνοντας την πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Παράλληλα, θέλει μέχρι το 2030 να αυξήσει κατά 30% τους φοιτητές γεωργικών σπουδών, κατά 30% τους γεωπόνους και κατά 75% τους κτηνιάτρους που εκπαιδεύονται στη χώρα.
Για παραγωγούς όπως ο Τιρουέν, τα τελευταία χρόνια ήταν διαδοχικά προβληματικά. Το 2023, οι τιμές των λιπασμάτων εκτινάχθηκαν μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Το 2024, η Γαλλία είχε τη χειρότερη συγκομιδή των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Πέρυσι, η παραγωγή ήταν καλύτερη, αλλά οι τιμές του σιταριού κατέρρευσαν. Φέτος, το υψηλότερο κόστος σε λιπάσματα και καύσιμα, σε συνδυασμό με τους παρατεταμένους καύσωνες, επιβαρύνει ξανά τις αποδόσεις.
Για τον ίδιο, το ερώτημα που τίθεται πλέον από πολλούς αγρότες είναι αν αξίζει να σπείρουν για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά γνωρίζοντας ότι μπορεί να καταγράψουν νέες ζημιές. Παρά την κρίση, εμφανίζονται και προσπάθειες αλλαγής. Οι παραγωγοί Roquefort προωθούν πλέον το παραδοσιακό τυρί όχι μόνο ως προϊόν για κατανάλωση στο τέλος του γεύματος, αλλά και ως υλικό για burgers ή σούπες. Οι παραγωγοί Cognac αναζητούν νέους τρόπους κατανάλωσης μέσα από cocktails. Στον αμπελοοινικό τομέα, ο Φρανκ Σαγιάν εξετάζει τη μετάβαση σε κρασιά χαμηλού ή μηδενικού αλκοόλ, τα οποία κερδίζουν συνεχώς δημοτικότητα.
Η αγορά έχει ήδη αρχίσει να επενδύει σε τεχνολογίες αποαλκοολοποίησης, ενώ ακόμη και η έκθεση Wine Paris συνοδεύεται πλέον από ξεχωριστές εκδηλώσεις γευσιγνωσίας χωρίς αλκοόλ. Για τον Σαγιάν, το μήνυμα είναι σαφές: η παράδοση από μόνη της δεν αρκεί. Όπως σημειώνει, όσα λειτουργούσαν πριν από 20, 30 ή 50 χρόνια μπορεί πλέον να έχουν ξεπεραστεί και σε μια χώρα όπου το κρασί αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κουλτούρας, η ίδια η βεβαιότητα γύρω από αυτή την παράδοση μπορεί να έχει μετατραπεί σε παγίδα.
Διαβάστε ακόμη
Ρεύμα: Σαββατοκύριακο… βαθιάς ανάσας στις τιμές λόγω ΑΠΕ
Νέες απάτες με δόλωμα καλύτερη ρύθμιση χρεών και μικρότερη δόση
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
