Σε ακόμη δυσκολότερη θέση βρίσκεται η οικονομία στη Γαλλία, η οποία συρρικνώθηκε απροσδόκητα το τρίτο τρίμηνο, την ώρα που η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον. Η απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού, οι κοινωνικές αναταραχές και η αβεβαιότητα γύρω από τον προϋπολογισμό δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η στατιστική υπηρεσία Insee, το γαλλικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 0,1% σε τριμηνιαία βάση, καθώς οι επενδύσεις συνέχισαν να υποχωρούν και οι εξαγωγές κατέγραψαν σημαντική πτώση.
Η εξέλιξη αιφνιδίασε τους οικονομολόγους, καθώς οι αναλυτές που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg προέβλεπαν ανάπτυξη 0,1%.
Η αρνητική επίδοση αναδεικνύει την αδυναμία της γαλλικής οικονομίας, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες μεγάλες χώρες της Ευρωζώνης.

Η Γαλλία υστερεί ενώ η υπόλοιπη Ευρωζώνη αναπτύσσεται
Τα στοιχεία της Γαλλίας έρχονται σε μια ημέρα κατά την οποία η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία αναμένεται να ανακοινώσουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Για το σύνολο της Ευρωζώνης των 21 χωρών, οι εκτιμήσεις παραπέμπουν σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,2% το τρίτο τρίμηνο.
Μια τέτοια επίδοση θα επιβεβαίωνε την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας απέναντι στις πληθωριστικές επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν, αλλά και στις ακραίες καιρικές συνθήκες που επικράτησαν το καλοκαίρι.
Οι παρατεταμένοι καύσωνες και οι ξηρασίες επηρέασαν σημαντικό μέρος της Ευρώπης, ασκώντας πιέσεις σε παραγωγικούς τομείς και ιδιαίτερα στη γεωργία.
Ωστόσο, παρά τη σχετική ανθεκτικότητα της Ευρωζώνης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εξακολουθεί να διακρίνει κινδύνους για την οικονομική δραστηριότητα.
Η ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια αυτή την εβδομάδα, αλλά δεν αποκλείεται να προχωρήσει σε τρίτη αύξηση τον Δεκέμβριο, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις το καταστήσουν αναγκαίο.
Το κόστος δανεισμού επιβαρύνει τη γαλλική οικονομία
Πρόσθετη πηγή πίεσης αποτελεί η σημαντική άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων διεθνώς.
Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο των ανησυχιών στην Ευρωζώνη, εξαιτίας της εύθραυστης δημοσιονομικής της κατάστασης και της παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας.
Το υψηλότερο κόστος δανεισμού δυσκολεύει την προσπάθεια της κυβέρνησης να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική δραστηριότητα παρουσιάζει ήδη σημάδια κόπωσης.
Η γαλλική οικονομία είχε αναδειχθεί στον βασικό αδύναμο κρίκο της Ευρωζώνης ήδη από το πρώτο εξάμηνο του έτους, όταν απέφυγε οριακά την ύφεση.
Η περιορισμένη εγχώρια ζήτηση, η συνεχής υποχώρηση των επενδύσεων και οι επιπτώσεις των υψηλών θερμοκρασιών στη γεωργική παραγωγή είχαν συγκρατήσει την ανάπτυξη σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα.
Η νέα συρρίκνωση του ΑΕΠ επιβεβαιώνει ότι οι δυσκολίες δεν έχουν ξεπεραστεί.

Πολιτική κρίση και νέα σύγκρουση για τον προϋπολογισμό
Οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές της γαλλικής οικονομίας δεν προσφέρουν ιδιαίτερα περιθώρια αισιοδοξίας.
Η κυβέρνηση μειοψηφίας του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί βρίσκεται αντιμέτωπη με ακόμη μία κοινοβουλευτική αντιπαράθεση για τα μέτρα λιτότητας, σε ένα περιβάλλον έντονης κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής.
Οι διαπραγματεύσεις για τη δημοσιονομική προσαρμογή πραγματοποιούνται ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους, με την ακροδεξιά να προηγείται στις δημοσκοπήσεις.
Η πολιτική αβεβαιότητα δυσχεραίνει τη διαμόρφωση μιας σταθερής οικονομικής στρατηγικής, ενώ περιορίζει και τη διάθεση των επιχειρήσεων να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις.
Παράλληλα, η κοινωνική δυσαρέσκεια έχει ενταθεί εξαιτίας των αυξημένων τιμών και των αντιπαραθέσεων γύρω από τις δημόσιες δαπάνες.
Οι βίαιες διαδηλώσεις και η υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης
Οι κινητοποιήσεις για τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης και το αυξανόμενο κόστος ζωής κλιμακώθηκαν στις 17 Οκτωβρίου, όταν σημειώθηκαν εκτεταμένα επεισόδια στους δρόμους.
Οι διαδηλώσεις συνοδεύτηκαν από λεηλασίες και χιλιάδες συλλήψεις, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το πολιτικό κλίμα.
Η αναταραχή έχει επηρεάσει και την οικονομική συμπεριφορά επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Σύμφωνα με έρευνες οικονομικού κλίματος, πολλές επιχειρήσεις επιλέγουν να τηρήσουν στάση αναμονής, αποφεύγοντας σημαντικές αποφάσεις μέχρι να ξεκαθαρίσει το πολιτικό και δημοσιονομικό τοπίο.
Την ίδια στιγμή, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 13 ετών, αποτυπώνοντας την αυξανόμενη απαισιοδοξία των γαλλικών νοικοκυριών.
Η εξασθένηση της εμπιστοσύνης δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για την ιδιωτική κατανάλωση, έναν από τους βασικούς παράγοντες στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας.
Δυσκολότερη η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος
Η αδύναμη οικονομική επίδοση περιπλέκει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια της γαλλικής κυβέρνησης να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα.
Η κυβέρνηση έχει ήδη εγκαταλείψει τον στόχο της για μικρή μείωση του ελλείμματος φέτος, αφού αναγκάστηκε να αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη της οικονομίας, στο 0,5%.
Τα νέα στοιχεία της Insee δείχνουν ότι, εάν η οικονομική δραστηριότητα παραμείνει στάσιμη το τέταρτο τρίμηνο, η συνολική ανάπτυξη της Γαλλίας για το 2026 θα περιοριστεί μόλις στο 0,2%.
Ένας τόσο χαμηλός ρυθμός ανάπτυξης θα δυσχέραινε την προσπάθεια αύξησης των φορολογικών εσόδων και περιορισμού των δημοσιονομικών ανισορροπιών, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους αυξάνεται.
Πτώση 1,7% στις εξαγωγές – Συνεχίζεται η υποχώρηση των επενδύσεων
Η ανάλυση των επιμέρους στοιχείων του ΑΕΠ αποκαλύπτει τις βασικές αδυναμίες της γαλλικής οικονομίας.
Η κατανάλωση των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 0,2% το τρίτο τρίμηνο, παρουσιάζοντας μια περιορισμένη ανάκαμψη.
Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει τις απώλειες από τις επενδύσεις και το εξωτερικό εμπόριο.
Οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 1,7%, με αποτέλεσμα η συμβολή του εμπορίου στη μεταβολή του ΑΕΠ να είναι αρνητική κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες.
Παράλληλα, οι επενδύσεις συνέχισαν να συρρικνώνονται.
Ειδικότερα, οι επιχειρηματικές επενδύσεις έχουν μειωθεί σε κάθε τρίμηνο του 2026, ένδειξη ότι οι επιχειρήσεις εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικές απέναντι στις οικονομικές προοπτικές.
Η συνεχής υποχώρηση των επενδύσεων περιορίζει τη δυναμική της οικονομίας και δυσχεραίνει την επιστροφή σε ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Νέα πτώση στις καταναλωτικές δαπάνες τον Σεπτέμβριο
Ανησυχητικά ήταν και τα ξεχωριστά στοιχεία για τις μηνιαίες καταναλωτικές δαπάνες.
Τον Σεπτέμβριο, οι δαπάνες των γαλλικών νοικοκυριών μειώθηκαν απροσδόκητα κατά 0,5%, έπειτα από ισόποση υποχώρηση τον Αύγουστο.
Οι οικονομολόγοι ανέμεναν μικρή αύξηση της τάξης του 0,1%.
Η νέα πτώση δείχνει ότι η κατανάλωση έχασε δυναμική προς το τέλος του τρίτου τριμήνου, παρά τη μικρή συνολική άνοδο που καταγράφηκε στην περίοδο Ιουλίου–Σεπτεμβρίου.
Με την επενδυτική δραστηριότητα να παραμένει υποτονική, τις εξαγωγές να υποχωρούν και την καταναλωτική εμπιστοσύνη σε χαμηλό 13ετίας, η γαλλική οικονομία εισέρχεται στο τελευταίο τρίμηνο του 2026 με περιορισμένα περιθώρια ανάπτυξης.
Η επιδείνωση αυτή συμπίπτει με μια ιδιαίτερα κρίσιμη πολιτική συγκυρία, καθώς η κυβέρνηση Λεκορνί καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τις δημοσιονομικές πιέσεις, την κοινωνική δυσαρέσκεια και τις αυξημένες απαιτήσεις των αγορών ομολόγων.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.