Η γαλλική κυβέρνηση ετοιμάζεται να παρουσιάσει ένα σχέδιο δραστικής μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος, ανοίγοντας μια πολιτική μάχη που θα μπορούσε να απειλήσει την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί και να εντείνει τις ανησυχίες των επενδυτών για το διογκούμενο δημόσιο χρέος της χώρας.
Στο τελευταίο δημοσιονομικό σχέδιο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027, η κυβέρνηση θα παρουσιάσει την Πέμπτη τις λεπτομέρειες μιας δημοσιονομικής προσπάθειας ύψους 54 δισ. ευρώ, με στόχο να περιορίσει τις ανεξέλεγκτες δαπάνες και να μειώσει το έλλειμμα στο 5% του ΑΕΠ το 2027, από 5,4% φέτος.
Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι θα αναζητήσει εξοικονομήσεις σε ιδιαίτερα ευαίσθητους τομείς, όπως οι συντάξεις, οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων και οι αποζημιώσεις αναρρωτικής άδειας που χρηματοδοτούνται από το κράτος. Παράλληλα, έχει δηλώσει ότι ο έκτακτος φόρος στις μεγάλες επιχειρήσεις που επιβλήθηκε το 2025 θα παραταθεί τουλάχιστον εν μέρει, παρά τις αντιδράσεις των επιχειρηματικών οργανώσεων.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη άσκηση ισορροπίας για την κυβέρνηση μειοψηφίας του Λεκορνί. Ο Γάλλος πρωθυπουργός καλείται να συμβιβάσει τις απαιτήσεις ενός εχθρικού κοινοβουλίου, το οποίο οδήγησε στην απομάκρυνση και των δύο προκατόχων του, με τις προσδοκίες των επενδυτών, οι οποίοι το τελευταίο διάστημα έχουν περιορίσει την έκθεσή τους στα γαλλικά περιουσιακά στοιχεία εξαιτίας των αυξανόμενων δημοσιονομικών και πολιτικών ανησυχιών.
Μέσα στο γενικότερο sell-off στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων, το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει αυξηθεί περισσότερο από εκείνο άλλων χωρών της περιοχής. Το spread της απόδοσης του γαλλικού 10ετούς ομολόγου έναντι του αντίστοιχου γερμανικού έχει διπλασιαστεί μέσα σε τέσσερις μήνες, φθάνοντας σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης το 2012. Την Τετάρτη διαμορφωνόταν στις 127 μονάδες βάσης.
Η άνοδος των επιτοκίων, σε συνδυασμό με ένα δημόσιο χρέος που αναμένεται να ξεπεράσει το 120% του ΑΕΠ το επόμενο έτος, διογκώνει ταχύτατα το κόστος εξυπηρέτησής του. Ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι οι δαπάνες για τόκους αναμένεται να φθάσουν περίπου τα 91 δισ. ευρώ το 2027, ξεπερνώντας τους ετήσιους προϋπολογισμούς τόσο για την άμυνα όσο και για την εκπαίδευση.
«Για να χαλαρώσουμε αυτή τη θηλιά, πρέπει να βρούμε εξοικονομήσεις που θα είναι αποδεκτές αλλά ταυτόχρονα σημαντικές», δήλωσε στο ραδιόφωνο France Inter. «Θέλω να διαφυλάξω τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Γαλλίας, θέλω να προστατεύσω την πιστοληπτική της θέση και, για να το πετύχουμε, πρέπει να δράσουμε αποφασιστικά σήμερα, ώστε να μην αναγκαστούμε να το κάνουμε αύριο».
Η γαλλική υπηρεσία διαχείρισης χρέους, Agence France Trésor, ανακοίνωσε την Τρίτη ότι σχεδιάζει να δανειστεί το ποσό-ρεκόρ των 340 δισ. ευρώ το 2027, προκειμένου να χρηματοδοτήσει το έλλειμμα και να αναχρηματοδοτήσει μεγάλο όγκο ομολόγων που λήγουν.
Σύμφωνα με το Bloomberg Economics, πρόσθετη πίεση προκαλεί ο πληθωρισμός, καθώς περίπου το 10% του γαλλικού δημόσιου χρέους είναι συνδεδεμένο με την εξέλιξη των τιμών. Οι επιπτώσεις μεταφέρονται και στον προϋπολογισμό του 2027, καθώς ο υψηλότερος πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα αυξήσει κατά περίπου 5 δισ. ευρώ τις συνταξιοδοτικές δαπάνες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αναζητήσει εξοικονομήσεις σε άλλους τομείς.
Οι προεδρικές εκλογές του 2027 προσθέτουν ακόμη έναν βαθμό δυσκολίας, καθώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης εμφανίζονται απρόθυμα να θεωρηθεί ότι συνεργάζονται με την απερχόμενη κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν. Ωστόσο, η αποτυχία επίτευξης συμφωνίας για τον προϋπολογισμό και η προσφυγή σε έκτακτη νομοθεσία ενέχουν τον κίνδυνο περαιτέρω διόγκωσης του ελλείμματος, ενώ θα μπορούσαν να δυσκολέψουν την ταχεία εφαρμογή φορολογικών και δημοσιονομικών παρεμβάσεων από τον επόμενο Πρόεδρο.
«Προς το παρόν, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς έναν προφανή καταλύτη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διατηρήσιμη αποκλιμάκωση των spreads», δήλωσε η οικονομολόγος της ING Σαρλότ ντε Μονπελιέ. Όπως σημείωσε, η υιοθέτηση ενός αξιόπιστου προϋπολογισμού για το 2027, κάτι που στο παρόν στάδιο εμφανίζεται ιδιαίτερα δύσκολο, θα μπορούσε να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, χωρίς όμως να επιλύσει τα διαρθρωτικά προβλήματα των δημόσιων οικονομικών της Γαλλίας.
Το νομοσχέδιο για τον προϋπολογισμό πρέπει να έχει εγκριθεί έως τα τέλη Δεκεμβρίου, ώστε να αποφευχθεί εκ νέου η προσφυγή σε έκτακτη νομοθεσία, όπως συνέβη στις αρχές του 2026 αλλά και του 2025. Κατά τη νομοθετική διαδικασία προβλέπονται πολλαπλές ψηφοφορίες μεταξύ της Εθνοσυνέλευσης και της Γερουσίας.
Εάν η κυβέρνηση δεν κατορθώσει να εξασφαλίσει τις απαραίτητες πλειοψηφίες, μπορεί να ενεργοποιήσει το άρθρο 49.3 του γαλλικού Συντάγματος, παρακάμπτοντας την ψηφοφορία επί του νομοσχεδίου. Μια τέτοια κίνηση, ωστόσο, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο κατάθεσης προτάσεων μομφής εναντίον της κυβέρνησης.
Η υποψήφια της γαλλικής ακροδεξιάς για την προεδρία Μαρίν Λεπέν έχει αφήσει να εννοηθεί ότι αυτή τη φορά ενδέχεται να μην επιχειρήσει να ανατρέψει την κυβέρνηση, επικαλούμενη τον κίνδυνο πρόκλησης κρίσης στην αγορά ομολόγων. Αντίθετα, βουλευτές της Αριστεράς έχουν εμφανιστεί περισσότερο διατεθειμένοι να προωθήσουν προτάσεις μομφής. Η επιβίωση της κυβέρνησης σε μια τέτοια ψηφοφορία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη στάση του Εθνικού Συναγερμού.
Η Λεπέν έχει ανακοινώσει ότι θα παρουσιάσει την Τρίτη τις δικές της προτάσεις για τον προϋπολογισμό, μαζί με ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών σε περίπτωση εκλογής της τον Μάιο.
Τα σχέδια του Μακρόν για τη μείωση του ελλείμματος έχουν επανειλημμένα εκτροχιαστεί, καθώς τόσο τα φορολογικά έσοδα όσο και η οικονομική ανάπτυξη αποδείχθηκαν χαμηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις του αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν λιγότερο φιλόδοξους δημοσιονομικούς στόχους προκειμένου να εξασφαλίσουν επαρκή κοινοβουλευτική στήριξη και να παραμείνουν στην εξουσία.
Το έλλειμμα επρόκειτο αρχικά να υποχωρήσει ελαφρώς στο 5% του ΑΕΠ φέτος, ωστόσο οι υπουργοί ανακοίνωσαν τον περασμένο μήνα ότι αναμένεται να διευρυνθεί στο 5,4%, καθώς η γαλλική οικονομία απέφυγε οριακά την ύφεση και οι δαπάνες για τόκους αυξήθηκαν σημαντικά.
Χωρίς αλλαγές στον προϋπολογισμό του επόμενου έτους που θα ανακόψουν τη διαρθρωτική αύξηση των δαπανών, το δημοσιονομικό έλλειμμα θα μπορούσε να φθάσει ακόμη και στο 6,5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τον Λεκορνί.
Ο πρωθυπουργός έχει ήδη παρουσιάσει ορισμένες από τις σχεδιαζόμενες περικοπές, μεταξύ των οποίων 2,5 δισ. ευρώ στο υπουργείο Εργασίας, εξοικονόμηση 2 δισ. ευρώ από το «πάγωμα» μισθολογικού δείκτη για τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα και επιπλέον 2 δισ. ευρώ από αλλαγές στις αποζημιώσεις αναρρωτικής άδειας.
Η κυβέρνηση θα προτείνει επίσης εξοικονόμηση 5,5 δισ. ευρώ στο συνταξιοδοτικό σύστημα, μέσω της αναπροσαρμογής των συντάξεων των πιο εύπορων συνταξιούχων με ρυθμό χαμηλότερο από τον πληθωρισμό, καθώς και μέσω της μείωσης της φορολογικής έκπτωσης που απολαμβάνουν.
«Δεν θα περικόψουμε καμία σύνταξη. Το ερώτημα είναι πόσο θα τις αυξήσουμε», δήλωσε ο υπουργός Εργασίας Ζαν-Πιερ Φαραντού σε συνέντευξή του στο Challenges.
Για το σύνολο του προϋπολογισμού κοινωνικής ασφάλισης, η κυβέρνηση επιδιώκει να περιορίσει το έλλειμμα στα 12 έως 13 δισ. ευρώ, από περίπου 22 δισ. ευρώ φέτος, σύμφωνα με τον υπουργό.
Διαβάστε ακόμη
Φώσφορος: Το πέτρωμα που ταΐζει όλο τον κόσμο
Απολαύσεις και προνόμια στις πανάκριβες σουίτες της Πρέμιερ Λιγκ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
