Η Ρωσία και η Ουκρανία συνεχίζουν να πλήττουν λιμενικές υποδομές η μία της άλλης, «προκαλώντας εμπόδια στις εξαγωγές από μία από τις σημαντικότερες ζώνες παραγωγής σιτηρών της Ευρώπης», πιέζοντας ανοδικά τις τιμές του σιταριού και προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα στη δύσκολη εξίσωση που απειλεί την παγκόσμια προσφορά τροφίμων.
Οι δύο χώρες εκτιμάται ότι αντιπροσωπεύουν συνολικά περίπου το ένα τέταρτο των παγκόσμιων εξαγωγών σιτηρών. Μέχρι τον Ιούνιο εξήγαγαν από κοινού σχεδόν 100 εκατ. μετρικούς τόνους σιτηρών μέσα σε διάστημα ενός έτους, με τις εμπορικές ροές να διατηρούνται σε μεγάλο βαθμό ακόμη και μετά την πλήρους κλίμακας ρωσική εισβολή το 2022, χάρη σε διπλωματικές συμφωνίες που είχαν ως στόχο την προστασία της παγκόσμιας επισιτιστικής επάρκειας.
Η κατάσταση, ωστόσο, έχει επιδεινωθεί. Οι πρόσφατες στρατιωτικές επιθέσεις σε εγκαταστάσεις εξαγωγής σιτηρών, πετρελαιοφόρα και άλλα πλοία στη Μαύρη Θάλασσα έχουν αυξήσει σε τέτοιο βαθμό το ρίσκο, ώστε οι ναυτιλιακές εταιρείες δυσκολεύονται πλέον να εξασφαλίσουν ασφαλιστική κάλυψη. Ως αποτέλεσμα, αρκετές αποφεύγουν τα λιμάνια της περιοχής.
Την ίδια στιγμή, ούτε οι εναλλακτικές χερσαίες διαδρομές για τα ουκρανικά σιτηρά λειτουργούν χωρίς προβλήματα. Η χαμηλή στάθμη των υδάτων στον Δούναβη περιορίζει τις μεταφορικές δυνατότητες, ενώ εργασίες συντήρησης στο σιδηροδρομικό δίκτυο της Ανατολικής Ευρώπης δημιουργούν πρόσθετα εμπόδια, σύμφωνα με δημοσίευμα του CNBC.
Από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τα Στενά του Ορμούζ
Οι πιέσεις στις αγροτικές μεταφορές δεν περιορίζονται πλέον στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας. Η παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, αλλά και η υποχώρηση της στάθμης κρίσιμων ευρωπαϊκών ποταμών, όπως ο Ρήνος και ο Δούναβης, δημιουργούν ένα ευρύτερο πρόβλημα για τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η παρατεταμένη δυσλειτουργία αυτών των εμπορικών αρτηριών συμβάλλει στην αύξηση του κόστους βασικών γεωργικών εισροών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα λιπάσματα.
Ο δείκτης τιμών τροφίμων του FAO ανέβηκε τον Ιούλιο στις 131,1 μονάδες, από 130,3 τον Ιούνιο, στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερα από τρία χρόνια. Οι τιμές των δημητριακών αυξήθηκαν κατά 3,4% μέσα σε έναν μήνα, με το σιτάρι να καταγράφει άνοδο 5,8%.
Για τους αγρότες, η εξίσωση γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Οι τιμές των λιπασμάτων και του ντίζελ, σε συνδυασμό με το αυξημένο εργατικό κόστος, συμπιέζουν τα περιθώρια κέρδους. Εάν μεγάλος αριθμός παραγωγών κρίνει ότι η καλλιέργεια δεν είναι πλέον οικονομικά βιώσιμη, οι συνέπειες μπορεί να περάσουν άμεσα στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.
Το πρόβλημα της κερδοφορίας
Οι υψηλότερες τιμές των λιπασμάτων έχουν αποκτήσει πλέον «διαρθρωτικό» χαρακτήρα και είναι πιθανό να παραμείνουν αυξημένες, καθώς βασικές χημικές πρώτες ύλες βρίσκονται σε περιορισμένη προσφορά εξαιτίας της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Για τους Αμερικανούς αγρότες, το δίλημμα είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Η μείωση της χρήσης λιπασμάτων μπορεί να περιορίσει το κόστος βραχυπρόθεσμα, αλλά ενδέχεται να αποδειχθεί ακόμη ακριβότερη εάν οδηγήσει σε χαμηλότερες αποδόσεις των καλλιεργειών.
Τα περιθώρια ελιγμών, μάλιστα, περιορίζονται όσο εξαντλούνται οι υπόλοιπες δυνατότητες βελτιστοποίησης της παραγωγής.
«Η ρευστότητα είναι περιορισμένη στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις, εμποδίζοντας ορισμένους παραγωγούς να εξασφαλίσουν προϊόντα για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο μέχρι να αποκτήσουν πρόσθετη χρηματοδότηση ή κεφάλαιο κίνησης», επισημαίνει η επικεφαλής οικονομολόγος της CoBank, Τζάκι Φάτκα.
Παρόμοιες ανησυχίες υπάρχουν και στην Ευρώπη. Εκφράζονται φόβοι ότι παραγωγοί στη Ρωσία, την Ουκρανία και άλλες χώρες μπορεί να περιορίσουν τις χειμερινές σπορές εξαιτίας της χαμηλής κερδοφορίας και της δυσκολίας πρόσβασης σε χρηματοδότηση.
Καιρός, λιπάσματα και El Niño
«Πολλοί παράγοντες θα συνδυαστούν και θα επηρεάσουν σοβαρά τις καλλιέργειες την επόμενη χρονιά», προειδοποιεί ο αναλυτής εμπορίου και αγροτικών προϊόντων Νόελ Φράιερ.
Η εικόνα έχει ήδη επιβαρυνθεί από τις ακραίες καιρικές συνθήκες στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Το ιδιαίτερα θερμό ευρωπαϊκό καλοκαίρι περιόρισε τις δυνατότητες βόσκησης, αφήνοντας λιγότερο χορτάρι και σανό διαθέσιμο για τα βοοειδή. Μια πιθανή συνέπεια είναι η σημαντική μείωση των κοπαδιών, καθώς οι κτηνοτρόφοι δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν επαρκείς ζωοτροφές.
Παράλληλα, δεν διαφαίνεται άμεση λύση στις διαταραχές της Μαύρης Θάλασσας, ενώ το πρόβλημα των λιπασμάτων που εντάθηκε μετά την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν όχι μόνο παραμένει αλλά δείχνει να επιδεινώνεται.
Στις ΗΠΑ, οι προοπτικές για τις αποδόσεις του καλαμποκιού προκαλούν επίσης ανησυχία, μετά από μια ιδιαίτερα υγρή άνοιξη και τη μειωμένη χρήση λιπασμάτων. Εάν οι αποδόσεις αποδειχθούν χαμηλότερες, οι τιμές θα μπορούσαν να δεχθούν νέα ανοδική πίεση.
Στο ήδη δύσκολο σκηνικό προστίθεται και η αβεβαιότητα γύρω από ένα ισχυρό El Niño, το οποίο αναμένεται να αυξήσει τη μεταβλητότητα των καιρικών συνθηκών στο νότιο ημισφαίριο και να δημιουργήσει νέους κινδύνους για τις γεωργικές καλλιέργειες.
«Πρόκειται για ένα τεράστιο μείγμα διαφορετικών προβλημάτων και δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθούν. Είναι μια τέλεια καταιγίδα», συνοψίζει ο Φράιερ.
Διαβάστε επίσης
Απλήρωτοι λογαριασμοί ρεύματος: Πώς το νέο σύστημα debt flagging βάζει «φρένο» στους κακοπληρωτές
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
