Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παραμένει σε «υψηλό συναγερμό» για τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή στην παγκόσμια οικονομία, προειδοποιώντας ότι η πλήρης αποκατάσταση των ενεργειακών εφοδιασμών θα απαιτήσει χρόνο, παρά τη συμφωνία που ανακοίνωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
«Το γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομία αντέχει μέχρι στιγμής το σοκ αποτελεί λόγο καθησυχασμού, όχι όμως εφησυχασμού», έγραψε χαρακτηριστικά η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, σε ανάρτηση στο επίσημο blog του οργανισμού που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα.
Όπως σημείωσε, «οι τιμές των εμπορευμάτων, ο πληθωρισμός και οι προσδοκίες για την πορεία του, καθώς και οι χρηματοοικονομικές συνθήκες έχουν επηρεαστεί», προσθέτοντας ωστόσο ότι «όχι ακόμη σε βαθμό που να σηματοδοτεί παγκόσμια επιβράδυνση της οικονομίας».
Οι ΗΠΑ και το Ιράν ανακοίνωσαν ότι κατέληξαν σε προσωρινή ειρηνευτική συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, περισσότερους από τρεις μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης που ξέσπασε έπειτα από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις. Ωστόσο, οι πλήρεις όροι της συμφωνίας δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί (σύμφωνα με τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ το κείμενο θα δημοσιευτεί μετά και την επίσημη τελετή υπογραφής την ερχόμενη Παρασκευή), γεγονός που διατηρεί σημαντική αβεβαιότητα για τις αγορές και τις κυβερνήσεις.
So far, the global economy is holding up despite war, but this masks significant differences across countries and regions. Energy importers and countries with limited policy space are most vulnerable. See my latest blog. https://t.co/AXdzNq99lh pic.twitter.com/TZrjiFLETb
— Kristalina Georgieva (@KGeorgieva) June 15, 2026
Η ανθεκτικότητα της οικονομίας και ο ρόλος της τεχνολογίας
Σύμφωνα με την επικεφαλής του ΔΝΤ, η παγκόσμια οικονομία έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα παρά το σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος και η πολύμηνη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
«Κατά την έναρξη της σύγκρουσης, η άμεση ανησυχία μας ήταν ο αντίκτυπος στις τιμές της ενέργειας και οι δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό. Και πράγματι, αυτές υπήρξαν σημαντικές», επεσήμανε η Γκεοργκίεβα.
Όπως επισήμανε, οι τιμές του πετρελαίου εξακολουθούν να βρίσκονται περίπου 30% υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο, αν και έχουν αποκλιμακωθεί αισθητά από τα υψηλά που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Η επικεφαλής του Ταμείου υπογράμμισε ότι ορισμένες χώρες, όπως η Κίνα, κατάφεραν προσωρινά να περιορίσουν τις επιπτώσεις αξιοποιώντας τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, ενώ η αυξημένη παραγωγή και η μεγαλύτερη λειτουργία διυλιστηρίων εκτός του Περσικού Κόλπου συνέβαλαν στη συγκράτηση των τιμών.
Παράλληλα, ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην τεχνολογία και στις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, τις οποίες χαρακτήρισε βασικό παράγοντα στήριξης της παγκόσμιας ανάπτυξης.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες επωφελούνται από αυτόν τον παγκόσμιο τεχνολογικό κύκλο, όπως και οικονομίες της Ασίας που έχουν καταγράψει ισχυρότερες εξαγωγές τεχνολογικών προϊόντων», ανέφερε. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι «οι περισσότερες χώρες δεν έχουν ακόμη αισθανθεί τον αντίκτυπο της τεχνολογίας στην παραγωγικότητα και την ανάπτυξη, γεγονός που τροφοδοτεί ανησυχίες για περαιτέρω οικονομική απόκλιση μεταξύ κρατών και περιφερειών».
Οι μεγαλύτεροι χαμένοι και η πρόκληση για τις κυβερνήσεις
Παρά τη συνολική ανθεκτικότητα, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη. Η Γκεοργκίεβα σημείωσε ότι οι επιπτώσεις του πολέμου διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τη γεωγραφική θέση, την εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας και τα δημοσιονομικά περιθώρια κάθε χώρας.
Οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου που επηρεάστηκαν άμεσα από τις συγκρούσεις αντιμετωπίζουν σημαντικές υποβαθμίσεις των προβλέψεων ανάπτυξης για το 2026, ενώ σε πέντε από τις οκτώ οικονομίες της περιοχής προβλέπεται ακόμη και ύφεση.
Για την Ευρώπη, η οποία παραμένει ιδιαίτερα εξαρτημένη από εισαγόμενες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι υψηλότερες ενεργειακές τιμές επιβαρύνουν την ανάπτυξη και αναζωπυρώνουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Το ΔΝΤ επεσήμανε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στη συνεδρίαση της προ ημερών, ήδη προχώρησε σε μια πρώτη αύξηση των επιτοκίων ως απάντηση στις εξελίξεις.

Οι αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας δέχονται επίσης ισχυρές πιέσεις. Σύμφωνα με το Ταμείο, οι λιανικές τιμές βενζίνης έχουν αυξηθεί κατά περίπου 40% από την έναρξη του πολέμου, ενώ η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, οι πιέσεις στα νομίσματα και οι εκροές κεφαλαίων επιβαρύνουν περαιτέρω το οικονομικό περιβάλλον.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στην Αφρική. «Η πίεση είναι ιδιαίτερα εμφανής στην Αφρική, όπου συνδυάζονται πολλοί από αυτούς τους παράγοντες», σημειώνει η Γκεοργκίεβα.
Παράλληλα, οι αυξημένες τιμές της ενέργειας έχουν οδηγήσει σε ακριβότερα λιπάσματα και τρόφιμα, εντείνοντας τους φόβους για επισιτιστική ανασφάλεια σε αρκετές χαμηλού εισοδήματος οικονομίες.
«Οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν επίσης επιδείξει ανθεκτικότητα. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί σημαντικά από την έναρξη του πολέμου, όμως τα πιο ριψοκίνδυνα περιουσιακά στοιχεία συνέχισαν να ενισχύονται χάρη στα ισχυρά εταιρικά κέρδη και δεν βλέπουμε ενδείξεις ευρείας φυγής προς ασφαλή καταφύγια», υποστήριξε.
Παρά την άνοδο των αποδόσεων, το ΔΝΤ θεωρεί ότι οι χρηματοοικονομικές συνθήκες παραμένουν σχετικά ευνοϊκές με ιστορικά κριτήρια. Ωστόσο, η αύξηση του κόστους δανεισμού δημιουργεί νέες προκλήσεις για κυβερνήσεις και επιχειρήσεις.
Προειδοποίηση για τα δημόσια οικονομικά
Η επικεφαλής του ΔΝΤ προειδοποίησε ότι η κατάπαυση του πυρός που ανακοινώθηκε την Κυριακή αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να εξαφανίσει τους κινδύνους.
«Όσο συντομότερα επιλυθεί το ενεργειακό σοκ τόσο το καλύτερο, ιδίως επειδή η προσφορά θα χρειαστεί χρόνο για να αποκατασταθεί λόγω των σημαντικών ζημιών στις υποδομές», τόνισε.
Για το λόγο αυτό, το ΔΝΤ καλεί τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν δημοσιονομική και νομισματική πειθαρχία. Η Γκεοργκίεβα προειδοποίησε ότι οι επιδοτήσεις και τα πλαφόν τιμών μπορεί να είναι πολιτικά δημοφιλή μέτρα, αλλά συνεπάγονται υψηλό δημοσιονομικό κόστος και πρέπει να εφαρμόζονται μόνο προσωρινά.
«Καθώς το κόστος δανεισμού αυξάνεται, η δημοσιονομική πειθαρχία αποκτά εξίσου κρίσιμη σημασία», επεσήμανε. «Τα πλαφόν στις τιμές, οι επιδοτήσεις και παρόμοια μέτρα μπορεί να είναι δημοφιλή πολιτικά, αλλά έχουν υψηλό κόστος».
Όπως τόνισε, οι παρεμβάσεις θα πρέπει να είναι στοχευμένες, προσωρινές και προσεκτικά σχεδιασμένες, ώστε να προστατεύουν τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά χωρίς να υπονομεύουν τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Η προειδοποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη, όπου η άνοδος των τιμών ενέργειας και η αυστηρότερη νομισματική πολιτική αυξάνουν ταυτόχρονα τις πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς και στην οικονομική ανάπτυξη.
«Η παγκόσμια οικονομία αντέχει μέχρι στιγμής το σοκ, αλλά αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό», καταλήγει η Γκεοργκίεβα. «Το ΔΝΤ παραμένει σε υψηλό συναγερμό και παραμένουμε πλήρως προσηλωμένοι στη στήριξη των χωρών-μελών μας, ιδίως των πιο ευάλωτων».
Διαβάστε ακόμη
Morgan Stanley: Ψήφος εμπιστοσύνης στις ελληνικές τράπεζες – Βλέπει περιθώριο ανόδου έως 25%
Ρεκόρ 10ετίας στις αναφορές στην τεχνητή νοημοσύνη από εταιρείες του S&P 500 (γραφήματα)
Νέος συναγερμός από την ΕΚΤ για το private credit – Ποιες είναι οι τράπεζες με τη μεγαλύτερη έκθεση
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.