Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Οι πυραυλικές επιθέσεις που έθεσαν εκτός λειτουργίας το αεροδρόμιο του Ριάντ, οι ρωσικές επιθέσεις στην Ουκρανία που προκάλεσαν περισσότερους από 100 θανάτους αμάχων, οι προειδοποιήσεις της Πολωνίας για τον κίνδυνο ρωσικών πληγμάτων μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά ανοικτά των ακτών της χώρας δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά.

Όλα συνέβησαν μέσα στην ίδια εβδομάδα και ενισχύουν μια ολοένα πιο έντονη αίσθηση παγκόσμιας ανασφάλειας. Περιοχές που για δεκαετίες θεωρούσαν την ειρήνη δεδομένη – η δυτική Ευρώπη, η ανατολική Ασία και τα κράτη του Κόλπου – βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με το ενδεχόμενο ή ακόμη και την πραγματικότητα ενός πολέμου, γράφουν οι Fiancial Times.

Για έναν δημοσιογράφο που παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις, η στιγμή κατά την οποία άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον πόλεμο μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια: ήταν η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, η οποία ολοκληρώθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2022, μόλις τέσσερις ημέρες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Οι αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες ασφαλείας και πληροφοριών ήταν τότε κατηγορηματικές: οι δυνάμεις του Βλαντιμίρ Πούτιν ετοιμάζονταν να κινηθούν προς το Κίεβο.

Σε δείπνο σε ξενοδοχείο του Μονάχου, ο τότε επικεφαλής της αυστραλιανής υπηρεσίας πληροφοριών Άντριου Σίρερ περιέγραψε μια συζήτηση που είχε λίγο νωρίτερα με τον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Άντονι Μπλίνκεν. Οι δύο άνδρες είχαν εξετάσει τα σχέδια της Ρωσίας για την εισβολή, όταν ο Σίρερ τού είπε: «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάνουμε αυτή τη συζήτηση στον 21ο αιώνα».

Η φράση αποτύπωνε το παράδοξο της στιγμής. Από τη μία πλευρά υπήρχε η βεβαιότητα ότι η Ρωσία επρόκειτο να εξαπολύσει μια μεγάλης κλίμακας εισβολή. Από την άλλη, υπήρχε η αδυναμία να γίνει πιστευτό ότι κάτι τέτοιο μπορούσε να συμβεί στη σύγχρονη Ευρώπη.

Ορισμένοι Ουκρανοί και Ευρωπαίοι στη διάσκεψη αρνούνταν να δεχθούν ότι ο πόλεμος ήταν προ των πυλών, προσκολλημένοι στην ελπίδα ότι ο Πούτιν μπλόφαρε ή ότι οι πληροφορίες των δυτικών υπηρεσιών ήταν λανθασμένες.

Η άρνηση να πιστέψουν ότι η ευρωπαϊκή ειρήνη επρόκειτο να διαλυθεί θυμίζει τη γνωστή φράση που αποδίδεται ευρέως στον Λέον Τρότσκι: «Μπορεί να μην ενδιαφέρεσαι για τον πόλεμο, αλλά ο πόλεμος ενδιαφέρεται για σένα».

Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης», το διεθνές πολιτικό περιβάλλον έχει μεταμορφωθεί. Η συζήτηση για το ενδεχόμενο ενός Γ΄ Παγκόσμιου Πολέμου έχει πλέον γίνει σχεδόν καθημερινό μέρος του δημόσιου λόγου. Η International Crisis Group καταγράφει 65 ενεργές συγκρούσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, τον υψηλότερο αριθμό από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ουκρανία: Το πρώτο μέτωπο της νέας εποχής

Στην περίφημη τηλεοπτική αντιπαράθεση με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι τον Φεβρουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε τον Ουκρανό Πρόεδρο ότι «παίζει με τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». Η άποψη του Τραμπ ήταν – και πιθανότατα παραμένει – ότι η δυτική υποστήριξη προς την Ουκρανία μπορεί να παρασύρει τις ΗΠΑ σε άμεση σύγκρουση με τη Ρωσία.

Ο Ζελένσκι έχει επίσης επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι ο κόσμος βρίσκεται στα πρόθυρα μιας παγκόσμιας σύγκρουσης. Για τον ίδιο, όμως, ο κίνδυνος προκύπτει από την αποτυχία να ηττηθεί η ρωσική επιθετικότητα.

Οι δυτικοευρωπαίοι ηγέτες αντιμετωπίζουν πλέον εξίσου σοβαρά την απειλή. Λίγο μετά τη ρωσική εισβολή, η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε τη Zeitenwende, μια ιστορική καμπή που συνοδεύτηκε από δισεκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυση των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε προειδοποίησε το 2025 τους Ευρωπαίους ηγέτες ότι η Ρωσία θα μπορούσε να έχει την Ευρώπη ως επόμενο στόχο και ότι η ήπειρος πρέπει να προετοιμαστεί για πολεμικές συνθήκες ανάλογες με εκείνες που γνώρισαν οι προηγούμενες γενιές.

Κίνα και Ταϊβάν: Η δεύτερη μεγάλη εστία κινδύνου

Ο φόβος μιας παγκόσμιας σύγκρουσης δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Ο Σι Τζινπίνγκ προειδοποιεί συστηματικά για τον κίνδυνο ΗΠΑ και Κίνας να παγιδευτούν στη λεγόμενη «Παγίδα του Θουκυδίδη».

Η θεωρία του καθηγητή του Χάρβαρντ Γκρέιαμ Άλισον υποστηρίζει ότι, ιστορικά, όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να εκτοπίσει την κυρίαρχη παγκόσμια δύναμη, η αντιπαράθεση συχνά καταλήγει σε πόλεμο.

Την ίδια στιγμή, όμως, η ίδια η Κίνα συμβάλλει στην ένταση που καταγγέλλει. Υπό τον Σι, το Πεκίνο έχει επενδύσει τεράστια ποσά στις ένοπλες δυνάμεις του και διαθέτει πλέον μεγαλύτερο πολεμικό ναυτικό από τις ΗΠΑ.

Παράλληλα, αυξάνει σταθερά τη στρατιωτική και πολιτική πίεση στην Ταϊβάν, την οποία έχει δεσμευθεί να καταλάβει ακόμη και με τη χρήση βίας, εφόσον κριθεί απαραίτητο. Ο Τζο Μπάιντεν είχε δηλώσει τέσσερις φορές ως Πρόεδρος των ΗΠΑ ότι η Ουάσιγκτον θα υπερασπιστεί την Ταϊβάν σε περίπτωση κινεζικής εισβολής.

Πότε ένας πόλεμος γίνεται παγκόσμιος

Παρότι οι ηγέτες χρησιμοποιούν όλο και συχνότερα τον όρο «Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος», σπάνια εξηγούν τι ακριβώς θα σήμαινε.

Σε γενικές γραμμές, ένας παγκόσμιος πόλεμος θα είχε δύο βασικά χαρακτηριστικά: άμεση σύγκρουση μεταξύ των ισχυρότερων κρατών του κόσμου και επέκταση των μαχών σε διαφορετικές ηπείρους.

Μέχρι σήμερα, καμία από τις δύο προϋποθέσεις δεν έχει εκπληρωθεί.

Ωστόσο, ο κίνδυνος κλιμάκωσης είναι υπαρκτός. Ο υβριδικός πόλεμος της Ρωσίας εναντίον των ευρωπαϊκών χωρών που στηρίζουν την Ουκρανία – με σαμποτάζ, εμπρησμούς και δολοφονίες – αυξάνει τον κίνδυνο μιας ακούσιας κλιμάκωσης.

Όπως είχε διατυπώσει ο Γερμανός Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς: «Δεν βρισκόμαστε σε πόλεμο, αλλά δεν βρισκόμαστε πλέον ούτε σε ειρήνη».

Ρωσία, Ιράν, Κίνα και Βόρεια Κορέα

Για ορισμένους από τους εμπλεκόμενους, η σύγκρουση στην Ουκρανία έχει ήδη αποκτήσει παγκόσμια χαρακτηριστικά. Η άφιξη βορειοκορεατικών στρατευμάτων στο μέτωπο για να ενισχύσουν τις ρωσικές δυνάμεις χαρακτηρίστηκε από τον Ζελένσκι ως «το πρώτο βήμα προς έναν παγκόσμιο πόλεμο».

Παράλληλα, ο πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν έχει διασταυρωθεί με την ουκρανική σύγκρουση. Το Ιράν θεωρείται ότι έχει λάβει ρωσική βοήθεια για την αντιμετώπιση αμερικανικών βάσεων στη Μέση Ανατολή, ενώ η Ουκρανία έχει προσφέρει στα κράτη του Κόλπου τεχνογνωσία στον αντι-drone πόλεμο.

Οι δυτικές υπηρεσίες ασφαλείας ανησυχούν ολοένα περισσότερο για τους στενούς δεσμούς ενός άτυπου «άξονα αντιπάλων», στον οποίο συμμετέχουν Ρωσία, Κίνα, Ιράν και Βόρεια Κορέα.

Η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα υπέγραψαν το 2024 συνθήκη αμοιβαίας άμυνας, ενώ λίγο πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ο Πούτιν και ο Σι ανακοίνωσαν μια «εταιρική σχέση χωρίς όρια». Η κινεζική οικονομική και τεχνολογική στήριξη έχει επίσης βοηθήσει τη Ρωσία να αντιμετωπίσει τις δυτικές κυρώσεις και να συνεχίσει τον πόλεμο.

Οι τέσσερις χώρες μοιράζονται την αντίθεσή τους στην αμερικανική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Η Ρωσία θέλει να περιορίσει την επέκταση του ΝΑΤΟ, το Ιράν έχει επιτεθεί σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στη Μέση Ανατολή, η Βόρεια Κορέα απειλεί τη Νότια Κορέα και η Κίνα διεκδικεί την Ταϊβάν και μεγάλο μέρος της Νότιας Σινικής Θάλασσας.

Ο Μαρκ Ρούτε έχει μάλιστα αναφερθεί επανειλημμένα στο ενδεχόμενο συντονισμένων ρωσικών και κινεζικών στρατιωτικών επιχειρήσεων ταυτόχρονα σε Ευρώπη και Ασία.

65 συγκρούσεις και μια νέα παγκόσμια ισορροπία

Οι προειδοποιήσεις έρχονται σε ένα περιβάλλον όπου αυξάνονται σταθερά οι πολεμικές συγκρούσεις και οι απώλειες στο πεδίο της μάχης.

Ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας έχει πλέον διαρκέσει περισσότερο από τον πόλεμο της Σοβιετικής Ένωσης εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας. Η βρετανική κυβέρνηση υπολογίζει ότι οι ρωσικές απώλειες από την έναρξη της εισβολής ανέρχονται σε 1,5 εκατομμύριο νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι ουκρανικές απώλειες εκτιμάται ότι ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες.

Στη Γάζα, ο πόλεμος έχει προκαλέσει περίπου 70.000 θανάτους Παλαιστινίων και 2.000 Ισραηλινών, πέραν των 1.200 ανθρώπων που σκοτώθηκαν στην επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.

Στο Σουδάν, μια ακόμη σύγκρουση που τροφοδοτείται από εξωτερικές δυνάμεις έχει οδηγήσει σε μαζικές σφαγές και στον εκτοπισμό περισσότερων από 14 εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η εικόνα αυτή συνδέεται με μια βαθύτερη αλλαγή: τη μετατόπιση της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος. Το 1989, οι χώρες της G7 αντιπροσώπευαν περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής. Το 2022 το ποσοστό τους είχε περιοριστεί περίπου στο 43% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ αντιστοιχούσαν περίπου στο ήμισυ των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών.

Η σχετική υποχώρηση της ισχύος της Δύσης άνοιξε χώρο σε δυνάμεις που επιδιώκουν να ανατρέψουν την υφιστάμενη παγκόσμια τάξη. Παράλληλα, η πολεμική κόπωση στις ΗΠΑ, μετά τις απογοητεύσεις από το Αφγανιστάν και το Ιράκ, ενίσχυσε την τάση αποφυγής νέων μακροχρόνιων πολέμων.

Η επιστροφή της λογικής «η ισχύς καθορίζει το δίκαιο»

Η νέα ισορροπία ενθάρρυνε τη Ρωσία, το Ιράν και την Κίνα να αναλάβουν μεγαλύτερα ρίσκα. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν προέκυψε από το πουθενά: είχε προηγηθεί ο πόλεμος στη Γεωργία το 2008, η προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 και η ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία το 2015.

Η Κίνα, από την πλευρά της, δημιούργησε στρατιωτικές βάσεις σε τεχνητά νησιά στη Νότια Σινική Θάλασσα και αύξησε την πίεση στις γειτονικές χώρες.

Στο νέο αυτό περιβάλλον αναδεικνύεται και μια νέα γενιά ισχυρών ηγετών, όπως ο Πούτιν, ο Σι, ο Τραμπ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Με διαφορετικούς τρόπους, υιοθετούν μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ισχύς αποτελεί το βασικό εργαλείο διαμόρφωσης της διεθνούς τάξης.

Η λογική αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την ιδέα μιας διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης κατάληψης εδαφών άλλων κρατών διά της βίας.

Η δεύτερη προεδρία Τραμπ έχει μάλιστα ενισχύσει τις ανησυχίες, καθώς ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει διατυπώσει εδαφικές αξιώσεις για τη Γροιλανδία, ενώ έχει επανειλημμένα μιλήσει για τη μετατροπή του Καναδά σε 51η πολιτεία των ΗΠΑ. Οι θέσεις αυτές έχουν προκαλέσει αντιδράσεις και έχουν οδηγήσει ακόμη και συμμάχους της Ουάσιγκτον να επανεξετάσουν τις πολιτικές ασφάλειας και εξωτερικών σχέσεών τους.

Οι «σφαίρες επιρροής» και το μεγάλο ρίσκο

Πίσω από ορισμένες από τις διακηρύξεις του Τραμπ, αλλά και τις εδαφικές επιδιώξεις του Πούτιν και του Σι, βρίσκεται μια συγκεκριμένη αντίληψη για την ειρήνη: οι μεγάλες δυνάμεις θα πρέπει να έχουν δικαίωμα να κυριαρχούν σε μια «σφαίρα επιρροής» στην άμεση γειτονιά τους.

Σύμφωνα με αυτή τη λογική, μικρότερες χώρες όπως η Ουκρανία, η Ταϊβάν, ο Καναδάς ή η Κούβα θα πρέπει να αποδέχονται την κυριαρχία της περιφερειακής υπερδύναμης.

Η θεωρία υποστηρίζει ότι μια τέτοια σκληρή ρεαλπολιτίκ, αντί για μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες, μπορεί να λειτουργήσει ως εγγύηση ειρήνης.

Το πρόβλημα είναι ότι αγνοεί τις επιθυμίες και τα συμφέροντα των μικρότερων κρατών. Η Ουκρανία απέδειξε ότι οι μικρότερες χώρες μπορούν να αντισταθούν, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρόκειται να αποδεχθεί εύκολα την επιστροφή κρατών-μελών, όπως η Πολωνία ή η Ρουμανία, στη ρωσική σφαίρα επιρροής.

Ακόμη και από την οπτική των μεγάλων δυνάμεων, όμως, ένας κόσμος χωρισμένος σε σφαίρες επιρροής δεν εγγυάται την ειρήνη. Οι ΗΠΑ δύσκολα θα αποδεχθούν την ενσωμάτωση της Ταϊβάν στην Κίνα, μεταξύ άλλων λόγω της στρατηγικής σημασίας της για την παγκόσμια παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών.

Το ΝΑΤΟ και η αβεβαιότητα που μπορεί να γίνει επικίνδυνη

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και την ίδρυση του ΝΑΤΟ, η Δύση βασίστηκε στην αποτροπή: κάθε χώρα που θα επιχειρούσε να επεκτείνει τα σύνορά της διά της βίας θα έπρεπε να γνωρίζει ότι θα αντιμετώπιζε ενιαία και ισχυρή αντίδραση.

Σε γενικές γραμμές, η αποτροπή – με την απειλή ακόμη και ενός πυρηνικού πολέμου – λειτούργησε. Η άμεση σύγκρουση ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης αποφεύχθηκε σε ολόκληρο τον Ψυχρό Πόλεμο, παρά τις επικίνδυνες κρίσεις, με χαρακτηριστικότερη εκείνη των πυραύλων στην Κούβα το 1962.

Ωστόσο, ο Τραμπ έχει δείξει ότι προτιμά μια μείωση των αμερικανικών δεσμεύσεων ασφαλείας απέναντι στους συμμάχους, τους οποίους έχει κατά καιρούς κατηγορήσει ότι επωφελούνται χωρίς να συνεισφέρουν επαρκώς.

Έτσι επιστρέφει ένα κρίσιμο ερώτημα: θα πολεμούσε η Αμερική του Τραμπ για να υπερασπιστεί τις χώρες της Βαλτικής, την Πολωνία, την Ιαπωνία ή τη Βρετανία; Η βεβαιότητα που υπήρχε στο παρελθόν δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.

Και ακριβώς αυτή η αβεβαιότητα μπορεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο.

Η ιστορία δείχνει ότι οι μεγαλύτερες απειλές για έναν παγκόσμιο πόλεμο μπορεί να εμφανίζονται όταν οι συμμαχίες και οι εγγυήσεις ασφαλείας χάνουν την αξιοπιστία τους. Το 1914, η Γερμανία υπολόγισε λανθασμένα ότι η Βρετανία δεν θα πολεμούσε για την ουδετερότητα του Βελγίου. Το 1939, ο Χίτλερ εκτίμησε ότι Βρετανία και Γαλλία θα υποχωρούσαν και δεν θα τηρούσαν την εγγύηση προς την Πολωνία. Έκανε επίσης λάθος.

Σήμερα, ο Σι πρέπει να υπολογίσει εάν η αμερικανική Taiwan Relations Act εξακολουθεί να αποτελεί πραγματική δέσμευση απέναντι στη χρήση βίας κατά της Ταϊβάν. Ο Πούτιν πρέπει να κάνει αντίστοιχο υπολογισμό για το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, το οποίο δεσμεύει και τα 32 μέλη της Συμμαχίας να υπερασπιστούν το ένα το άλλο.

Το ερώτημα εάν αυτές οι δεσμεύσεις παραμένουν αδιαπραγμάτευτες ή έχουν μετατραπεί σε ένα ακόμη «κομμάτι χαρτί» μπορεί τελικά να είναι το ερώτημα από το οποίο θα εξαρτηθεί η ειρήνη στον κόσμο.