Αντιμέτωπη με ενδεχόμενο πρόστιμο ύψους 6,6 δισ. δανικών κορωνών (988 εκατ. δολαρίων) βρίσκεται η Nordea Bank, καθώς δικαστήριο της Δανίας ετοιμάζεται να εκδώσει απόφαση σε υπόθεση που αφορά παραλείψεις στην αποτροπή του ξεπλύματος χρήματος, οι οποίες χρονολογούνται πριν από περισσότερο από μία δεκαετία.
Πρόκειται για την πρώτη φορά που έρευνα για ξέπλυμα χρήματος σε βάρος τράπεζας φτάνει στο ακροατήριο στη Δανία, καθώς προηγούμενες αντίστοιχες υποθέσεις είχαν διευθετηθεί μέσω συμβιβασμών.
Οι εισαγγελικές αρχές ζητούν την επιβολή προστίμου που συνδέεται με συναλλαγές συνολικής αξίας 26 δισ. κορωνών (3,9 δισ. δολαρίων), οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 2012 και 2015, κυρίως μέσω ενός υποκαταστήματος της Nordea στην Κοπεγχάγη, μεταδίδει το Bloomberg.
Η τράπεζα αρνείται τις κατηγορίες, ενώ η δικαστική απόφαση αναμένεται να εκδοθεί τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου.
Η Εθνική Μονάδα Ειδικού Εγκλήματος της Δανίας έχει χαρακτηρίσει το κατηγορητήριο ως το εκτενέστερο που έχει καταγραφεί στον τραπεζικό τομέα της χώρας για παραβιάσεις της νομοθεσίας κατά του ξεπλύματος χρήματος.
Το προηγούμενο της Danske Bank
Η υπόθεση της Nordea επαναφέρει στο προσκήνιο το μεγάλο σκάνδαλο της Danske Bank, η οποία κατέληξε σε συμβιβασμό στα τέλη του 2022, αφού παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες που σχετίζονταν με το ξέπλυμα χρήματος.
Στο πλαίσιο των προστίμων που κατέβαλε σε διάφορες αρχές, συμπεριλαμβανομένου του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης, η Danske Bank συμφώνησε να πληρώσει 3,5 δισ. δανικές κορώνες για να διευθετήσει την υπόθεση με τις δανικές διωκτικές αρχές.
Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε ακριβώς στο 25% της αξίας των ύποπτων συναλλαγών ύψους 14 δισ. κορωνών που είχαν εντοπίσει οι αρχές της Δανίας.
Οι κατηγορίες για ελλιπείς ελέγχους και ύποπτες συναλλαγές
Η Nordea κατηγορείται ότι διέθετε ανεπαρκείς μηχανισμούς ελέγχου, αγνόησε προειδοποιητικά σημάδια και παρέλειψε να αναφέρει στις αρμόδιες αρχές ύποπτες χρηματικές ροές.
Μία από τις βασικές κατηγορίες αφορά την αποτυχία της τράπεζας να πραγματοποιήσει επαρκείς ελέγχους σε συναλλαγές 25 πελατών, παρά την ύπαρξη ενδείξεων κινδύνου.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν εταιρικές διευθύνσεις που αντιστοιχούσαν ουσιαστικά σε ταχυδρομικές θυρίδες, καθώς και αδιαφανείς δομές ιδιοκτησίας, οι οποίες δυσχέραιναν τον εντοπισμό των πραγματικών δικαιούχων.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, η Nordea έχει υποστηρίξει ότι διαφωνεί με τη νομική αξιολόγηση των αρχών.
Η τράπεζα επανέλαβε κατά την εκδίκαση ότι δεν είναι ένοχη για τις αποδιδόμενες παραβάσεις, προσθέτοντας ότι η θέση της ενισχύθηκε περαιτέρω από όσα προέκυψαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
«Οι έλεγχοι και οι διαδικασίες μας πριν από δέκα χρόνια θα μπορούσαν, ιδιαίτερα εάν εξεταστούν με τα σημερινά δεδομένα, να ήταν καλύτεροι», είχε αναφέρει η Nordea σε δήλωσή της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο Bloomberg τον Ιούνιο.
«Ωστόσο, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο εάν θα μπορούσες να είχες κάνει κάτι καλύτερα και στο εάν έχεις διαπράξει ποινικό αδίκημα», υπογράμμισε.
Η πρόβλεψη των 95 εκατ. ευρώ και η διαφωνία για το πρόστιμο
Η Nordea έχει παραδεχθεί στο παρελθόν ότι αναμένει να της επιβληθεί πρόστιμο στη Δανία για τις αδυναμίες που παρουσίαζαν παλαιότερα οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί της για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος.
Μάλιστα, το 2019 είχε σχηματίσει πρόβλεψη ύψους 95 εκατ. ευρώ για ζητήματα που σχετίζονται με την υπόθεση.
Το ενδεχόμενο ύψος της χρηματικής ποινής αποτελεί ένα από τα κεντρικά σημεία αντιπαράθεσης.
Ο Χανς Φόγκνταλ, δικηγόρος και πρώην αναπληρωτής εισαγγελέας στην Εθνική Μονάδα Ειδικού Εγκλήματος, είχε επισημάνει παλαιότερα ότι δανικό δικαστήριο θα μπορούσε να επιβάλει πρόστιμο έως 6,5 δισ. κορωνών.
Η εκτίμησή του βασιζόταν στη νομοθεσία που τέθηκε σε ισχύ το 2019 και επιτρέπει την επιβολή προστίμων τα οποία αντιστοιχούν στο ένα τέταρτο της αξίας των ύποπτων συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν μέσω μιας τράπεζας.
Από την πλευρά της, η Nordea έχει τονίσει ότι ορισμένα από τα περιστατικά στα οποία αναφέρεται η υπόθεση χρονολογούνται πριν από περισσότερο από μία δεκαετία και ότι η αξιολόγησή τους βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε μεταγενέστερες κανονιστικές διατάξεις.
Η Εθνική Μονάδα Ειδικού Εγκλήματος είχε αρνηθεί προηγουμένως να αποκαλύψει το ύψος της ποινής που θα ζητούσε, επιβεβαιώνοντας ωστόσο ότι διαφωνούσε με τη Nordea σχετικά με το ποσό.
Στη συνέχεια, μέσω των γραπτών προτάσεών τους στο πλαίσιο της δίκης, οι εισαγγελείς ζήτησαν τελικά την επιβολή προστίμου 6,6 δισ. δανικών κορωνών, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 988 εκατ. δολάρια.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.