Μέχρι πρότινος, ένα από τα τελευταία οχυρά απέναντι στην παγκόσμια αύξηση του δημόσιου χρέους, η Τσεχική Δημοκρατία προχωρά τώρα σε ένα πρωτοφανές μπαράζ δαπανών και μάλιστα εν μέσω ραγδαίας ανόδου του κόστους δανεισμού. Μετά τη νίκη του στις περσινές εκλογές με την υπόσχεση να χαλαρώσει τη δημοσιονομική πειθαρχία, ο πρωθυπουργός Αντρέι Μπάμπις σχεδιάζει να αυξήσει τον δανεισμό για να χρηματοδοτήσει αυτοκινητοδρόμους, πυρηνικούς αντιδραστήρες, άμυνα και υγεία, αλλά και υψηλότερες συντάξεις και μισθούς στο Δημόσιο.
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 προβλέπει μία από τις μεγαλύτερες δημοσιονομικές επεκτάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε σύγκριση με το 2026, μαζί με έκδοση χρέους σε επίπεδα ρεκόρ για μια οικονομία περίπου 390 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η χρονική στιγμή, ωστόσο, δεν είναι εύκολη. Οι διεθνείς αγορές ομολόγων βρίσκονται υπό πίεση, το κόστος δανεισμού αυξάνεται και τα τσεχικά κρατικά ομόλογα έχουν χειρότερη απόδοση από αντίστοιχους τίτλους αναδυόμενων αγορών.
«Το μεγαλύτερο έλλειμμα θα συμπέσει με αποπληρωμές κρατικών ομολόγων σε επίπεδα ρεκόρ», σημειώνει ο Φράντισεκ Ταμπόρσκι, στρατηγικός αναλυτής της ING στο Λονδίνο. Η ζήτηση για τσεχικά ομόλογα παραμένει ισχυρή, όμως η αυξημένη έκδοση μπορεί να πιέσει περαιτέρω τις αποδόσεις.
Από τη δημοσιονομική πειθαρχία στον δανεισμό
Η αλλαγή είναι ιδιαίτερα αισθητή επειδή η Τσεχία ακολούθησε διαφορετική πορεία από πολλές άλλες κυβερνήσεις μετά την πανδημία. Τα νοικοκυριά της χώρας συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους αποταμιευτές της ΕΕ, βάζοντας στην άκρη περίπου το ένα πέμπτο του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Παρόμοια νοοτροπία χαρακτήριζε για χρόνια και τη δημοσιονομική πολιτική.
Πριν από την πανδημία, η χώρα κατέγραφε πλεονάσματα στα δημόσια οικονομικά, ενώ ακόμη και σήμερα το έλλειμμά της παραμένει χαμηλότερο από εκείνο γειτονικών χωρών όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία. Αυτή η πολιτική βοήθησε την Τσεχία να διατηρήσει το δημόσιο χρέος υπό έλεγχο και το κόστος δανεισμού σχετικά χαμηλό. Παράλληλα, το βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε σημαντικά: από περίπου 70% του μέσου όρου της ΕΕ όταν η χώρα εντάχθηκε στην Ένωση το 2004, έφτασε στο 92% πέρυσι.
Τώρα, όμως, η αγορά αρχίζει να τιμολογεί τη νέα πραγματικότητα. Σύμφωνα με το Bloomberg, η απόδοση του δεκαετούς τσεχικού ομολόγου βρισκόταν στο 5,35%, κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2022 και περίπου 80 μονάδες βάσης υψηλότερα μέσα στο τρίτο τρίμηνο. Από τα τέλη Ιουνίου, οι επενδυτές σε τσεχικά ομόλογα σε τοπικό νόμισμα είχαν απώλειες 4,2%, όταν αντίστοιχος δείκτης χρέους αναδυόμενων αγορών είχε απόδοση 1,4%.
Ο Ντόμινικ Ρουσίνκο, επικεφαλής οικονομολόγος της Patria Finance, προειδοποιεί ότι σε μια περίοδο ακριβού χρήματος τα υψηλά ελλείμματα δεν αυξάνουν μόνο το δημόσιο χρέος. Μπορούν να ανεβάσουν ακόμη περισσότερο το κόστος χρηματοδότησης και να δυσκολέψουν τη μακροπρόθεσμη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών.
Οι Τσέχοι θέλουν παροχές, αλλά ανησυχούν για το χρέος
Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η στροφή προκαλεί αντιδράσεις. Ο υπουργός Βιομηχανίας και στενός συνεργάτης του Μπάμπις στην οικονομική πολιτική, Κάρελ Χάβλιτσεκ, αναγνωρίζει την αντίφαση. «Κάποιοι είναι θυμωμένοι επειδή αυξάνουμε το χρέος και το καταλαβαίνω», δήλωσε. «Όλοι θέλουν πλήρεις υπηρεσίες και εξαιρετικές επενδύσεις, αλλά δεν θέλουν να αυξηθεί το χρέος».
Πρόσφατη έρευνα κοινής γνώμης καταγράφει ότι το 86% των πολιτών στην Τσεχία αντιλαμβάνεται το δημόσιο χρέος ως οικονομικό βάρος, εκφράζοντας σαφή προτίμηση προς τη δημοσιονομική ισορροπία. Οι οίκοι αξιολόγησης, από την άλλη, δίνουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Η S&P αναβάθμισε τις προοπτικές της αξιολόγησης AA- της Τσεχίας σε θετικές, εκτιμώντας ότι το δημόσιο χρέος θα παραμείνει σχετικά περιορισμένο σε διεθνή σύγκριση έως το 2029, παρά τη χαλαρότερη δημοσιονομική πολιτική.
Η Fitch εμφανίζεται πιο επιφυλακτική, προειδοποιώντας ότι παρατεταμένα ελλείμματα πάνω από το 3% του ΑΕΠ θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν ένα από τα πλεονεκτήματα της χώρας στην πιστοληπτική της εικόνα. Η ING προβλέπει ότι οι συνολικές ανάγκες δανεισμού θα αυξηθούν κατά 19% το επόμενο έτος, στα 880 δισεκατομμύρια κορώνες, περίπου 41 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το «πολωνικό μοντέλο» του Μπάμπις
Ο προϋπολογισμός του 2027 που ενέκρινε η κυβέρνηση προβλέπει έλλειμμα 386 δισ. κορωνών, περίπου 25% υψηλότερο από το φετινό και το μεγαλύτερο από την περίοδο της πανδημίας. Το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται περίπου στο 3,5% του ΑΕΠ. Είναι περίπου το μισό από εκείνο της Πολωνίας, αλλά αρκετό ώστε να αρχίσει να επηρεάζει την αγορά χρέους, σύμφωνα με τον επικεφαλής του δημοσιονομικού συμβουλίου της χώρας, Μόιμιρ Χαμπλ.
Η διεύρυνση του ελλείμματος βρίσκεται και στο ραντάρ της κεντρικής τράπεζας, η οποία τη θεωρεί έναν από τους κινδύνους για τον πληθωρισμό και ενδέχεται να προχωρήσει σε νέα αύξηση των επιτοκίων. Ο Μπάμπις έχει χαρακτηρίσει αυτή την προσέγγιση «ακατανόητη». Ο ίδιος θέλει η Τσεχία να ακολουθήσει τον «δρόμο της Πολωνίας» δηλαδή, περισσότερο δημόσιο χρέος σήμερα, ώστε να ολοκληρωθούν ταχύτερα μεγάλα έργα υποδομής και να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο.
Ο Χαμπλ αμφισβητεί ότι αυτή η στρατηγική θα αποδώσει μακροπρόθεσμα. «Μέχρι σήμερα, στόχος μας ήταν να φτάσουμε χώρες που είναι οικονομικά πιο ανεπτυγμένες και πλουσιότερες», αναφέρει. «Είναι η πρώτη φορά που κάποιος επιδιώκει να φτάσουμε μια χώρα που είναι φτωχότερη».
Διαβάστε ακόμη
Καπνική Μιχαηλίδης: Μετά τα εργοστάσια, παίρνουν σειρά για το σφυρί τα καπνά (pics)
Σκλαβενίτης: «Φρεσκούλης», 250.000 μερίδες τη μέρα και Food Hall – Το μεγάλο σχέδιο στα τρόφιμα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
