Εμπορικές διαμάχες. Ρυθμιστικές προκλήσεις. «Μεταβαλλόμενο κλίμα στην κοινή γνώμη».
Οι ενδείξεις ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί αλλάζουν εμφανίζονται διάσπαρτες στις τελευταίες οικονομικές καταχωρίσεις της Meta Platforms, καθώς η εταιρεία προετοιμάζει σχέδια για μια έκδοση μετοχών-ρεκόρ ύψους 98 δισ. δολαρίων.
Η Meta αναγνωρίζει ότι ενδέχεται να επιβληθούν νέοι φόροι ή κανονισμοί που θα «αυξήσουν περαιτέρω τις κεφαλαιουχικές και λειτουργικές δαπάνες» της.
Η προειδοποίηση αυτή, από μια εταιρεία που έχει επενδύσει δυναμικά τόσο στην τεχνητή νοημοσύνη όσο και στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, αποτελεί την τελευταία ένδειξη ότι η άτυπη συμμαχία μεταξύ της Silicon Valley και της Ουάσιγκτον κινδυνεύει να διαλυθεί με ταχείς ρυθμούς.
Παρόμοιες επισημάνσεις έχουν εμφανιστεί σε πρόσφατες εκθέσεις των Anthropic, Microsoft και Micron Technology.
Αυτό που αρχικά φαινόταν ως μια συμφωνία για αμοιβαίο όφελος, με τις εταιρείες AI να εξασφαλίζουν ένα χαλαρό ρυθμιστικό πλαίσιο για να αναπτυχθούν γρήγορα και τον Τραμπ να αποκτά τόσο έναν μοχλό οικονομικής ανάπτυξης όσο και τη στήριξη ισχυρών δισεκατομμυριούχων πρόθυμων να υποστηρίξουν τον ίδιο και τα προσωπικά του σχέδια, μοιάζει πλέον με ριψοκίνδυνο στοίχημα.
Αυτό θα ισχύσει ιδιαίτερα εάν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις και οι προβλέψεις των αγορών στοιχημάτων, που δείχνουν τους Δημοκρατικούς να ανακτούν την εξουσία στις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης.
Παρότι ο Τραμπ έχει τηρήσει τις υποσχέσεις του να επιτρέψει στις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης να αναπτυχθούν χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς, οι επιχειρήσεις αυτές βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με την προοπτική μιας εξαντλητικής σειράς ερευνών και ελέγχων.
Για τον λόγο αυτό, προσλαμβάνουν με εντατικούς ρυθμούς δικηγόρους και λομπίστες, προετοιμαζόμενες για ένα κύμα ελέγχων από το Κογκρέσο.
Εταιρείες με ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με τον πρόεδρο, όπως η Meta, η οποία διέθεσε εκατομμύρια δολάρια για την κατασκευή της αίθουσας δεξιώσεων του Λευκού Οίκου και τοποθέτησε πρώην συνεργάτιδα του Τραμπ στη θέση της προέδρου της εταιρείας, ενδέχεται να βρεθούν στο επίκεντρο ιδιαίτερα αυστηρού ελέγχου.
Οι προετοιμασίες αυτές πραγματοποιούνται σε μια περίοδο αυξανόμενης ανησυχίας για το ενδεχόμενο φούσκας στην τεχνητή νοημοσύνη, την οποία ενισχύουν επικριτές όπως ο διευθύνων σύμβουλος της Citadel, Κεν Γκρίφιν.
Παράλληλα, πλησιάζει η εισαγωγή της Anthropic στο χρηματιστήριο, ενώ αναμένεται μια αντίστοιχα τεράστια αρχική δημόσια προσφορά από την OpenAI.
Την ίδια στιγμή, η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για τα κέντρα δεδομένων, τα οποία θεωρούνται βασικός παράγοντας αύξησης των τιμών της ενέργειας, αλλά και συνολικά για τον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης, επιβαρύνει την πολιτική εικόνα του Τραμπ.
Στελέχη του κλάδου έχουν περιγράψει την AI ως δυνητικά υπαρξιακή απειλή για το αμερικανικό εργατικό δυναμικό.
Εάν οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να ανακτήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος προετοιμάζουν ένα πλαίσιο ρύθμισης της τεχνητής νοημοσύνης, το οποίο αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της νομοθετικής τους ατζέντας και να προκαλέσει νέους κραδασμούς στον κλάδο.
«Οι εταιρείες πίστευαν ότι το χρονικό περιθώριο που θα τους έδινε η κυβέρνηση Τραμπ θα τους επέτρεπε να αναδείξουν τα ευρύτερα θετικά αποτελέσματα της AI, μεταβάλλοντας ουσιαστικά την κοινή γνώμη», δήλωσε ο Άντον Λάιχτ, ερευνητής τεχνητής νοημοσύνης και συνεργάτης του Carnegie Endowment for International Peace.
«Είναι σαφές ότι αυτό δεν λειτούργησε».
Το μεγάλο στοίχημα της Silicon Valley
Οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν μετατραπεί γρήγορα σε μια δοκιμασία για τη στρατηγική που υιοθέτησαν τόσο ο Λευκός Οίκος όσο και η Silicon Valley.
Ο Τραμπ και οι επικεφαλής των τεχνολογικών εταιρειών καλούνται πλέον να διαχειριστούν τις συνέπειες μιας πανεθνικής αντίδρασης απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και το ενδεχόμενο επιβράδυνσης της ανάπτυξης των ψηφιακών υποδομών των ΗΠΑ.
Το αποτέλεσμα του Νοεμβρίου θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται ο κλάδος και η αμερικανική οικονομία, αλλά και να επηρεάσει το κατά πόσον η Κίνα θα αποκτήσει προβάδισμα στον ανταγωνισμό για την AI.
Προς το παρόν, η κυβέρνηση Τραμπ έχει δώσει οδηγίες στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες να επικεντρωθούν στην επικοινωνιακή προσπάθεια του προέδρου να επαναπροσδιορίσει επισήμως την τεχνητή νοημοσύνη ως «υπερνοημοσύνη-superintelligence», βάσει εκτελεστικού διατάγματος που υπεγράφη στα τέλη Σεπτεμβρίου.
Αυτό ανέφεραν πρόσωπα με γνώση των εσωτερικών συζητήσεων, τα οποία ζήτησαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους.
Στόχος της αλλαγής ονομασίας είναι να δοθεί έμφαση στα οφέλη της AI και να απομακρυνθεί η δημόσια συζήτηση από τους επικίνδυνους συνειρμούς που συνοδεύουν την τεχνολογία στη συλλογική αντίληψη από την εποχή των ταινιών «Terminator».
Οι φόβοι αυτοί έχουν ενισχυθεί καθώς οι ίδιοι οι επικεφαλής του κλάδου προειδοποιούν για τεράστιες ανατροπές.
Η εικόνα της βιομηχανίας έχει πληγεί περαιτέρω από την αυξανόμενη πεποίθηση ότι τα ενεργοβόρα κέντρα δεδομένων, οι τεράστιες εγκαταστάσεις που στεγάζουν τα υπολογιστικά συστήματα της AI, επιβαρύνουν το περιβάλλον και μπορούν να αυξήσουν τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Πρόσφατες αναφορές για προηγμένους αυτόνομους πράκτορες AI που ξέφυγαν από τον έλεγχο και παραβίασαν κυβερνητικούς και εταιρικούς ιστότοπους στις ΗΠΑ, παρά τις υποτιθέμενες δικλίδες ασφαλείας, έχουν εντείνει ακόμη περισσότερο τις ανησυχίες.
Παρότι ο Τραμπ αναγνωρίζει ενδεχομένως τον πολιτικό κίνδυνο, δεν έχει δείξει διάθεση να αλλάξει την προσέγγισή του απέναντι στην AI.
Έχει απορρίψει εκκλήσεις για ρύθμιση από Αμερικανούς νομοθέτες και ορισμένα στελέχη της βιομηχανίας, ενώ εξακολουθεί να υποστηρίζει ανοιχτά την ταχεία κατασκευή νέων εγκαταστάσεων.
Αντί για νέους κανονισμούς, ο Λευκός Οίκος δίνει έμφαση σε εθελοντικά μέτρα προστασίας, δοκιμές από τις ίδιες τις εταιρείες και ελέγχους από ανεξάρτητους τρίτους.
Το επιχείρημά του είναι ότι η πρόσθετη ρύθμιση θα μπορούσε να περιορίσει την αμερικανική καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα έναντι της Κίνας.
Δύο στους τρεις Αμερικανούς αντιτίθενται στα νέα data centers
Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Washington Post, ABC News και Ipsos, που δημοσιεύθηκε νωρίτερα αυτόν τον μήνα, δύο στους τρεις Αμερικανούς αντιτίθενται στην κατασκευή νέων κέντρων δεδομένων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, το 57% των ενηλίκων θεωρεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι κάτι αρνητικό για την κοινωνία.
Η ίδια έρευνα έδειξε ότι περίπου το 67% αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ διαχειρίζεται την AI.
«Υπάρχει ένα είδος κενού ηγεσίας», δήλωσε η Τζέσικα Τζι, ανώτερη ερευνήτρια στο Center for Security and Emerging Technology του Πανεπιστημίου Τζόρτζταουν.
«Διατηρούν την προσέγγιση της μη παρέμβασης, χωρίς να παρέχουν καθοδήγηση για το τι πρέπει να γίνει, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούν ως ένα έμμεσο εμπόδιο για όσους επιθυμούν να αναλάβουν δράση».
Στα τέλη του περασμένου μήνα, ο Τραμπ επιχείρησε να κατευνάσει την αυξανόμενη ανησυχία, φιλοξενώντας στον Λευκό Οίκο γεύμα με σχεδόν δύο δωδεκάδες στελέχη εταιρειών AI.
Μεταξύ αυτών ήταν ο διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, ο πρόεδρος της OpenAI, Γκρεγκ Μπρόκμαν, και ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ.
Οι συμμετέχοντες υπέγραψαν μη δεσμευτική συμφωνία, με την οποία δεσμεύθηκαν να αξιοποιούν εξωτερικούς ελεγκτές για την αξιολόγηση της ασφάλειας των μοντέλων AI και να πραγματοποιούν τακτικές συναντήσεις για τη διαμόρφωση βέλτιστων πρακτικών.
Ο πρόεδρος συγκρότησε επίσης νέα ομάδα εργασίας του Λευκού Οίκου, υπό τον διευθυντή Εθνικών Πληροφοριών Τζέι Κλέιτον, με αντικείμενο την κυβερνοασφάλεια και τα ζητήματα εποπτείας.
Η ομάδα, με την ονομασία «Super Intelligence Force», αναμένεται να αναθέσει την εκπόνηση έκθεσης για την αξιολόγηση των κινδύνων, εξακολουθώντας ωστόσο να αφήνει στους επικεφαλής της βιομηχανίας την εφαρμογή των σχετικών συστάσεων.
Πάνω από 70 εκατ. δολάρια στην πολιτική επιρροή
Η Silicon Valley έχει επιδιώξει να επηρεάσει τη συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη τόσο μέσω της προσέγγισης του Τραμπ όσο και μέσω δύο μεγάλων επιτροπών πολιτικής δράσης (super PACs).
Οι οργανώσεις αυτές έχουν διοχετεύσει περισσότερα από 70 εκατ. δολάρια στον ακριβότερο εκλογικό κύκλο ενδιάμεσων εκλογών στην ιστορία των ΗΠΑ.
Στις δαπάνες περιλαμβάνονται εκατομμύρια δολάρια από τη Leading the Future, μια οργάνωση που υποστηρίζεται από τους επενδυτές επιχειρηματικών κεφαλαίων Μαρκ Άντρεσεν και Μπεν Χόροβιτς και τάσσεται υπέρ μιας ήπιας ομοσπονδιακής ρύθμισης της AI.
Αντίστοιχες δαπάνες έχει πραγματοποιήσει η Public First, μια super PAC που επικεντρώνεται στην ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης και χρηματοδοτείται εν μέρει από την Anthropic και τον Αμοντέι.
Μέχρι στιγμής, οι δαπάνες αυτές έχουν ενισχύσει τα ταμεία των προεκλογικών εκστρατειών, αλλά έχουν αφήσει τη συζήτηση για τη σχετική πολιτική σε ακόμη μεγαλύτερο αδιέξοδο.
Παρά ταύτα, η επιχείρηση άσκησης επιρροής έχει δημιουργήσει σημαντικά ερείσματα για τις εταιρείες AI, οι οποίες προετοιμάζονται για το κύμα εποπτείας και ρυθμιστικών παρεμβάσεων που έχουν υποσχεθεί οι Δημοκρατικοί.
Μεταξύ αυτών βρίσκεται ο Χακίμ Τζέφρις, ο οποίος αναμένεται να διεκδικήσει την προεδρία της Βουλής των Αντιπροσώπων εάν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τον έλεγχό της.
Εταιρείες όπως η Meta και η Nvidia, που έχουν προσφέρει χρήματα για προσωπικές πρωτοβουλίες του Τραμπ, συμπεριλαμβανομένης της αίθουσας δεξιώσεων του Λευκού Οίκου, κινδυνεύουν να βρεθούν στο επίκεντρο ιδιαίτερης προσοχής.
Οι προσλήψεις που ενισχύουν το lobbying
Τον Σεπτέμβριο, η OpenAI προσέλαβε την Τζέσικα Σούμερ, κόρη του Δημοκρατικού γερουσιαστή Τσακ Σούμερ, η οποία είχε προηγουμένως εργαστεί σε θέση δημόσιας πολιτικής στην Amazon.
Τον Αύγουστο, η Anthropic επέλεξε τον Μαριάνο-Φλορεντίνο Κουέγιαρ, πρώην συνεργάτη του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, για τη νεοσύστατη θέση του επικεφαλής παγκόσμιων υποθέσεων.
Νωρίτερα φέτος, η Nvidia προσέλαβε τον Μπρους Άντριους, πρώην αναπληρωτή υπουργό Εμπορίου στην κυβέρνηση Ομπάμα, για να ηγηθεί των κυβερνητικών σχέσεων.
Στη Meta, ο τεχνολογικός κολοσσός προήγαγε νωρίτερα φέτος στην προεδρία της εταιρείας την Ντίνα Πάουελ Μακόρμικ, πρώην συνεργάτιδα του Λευκού Οίκου επί Τραμπ και στέλεχος της Goldman Sachs.
Παράλληλα, ανακοίνωσε την επικείμενη αποχώρηση του επικεφαλής παγκόσμιας πολιτικής Τζόελ Κάπλαν, επί χρόνια βασικού συνδέσμου της εταιρείας με την Ουάσιγκτον, ο οποίος είχε υπηρετήσει στον Λευκό Οίκο επί προεδρίας Τζορτζ Μπους του νεότερου.
Η Πάουελ Μακόρμικ αναμένεται να αναλάβει μέρος των αρμοδιοτήτων του.
Την ίδια στιγμή, ο Δημοκρατικός Μπράιαν Ράις, πρώην σύμβουλος του υπουργού Εξωτερικών Τζον Κέρι και επί χρόνια εργαζόμενος της Meta, προήχθη στη θέση του επικεφαλής κυβερνητικών σχέσεων της εταιρείας στις ΗΠΑ.
Αυξάνεται ο έλεγχος στις εταιρείες AI
Η OpenAI και η Anthropic έχουν επεκτείνει ιδιαίτερα έντονα τις δραστηριότητές τους στο lobbying κατά το τελευταίο έτος, σύμφωνα με τις σχετικές γνωστοποιήσεις.
Η Anthropic έχει δαπανήσει μέχρι στιγμής φέτος 5,6 εκατ. δολάρια, έναντι 2,29 εκατ. δολαρίων κατά τα τρία πρώτα τρίμηνα του προηγούμενου έτους.
Η OpenAI έχει δαπανήσει σχεδόν 3,8 εκατ. δολάρια κατά τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2026, έναντι 2,1 εκατ. δολαρίων την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Ωστόσο, ο έλεγχος αναμένεται να ενταθεί ενόψει των επικείμενων χρηματιστηριακών εισαγωγών των δύο εταιρειών, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτιμηθούν σε περισσότερο από 1 τρισ. δολάρια η καθεμία.
«Είναι θέμα χρόνου μέχρι οι εταιρείες AI να γίνουν οι νέες εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης και να καλούνται επανειλημμένα για καταθέσεις», δήλωσε ο Μάικλ Μποπ, εταίρος της δικηγορικής εταιρείας Gibson Dunn, που συμβουλεύει επιχειρήσεις σε θέματα κοινοβουλευτικής εποπτείας.
Ακόμη και καθώς οι Δημοκρατικοί εξετάζουν την ενίσχυση της εποπτείας στην AI, ηγετικά στελέχη του κόμματος αναγνωρίζουν ότι χρειάζονται μια στρατηγική για έναν κλάδο που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για το σύνολο της οικονομίας.
Παράλληλα, ο ανταγωνισμός με την Κίνα θα μπορούσε να έχει συνέπειες μεγάλης εμβέλειας.
Στο τραπέζι ακόμη και πάγωμα των data centers
Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ορισμένοι Δημοκρατικοί έχουν ταχθεί υπέρ νομοσχεδίου που θα θέτει τα ισχυρότερα, προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης υπό ομοσπονδιακή εποπτεία και θα υπερισχύει ορισμένων ρυθμίσεων των επιμέρους πολιτειών.
Ξεχωριστά, μια διακομματική ομάδα γερουσιαστών διαπραγματεύεται πλαίσιο ασφάλειας της AI, το οποίο θα καθιερώνει ενιαίο ομοσπονδιακό πρότυπο και θα δίνει στην αμερικανική κυβέρνηση την εξουσία να εμποδίζει την κυκλοφορία μοντέλων που θεωρούνται μη ασφαλή.
Άλλοι πολιτικοί, όπως ο Μπέρνι Σάντερς, προτείνουν πιο δραστικά μέτρα.
Ο Σάντερς έχει εισηγηθεί πανεθνικό μορατόριουμ στην κατασκευή κέντρων δεδομένων, ενώ ο Δημοκρατικός βουλευτής της Καλιφόρνιας Τεντ Λιου έχει προτείνει την ενσωμάτωση ενός μηχανισμού άμεσης απενεργοποίησης (kill switch) στα μοντέλα AI, για περιπτώσεις καταστροφικών συνεπειών.
Το ζήτημα έχει προσελκύσει ακόμη και το ενδιαφέρον του πρώην προέδρου Μπαράκ Ομπάμα.
Ο Ομπάμα ανέδειξε μια πρωτοβουλία με την ονομασία Project Blueprint, η οποία φιλοδοξεί να βοηθήσει νομοθέτες και στελέχη τεχνολογικών εταιρειών να συνεργαστούν για την κατάρτιση ενός σχεδίου σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη.
Επικεφαλής της προσπάθειας είναι ο πρώην εκπρόσωπος Τύπου του Ομπάμα, Τζέι Κάρνεϊ, ενώ χρηματοδότης είναι ο μεγάλος δωρητής των Δημοκρατικών και επενδυτής στον τεχνολογικό κλάδο Ρον Κόνγουεϊ.
Ο Κάρνεϊ προειδοποίησε τους Δημοκρατικούς να μην απορρίπτουν μέτρα επειδή θεωρούν ότι δεν είναι αρκετά αυστηρά, προσθέτοντας ότι στόχος είναι «να αποτραπεί ή να μειωθεί ο κίνδυνος ενός καταστροφικού γεγονότος».
«Ελπίζουμε ότι υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι πρόθυμοι να συμβιβαστούν και να βρουν εφαρμόσιμες λύσεις βραχυπρόθεσμα, ώστε να καταφέρουμε να πετύχουμε κάτι», δήλωσε.
Στο μεταξύ, ο Χακίμ Τζέφρις έχει πει κατ’ ιδίαν σε μέλη του κόμματος να περιμένουν μέχρι μετά τις ενδιάμεσες εκλογές πριν αποφασίσουν ποια προσέγγιση θα υποστηρίξουν.
Το ενδεχόμενο ειδικής επιτροπής του Κογκρέσου
Ο πιθανός επόμενος πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων εξετάζει επίσης τη δημιουργία ειδικής επιτροπής για την τεχνητή νοημοσύνη, η οποία θα μπορεί να ερευνά τις εταιρείες και να τις καλεί υποχρεωτικά για κατάθεση, παράλληλα με τη διαμόρφωση νέων κανόνων για τον κλάδο.
Η επιτροπή αυτή πιθανότατα θα εξετάσει την εξάπλωση των κυβερνοεπιθέσεων με τη χρήση AI, αλλά και τις επιπτώσεις της ανάπτυξης των κέντρων δεδομένων στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
«Γενικά θεωρώ ότι το 2027 είναι δυνατόν να προωθηθεί, σε διακομματική βάση, ένα πλαίσιο που θα περιλαμβάνει ορισμένα μέτρα ασφάλειας», δήλωσε ο Ρομπ Φλάχερτι, πρώην αναπληρωτής διευθυντής της προεκλογικής εκστρατείας της Κάμαλα Χάρις.
Ο Φλάχερτι ηγείται σήμερα της Tomorrow Together, μιας οργάνωσης πολιτικής δράσης των Δημοκρατικών που αντιτίθεται στην AI.
«Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται οι Ρεπουμπλικανοί να αισθανθούν κάποια πίεση, ότι βρίσκονται στη λάθος πλευρά. Αλλά πιστεύω ότι υπάρχει κάποια πιθανότητα να συμβεί».
Ο Μπρους Ριντ, κορυφαίος σύμβουλος του πρώην προέδρου Τζο Μπάιντεν, ο οποίος είχε επιβλέψει την αντίδραση της κυβέρνησής του στα ζητήματα τεχνητής νοημοσύνης, δήλωσε ότι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου, είναι σαφές πως η ασφάλεια της AI αποτελεί ζήτημα το οποίο οι ηγεσίες και των δύο κομμάτων θα αισθανθούν την ανάγκη να αντιμετωπίσουν.
«Νομίζω ότι το πραγματικό πρόβλημα για την κυβέρνηση και τη βιομηχανία είναι πως χάνουν την υποστήριξη της αμερικανικής κοινής γνώμης και αυτό θα δυσκολέψει τη ζωή τους, ανεξάρτητα από την έκβαση των ενδιάμεσων εκλογών», δήλωσε ο Ριντ, ο οποίος σήμερα διευθύνει πρωτοβουλίες για την ασφάλεια της AI στον οργανισμό Common Sense Media.
Ο Λευκός Οίκος, πρόσθεσε, δεν έχει την πολυτέλεια να «κρατήσει την αναπνοή του για άλλα δύο χρόνια».
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.