Όταν το FBI συνέλαβε τον Ρούμπεν Βάιγκαντ σε ενδιάμεση στάση στο αεροδρόμιο του Λος Άντζελες, τον Μάρτιο του 2020, η είδηση προκάλεσε αναστάτωση σε εταιρείες πληρωμών στην Ευρώπη.
Ο Ρούμπεν Βάιγκαντ, ο οποίος είναι από το Μοντάμπαουρ της Γερμανίας, φέρεται να είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διασύνδεση εταιρειών πληρωμών, όπως η Wirecard και η Payone, η οποία σήμερα ανήκει στη Worldline, με ιδιαίτερα κερδοφόρους πελάτες. Οι πελάτες περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, διαχειριστές ιστοσελίδων πορνογραφικού περιεχομένου και διαδικτυακών γνωριμιών, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν την υπόθεση.
Η σύλληψή του έλαβε χώρα σε μια περίοδο κατά την οποία ο κλάδος είχε ήδη κλονιστεί από καταγγελίες για αμφιλεγόμενες λογιστικές πρακτικές στη Wirecard. Ως αποτέλεσμα, αρκετές εταιρείες πληρωμών επανεξέτασαν τις σχέσεις τους μαζί του. Αργότερα την ίδια χρονιά, η εταιρεία πληρωμών Unzer, με τη στήριξη της KKR, κατέθεσε αναφορά για ύποπτες δραστηριότητες στις αρμόδιες αρχές για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στη συνέχεια, ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες αναφορές.
Περισσότερα από πέντε χρόνια αργότερα, οι εισαγγελικές αρχές στο Κόμπλεντς της Γερμανίας, αναφέρουν ότι έχουν αποκαλύψει μια εκτεταμένη υπόθεση απάτης στην οποία φαίνεται να εμπλέκονται τέσσερις γερμανικές εταιρείες πληρωμών. Στα τέλη του περασμένου έτους, οι αρχές διενήργησαν επιτόπιους ελέγχους σε περισσότερες από 60 διευθύνσεις, στο πλαίσιο της έρευνας με την ονομασία «Operation Chargeback», και συνέλαβαν περίπου 20 άτομα. Σύμφωνα με τις αρχές, εγκληματικά δίκτυα εξαπάτησαν πολίτες από όλο τον κόσμο, αποσπώντας περισσότερα από 300 εκατομμύρια ευρώ, αποκτώντας στοιχεία πιστωτικών καρτών και εγγράφοντάς τους χωρίς τη συναίνεσή τους σε ψεύτικους ιστότοπους, κυρίως πορνογραφικού περιεχομένου και γνωριμιών. Οι συναλλαγές αυτές φέρεται να διεκπεραιώνονταν μέσω γερμανικών εταιρειών πληρωμών.
Η έρευνα αυτή ανέδειξε την χρόνια κρίση στον κλάδο, δείχνοντας ότι οι εταιρείες πληρωμών συνέχιζαν να συνεργάζονται με πελάτες που δραστηριοποιούνταν σε αμφιλεγόμενους ή ριψοκίνδυνους τομείς, με στόχο την αύξηση των κερδών και την ανάπτυξή τους. Σύμφωνα με έγγραφα που εξέτασε το Bloomberg, ορισμένα στελέχη και μέλη προσωπικού κατηγορούνται ότι συμμετείχαν ενεργά στις απάτες.
Οι εν λόγω εταιρείες πληρωμών, μεταξύ των οποίων και μια που παλαιότερα ήταν γνωστή ως Concardis, έχουν πλέον διακόψει τις συνεργασίες τους με πελάτες που δραστηριοποιούνταν σε αμφιλεγόμενους ή ριψοκίνδυνους τομείς, υπό αυστηρότερους ρυθμιστικούς ελέγχους. Η έρευνα επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα, πολλά από τα οποία είχαν προηγουμένως εργαστεί στις εταιρείες αυτές. Παράλληλα, η εμπιστοσύνη των επενδυτών έχει πληγεί σημαντικά, επιδεινώνοντας τη μακροχρόνια ύφεση στον κλάδο μετά την πανδημία του Covid.
Η αξία της Worldline έχει μειωθεί κατά 99% σε σχέση με τα μεγαλύτερα επίπεδα του 2021, ενώ η ιταλική Nexi SpA, που το 2020 συμφώνησε να εξαγοράσει την Concardis στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συμφωνίας, έχει χάσει το 83% της αξίας της. Η KKR, που το 2019 είχε συμφωνήσει να αγοράσει την Unzer, τελικά την παρέδωσε στους πιστωτές το 2024. Ακόμη και η Wirecard, που κάποτε ξεχώριζε στον γερμανικό χώρο των fintech, κατέρρευσε πριν ολοκληρωθεί το «Operation Chargeback».
Ακολουθεί γράφημα με την πορεία των ευρωπαϊκών εταιρειών ψηφιακών πληρωμών, αποτυπώνοντας την πτώση τους μετά την πανδημία:

Τα δεδομένα της υπόθεσης προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από εντάλματα σύλληψης των ΗΠΑ που έχουν δημοσιοποιηθεί, καθώς και από συνομιλίες με περίπου 12 άτομα που είναι εξοικειωμένα με την έρευνα και ζήτησαν να διατηρηθεί η ανωνυμία τους, δεδομένου ότι η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη. Παρά το γεγονός ότι οι γερμανικές εισαγγελικές αρχές δεν έχουν αποκαλύψει τα ονόματα υπόπτων ή εταιρειών, πολλά από αυτά εμφανίζονται στα αμερικανικά έγγραφα. Στα έγγραφα αυτά αναφέρεται επίσης ότι ο Βάιγκαντ διατηρούσε στενές σχέσεις με δίκτυα φερόμενων εγκληματιών και με τις γερμανικές εταιρείες πληρωμών.
Πρώην υπάλληλοι των Unzer, Wirecard και Concardis θεωρούνται ύποπτοι ότι συνέβαλαν στην υπόθεση, περιλαμβανομένων και ορισμένων στελεχών σε δύο από τις εταιρείες. Αρκετοί από τους υπόπτους, ανάμεσά τους ο Βάιγκαντ, κρατούνται στη Γερμανία, ενώ άλλοι, όπως ο Γιάν Μαρσάλεκ, ο πρώην διευθυντής της Wirecard που ήταν ήδη καταζητούμενος, παραμένουν ελεύθεροι.
Ένας δικηγόρος του Βάιγκαντ αρνήθηκε να σχολιάσει την υπόθεση, καθώς οι έρευνες δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί. Ένας δικηγόρος του Μαρσάλεκ αρνήθηκε να σχολιάσει.
Μια εκπρόσωπος της Unzer δήλωσε ότι η εταιρεία συνεργάστηκε «προληπτικά» με τις αρμόδιες αρχές ήδη από το 2020. Εκπρόσωποι της Nexi και της Worldline αρνήθηκαν να σχολιάσουν.
Μια εκπρόσωπος της Payone δήλωσε ότι, από όσο γνωρίζει η εταιρεία, δεν αποτελεί αντικείμενο της έρευνας και δεν διαθέτει πληροφορίες ότι οι υπάλληλοί της εμπλέκονται στις διαδικασίες της έρευνας.
Η Γερμανία, όπου οι νόμοι για την πορνογραφία είναι λιγότερο αυστηροί σε σχέση με άλλες χώρες, αποτέλεσε για πολλά χρόνια προορισμό αμερικανικών ιστοσελίδων ενηλίκων που αναζητούσαν υπηρεσίες πληρωμών. Οι γερμανικές εταιρείες πληρωμών ήταν πιο πρόθυμες να αναλάβουν επιχειρηματικούς κινδύνους σε σύγκριση με τις διεθνείς ομολόγους τους, τόσο για πολιτιστικούς, όσο και για ρυθμιστικούς λόγους. Αυτό έδωσε σε εταιρείες όπως η Wirecard τη δυνατότητα να εδραιωθούν σε μια εξειδικευμένη αγορά, αποκτώντας πλεονέκτημα έναντι ανταγωνιστών σε άλλες χώρες.
Καθώς οι διαδικτυακές συναλλαγές γίνονταν όλο και πιο δημοφιλείς, οι γερμανικές εταιρείες πληρωμών επιδίωξαν να διευρύνουν την πελατειακή τους βάση και να μετασχηματιστούν σε εταιρείες χρηματοοικονομικής τεχνολογίας. Ξεχώριζαν σε μια χώρα περισσότερο γνωστή για τις τεχνικές της ικανότητες, παρά για τις χρηματοοικονομικές της δεξιότητες. Η Wirecard, συγκεκριμένα, αναδεικνυόταν ως η κορυφαία εταιρεία σε ένα εγχώριο οικοσύστημα που εκσυγχρόνιζε μια κοινωνία παραδοσιακά προσανατολισμένη στη χρήση μετρητών.
Ωστόσο, οι παλιές πρακτικές δεν εγκαταλείπονται εύκολα, και η εταιρεία συνέχιζε να συνεργάζεται με πελάτες που θεωρούνταν υψηλού ρίσκου, όπως ιστότοποι πορνογραφικού περιεχομένου και διαδικτυακά τυχερά παιχνίδια, καθώς αυτές οι συνεργασίες απέφεραν σημαντικά κέρδη. Αν και φυσικά δεν σχετίζονται όλοι οι πελάτες αυτού του τύπου με παράνομες ενέργειες, η διαχείρισή τους απαιτεί περισσότερη προσοχή, γεγονός που αυξάνει τα τέλη που καταβάλλουν. Επιπλέον, οι εταιρείες πληρωμών κερδίζουν ακόμη και όταν οι κάτοχοι πιστωτικών καρτών ζητούν να ακυρωθούν κάποιες συναλλαγές, καθώς η διαχείριση αυτών των ακυρώσεων επιφέρει πρόσθετες χρεώσεις.
Τα κέρδη αυτά συνέβαλαν στην αύξηση της αξίας των εταιρειών στις διαπραγματεύσεις με επενδυτές όλα τα προηγούμενα χρόνια, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν τον κλάδο και ζήτησαν να παραμείνουν ανώνυμα. Μεσίτες όπως ο Βάιγκαντ συνέδεαν τις εταιρείες πληρωμών με πελάτες που άλλες εταιρείες δεν ήταν πρόθυμες να εξυπηρετήσουν, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.
Ο Βάιγκαντ και η σύντροφός του είχαν μόλις ολοκληρώσει τον τελωνειακό έλεγχο στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Λος Άντζελες όταν συνελήφθησαν στις 9 Μαρτίου του 2020. Το ζευγάρι ταξίδευε προς την Κόστα Ρίκα για διακοπές, αλλά πράκτορες του FBI συνόδευσαν τον Βάιγκαντ σε ξεχωριστό δωμάτιο. Ένα χρόνο αργότερα, καταδικάστηκε και του επιβλήθηκε ποινή 15 μηνών για εξαπάτηση αμερικανικών τραπεζών, ώστε να επεξεργαστούν πληρωμές για αγορές κάνναβης.
Ο Βάιγκαντ ενημέρωσε τότε τους πράκτορες του FBI ότι διεύθυνε μια εταιρεία με έδρα το Λουξεμβούργο, την Payment Consultants, και συνεργαζόταν με διάφορους παρόχους τεχνικών υπηρεσιών και εμπόρους. Όπως ανέφερε, γνώριζε σχεδόν όλες τις εταιρείες πληρωμών στην Ευρώπη, οι οποίες αναλαμβάνουν τον κίνδυνο μη καταβολής χρημάτων από τους εμπόρους, σύμφωνα με αντίγραφο της συνέντευξής του το 2020.
Παράλληλα, παρέδωσε στους ειδικούς πράκτορες του FBI δύο τηλέφωνα και έναν φορητό υπολογιστή, τα οποία περιείχαν πληροφορίες σχετικές με την καταπολέμηση οικονομικής απάτης, καθώς και υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τραπεζικής απάτης. Οι αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών συμμετείχαν στην έρευνα των γερμανικών αρχών, ενώ τα αρχεία επικοινωνιών που βρέθηκαν στις συσκευές του Βάιγκαντ αποδείχθηκαν καθοριστικά για τους Γερμανούς εισαγγελείς. Αργότερα, ο Βάιγκαντ αποτέλεσε επίσης αντικείμενο τηλεφωνικής παρακολούθησης, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα στα οποία είχε πρόσβαση το Bloomberg.
Ακολουθεί γράφημα με τις επιμέρους ζημίες από την υποτιθέμενη απάτη πληρωμών στη Γερμανία, από τα 2 μεγαλύτερα δίκτυα πληρωμών:

Τον Νοέμβριο, οι γερμανικές αρχές ανακοίνωσαν ότι τρία δίκτυα φέρεται να βρίσκονταν πίσω από τις υποτιθέμενες δόλιες συναλλαγές που αποκάλυψε το «Operation Chargeback». Ο Βάιγκαντ διατηρούσε στενές σχέσεις με δύο από αυτά τα δίκτυα, τα οποία, σύμφωνα με τα τις αμερικανικές αρμόδιες αρχές, ευθύνονταν για το μεγαλύτερο μέρος των ζημιών. Τα δίκτυα αυτά, ταυτοποιημένα ως WebOps και FSX, είχαν έδρα στις Ηνωμένες Πολιτείες και, σύμφωνα με τις αρχές, χρησιμοποίησαν κλεμμένες πιστωτικές κάρτες για να δημιουργήσουν περισσότερες από 18 εκατομμύρια συνδρομές σε ψεύτικους ιστότοπους πορνογραφικού περιεχομένου και γνωριμιών μεταξύ των ετών 2016 και 2021. Για να μην γίνουν αντιληπτές οι συναλλαγές από τα θύματα, τα ποσά ήταν συνήθως μικρά, περίπου 50 ευρώ ανά μήνα.
Συνολικά, τα WebOps και FSX κατηγορούνται ότι διαχειρίζονταν τουλάχιστον 1.500 ιστότοπους μέσω περισσότερων από 500 εταιρειών-βιτρινών, κυρίως με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο ή την Κύπρο. Ωστόσο, για τη διαχείριση των χρημάτων που φέρεται να υπεξαιρέθηκαν από τα θύματα, απαιτούνταν η συμμετοχή τρίτων. Σε αυτό το ρόλο φέρονται να εμπλέκονται οι γερμανικές εταιρείες πληρωμών.
Οι εισαγγελικές αρχές υποστηρίζουν ότι η WebOps, η μεγαλύτερη από τις δύο, αρχικά διευθυνόταν από τον Χαμίτ «Ρέι» Αχάβαν, ο οποίος ήταν επίσης συν-κατηγορούμενος μαζί με τον Βάιγκαντ στην υπόθεση τραπεζικής απάτης στις Ηνωμένες Πολιτείες και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 30 μηνών το 2021. Σύμφωνα με έγγραφο του ιατροδικαστή της κομητείας του Λος Άντζελες, έφυγε από τη ζωή το 2024 από υπερβολική δόση ναρκωτικών.
Η WebOps διατηρούσε επαφές με τη Wirecard τουλάχιστον από το 2011, σύμφωνα με τα έγγραφα των αρχών. Ο Αχάβαν ήταν στενός φίλος του Μαρσάλεκ, ο οποίος δεν έχει συλληφθεί μέχρι σήμερα.
Οι δικηγόροι των ανδρών που ηγούνταν και των δύο δικτύων, όπως αναφέρεται στα αρχεία των αρχών, δεν ανταποκρίθηκαν σε αιτήματα σχολιασμού της υπόθεσης.
Ακολουθεί πίνακας με βασικά δεδομένα σχετικά με την υποτιθέμενη απάτη πίσω από το «Operation Chargeback»:

Από τα έγγραφα που εξέτασε το Bloomberg δεν είναι σαφές εάν ο Βάιγκαντ συμμετείχε στη γνωριμία του Αχάβαν με τη Wirecard. Ωστόσο, η αλληλογραφία που περιλαμβάνεται σε έγγραφα των αμερικανικών αρχών δείχνει ότι συνεργαζόταν με τα δίκτυα WebOps και FSX τουλάχιστον από το 2013.
Οι γερμανικές αρχές ανέφεραν ότι κατά τη διάρκεια της έρευνάς τους εντόπισαν συνολικά 44 υπόπτους. Παρότι δεν έχουν δημοσιοποιήσει ονόματα, τα έγγραφα αποφυλάκισης για ένα από τα έξι άτομα που συνελήφθησαν στις ΗΠΑ, όλα φερόμενα ως μέλη των δικτύων WebOps και FSX, περιλαμβάνουν ονόματα πολλών υπόπτων στην υπόθεση. Αρκετοί από αυτούς φαίνεται πως εργάζονταν για τις Wirecard, Concardis και Unzer σύμφωνα με εταιρικά αρχεία. Άλλοι είχαν σχέση με την εταιρεία του Βάιγκαντ και με μια εταιρεία παροχής εταιρικών υπηρεσιών με έδρα στην Κύπρο. Ο κατάλογος περιλαμβάνει επίσης τον Βάιγκαντ, τον Μαρσάλεκ καθώς και τον Μίρκο Χιουλεμάν, ο οποίος ίδρυσε μια προκάτοχο εταιρεία της Unzer.
Ο Χιουλεμάν συνελήφθη τον Νοέμβριο. Ένας δικαστής στο Κόμπλεντς απέρριψε τον Δεκέμβριο το αίτημά του για αποφυλάκιση από την προδικαστική κράτηση. Ο ίδιος άσκησε έφεση, αλλά ένα τριμελές δικαστικό σώμα την απέρριψε. Οι δικαστές σημείωσαν ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις εμπλοκής του Χιουλεμάν στα εγκλήματα και ότι υπάρχει κίνδυνος να διαφύγει, σύμφωνα με τη γραπτή δικαστική απόφαση που εξέτασε το Bloomberg.
Το έγγραφο αναφέρει ότι οι εισαγγελικές αρχές υποπτεύονται πως, υπό την ηγεσία του Χιουλεμάν, η μονάδα της Unzer με έδρα το Λουξεμβούργο χρησιμοποίησε ένα εργαλείο διακανονισμού για να διευκολύνει τη διακίνηση χρημάτων από παράνομες συναλλαγές. Δύο μάρτυρες που αναφέρονται στο έγγραφο δήλωσαν ότι μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στο σύστημα είχε σχέση με τον Βάιγκαντ. Σύμφωνα με τα έγγραφα, οι εν λόγω επιχειρήσεις φαίνεται πως είχαν απαλλαγεί από ορισμένους ελέγχους κινδύνου.
«Δεν γνωρίζουμε τους λόγους για την αρχική δημιουργία αυτού του συστήματος διακανονισμού πληρωμών, αλλά γνωρίζουμε ότι εξυπηρετούσε διάφορους πελάτες, μεταξύ των οποίων και εκείνους με χαμηλό κίνδυνο», δήλωσε μια εκπρόσωπος της Unzer. «Από ό,τι γνωρίζουμε, δεν έγιναν εξαιρέσεις στους κανόνες».
«Το δίκτυο πληρωμών καταργήθηκε το 2021, λίγο μετά την αλλαγή της διοίκησης στην εταιρεία», όπως ανέφερε η εκπρόσωπος της Unzer. Ωστόσο, ένας έλεγχος που πραγματοποίησε η ρυθμιστική αρχή του Λουξεμβούργου διαπίστωσε ότι οι έλεγχοι που υπήρχαν μέχρι τότε δεν ήταν επαρκείς. Η εταιρεία επιβεβαίωσε ότι έχουν γίνει οι απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις έκτοτε.
Ο Χιουλεμάν έστειλε τον Απρίλιο του 2020 επιστολή σε Αμερικανό δικαστή ζητώντας την αποφυλάκιση του Βάιγκαντ με εγγύηση, στην υπόθεση των πληρωμών για κάνναβη στις ΗΠΑ. Στην επιστολή ανέφερε ότι γνώριζε τον Βάιγκαντ πάνω από 10 χρόνια αναφέρθηκε στη σχέση τους ως «σταθερή φιλία». Επιπλέον, δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να συνεισφέρει 800.000 δολάρια για την εγγύηση μετρητών του Βάιγκαντ και να καλύψει το πλήρες ποσό των 4 εκατομμυρίων δολαρίων, όπως φαίνεται στα έγγραφα της εποχής.
Ένας δικηγόρος του Χιουλεμάν αρνήθηκε να σχολιάσει.
Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου του Κόμπλεντς, ο Χιουλεμάν αρνήθηκε τις κατηγορίες κατά την ανάκρισή του τον Δεκέμβριο. Υποστήριξε ότι δεν γνώριζε για οποιαδήποτε απάτη και ότι η εταιρεία πληρωμών παρείχε μόνο τις συνήθεις υπηρεσίες της. το σύστημα διακανονισμού που χρησιμοποιούσε η εταιρεία είχε αποκλειστικά τεχνικό ρόλο και χρησιμοποιούνταν μόνο για την εκτέλεση των πληρωμών. Ισχυρίστηκε πως δεν είχε καμία σχέση με την επιλογή ή την έγκριση των συνεργατών που χρησιμοποιούσαν τις υπηρεσίες της εταιρείας. Η υπεράσπισή του τόνισε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να εμπλακεί σε παράνομες ενέργειες, δεδομένων των κινδύνων για τη φήμη του και την οικονομική του κατάσταση.
Ακολουθεί γράφημα με τον τρόπο λειτουργίας των δικτύων παράνομων πληρωμών:

Αν και ορισμένοι υπάλληλοι των εταιρειών πληρωμών φαίνεται να είχαν εμπλοκή ή να επηρεάστηκαν από τις δραστηριότητες των αμερικανικών εγκληματικών δικτύων, τα δίκτυα αυτά φρόντιζαν να διατηρούν τις ενέργειές τους μυστικές. Στόχος τους ήταν να μην γίνουν αντιληπτά από άλλους εργαζόμενους στις γερμανικές εταιρείες πληρωμών, αλλά και από τους παρόχους πιστωτικών καρτών, ώστε να αποφευχθεί η αποκάλυψη των παράνομων συναλλαγών, όπως καταδεικνύεται από τα εντάλματα σύλληψης των Ηνωμένων Πολιτειών.
Για να μην κινήσουν υποψίες, φέρεται επίσης να χειραγωγούσαν το λογισμικό της Web Shield Ltd., μιας εταιρείας που είχαν ιδρύσει πρώην υπάλληλοι της Wirecard και την οποία χρησιμοποιούν οι εταιρείες πληρωμών για να αξιολογούν τους ιστότοπους των πελατών τους. Ο Αχάβαν απέκτησε μετοχές της Web Shield και στη συνέχεια φέρεται να ενθάρρυνε τον διευθύνοντα σύμβουλό της να παραποιεί τις αναφορές αξιολόγησης κινδύνου, σύμφωνα με τα εντάλματα σύλληψης.
Άτομα που είναι εξοικειωμένα με τον κλάδο των πληρωμών περιγράφουν την Web Shield ως μια ευρέως χρησιμοποιούμενη και αξιόπιστη υπηρεσία. Το 2021, η εταιρεία πωλήθηκε σε μια σουηδική εταιρεία ρυθμιστικής τεχνολογίας, η οποία με τη σειρά της εξαγοράστηκε από την αμερικανική εταιρεία G2 Risk Solutions το 2024.
Η G2RS δήλωσε στο Bloomberg ότι γνωρίζει την έρευνα και συνεργάζεται με τις αρχές, προσθέτοντας ότι δεν αποτελεί αντικείμενο ελέγχου και ότι κανένας από τους υπαλλήλους της δεν εμπλέκεται στην υπόθεση.
Οι εισαγγελείς λένε ότι η υπόθεση της απάτης στη Γερμανία ολοκληρώθηκε το 2021. Η ρυθμιστική αρχή BaFin είχε προηγουμένως αποτύχει να εντοπίσει την απάτη στη Wirecard και γι’ αυτό άρχισε να παίρνει πιο αυστηρά μέτρα για τις εταιρείες πληρωμών. Την ίδια περίοδο, πολλές εταιρείες σταμάτησαν να συνεργάζονται με πελάτες που θεωρούσαν επικίνδυνους.
Το 2022, η BaFin απαγόρευσε στη μονάδα της Unzer που εμπλεκόταν στην υποτιθέμενη απάτη να δέχεται νέους πελάτες και όρισε ελεγκτή για να παρακολουθεί τις προσπάθειες συμμόρφωσής της. Αργότερα, διέταξε την Concardis να ενισχύσει τους ελέγχους κατά του ξεπλύματος χρημάτων. Το 2023, απαγόρευσε στην Payone να διενεργεί συναλλαγές για συγκεκριμένους πελάτες υψηλού κινδύνου και τον Ιανουάριο του 2025 όρισε επίσης έναν ελεγκτή στην εταιρεία.
Η εκτελεστική διευθύντρια της BaFin, Μπίργκιτ Ρόντολφ, δήλωσε τον Νοέμβριο στους δημοσιογράφους ότι δεν δημοσιοποιήθηκαν όλα τα μέτρα που έλαβε η αρχή. «Από το 2021, εντατικοποιήσαμε τον έλεγχο των εταιρειών πληρωμών», τόνισε, προσθέτοντας ότι οι περισσότερες από τις πάνω από 70 εταιρείες πληρωμών στη Γερμανία συμμορφώνονται σοβαρά με τις υποχρεώσεις τους. «Οι πληρωμές αποτελούν πιθανή πηγή νομιμοποίησης παράνομων εσόδων, γι’ αυτό αποτελούν κεντρικό μέλημα για τη BaFin».
Η εμπειρία αυτή υπήρξε μακρά και δαπανηρή για τις εταιρείες που ερευνώνται. Η Payone εξακολουθεί να εποπτεύεται και υπόκειται σε ειδικό πρόγραμμα της BaFin για αυστηρότερους ελέγχους.
Η Worldline, η οποία κατέχει το 60% της Payone, ενίσχυσε το πλαίσιο διαχείρισης κινδύνου το 2023 και διέκοψε τη συνεργασία με πελάτες που δεν πληρούσαν τα πρότυπα. Υπέστη περαιτέρω απώλειες το 2025 όταν απομακρύνθηκε από το υπόλοιπο «υψηλού κινδύνου» χαρτοφυλάκιο πελατών της.
Η Unzer ανακοίνωσε το 2024 ότι η BaFin είχε τερματίσει την ειδική εποπτεία της μονάδας Unzer E-Com και είχε άρει πλήρως την απαγόρευση νέων εγγραφών πελατών, ενώ η εταιρεία επένδυσε 27 εκατομμύρια ευρώ από το 2021 για να βελτιώσει τους ελέγχους της.
«Αν νομίζετε ότι η συμμόρφωση είναι δαπανηρή, δοκιμάστε τη μη-συμμόρφωση», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος Ρόμπερτ Μπουνίνκ, ο οποίος εντάχθηκε στην εταιρεία το 2021.
Διαβάστε ακόμη
Έκθεση ΤτΕ: Το 40% του εισοδήματος για στέγαση δαπανά 1 στους 3 Ελληνες – Ποιες λύσεις προτείνει
Τα μεγαλύτερα δεξαμενόπλοια του κόσμου και το ακριβό μεροκάματο του πετρελαίου
Ταξίδια: Το λάθος με τη βαλίτσα που κάνουν σχεδόν όλοι στο αεροδρόμιο και μπορεί να κοστίσει
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.