Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η οικονομική πραγματικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες αποκλίνει ολοένα περισσότερο από τις υποσχέσεις για φθηνότερη ενέργεια, ισχυρή ανάπτυξη και εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών. Σχεδόν δύο χρόνια μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η αμερικανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν δύσκολο συνδυασμό: ομοσπονδιακό χρέος 40 τρισ. δολαρίων, υψηλές αποδόσεις ομολόγων, ακριβότερα καύσιμα και νέα άνοδο του κόστους στέγασης.

Καταλύτης αποτελεί πλέον και ο πόλεμος με το Ιράν, ο οποίος έχει διαταράξει τις ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή και έχει αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Παράλληλα, οι φορολογικές περικοπές επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές προβλέψεις, την ώρα που η Ουάσιγκτον χρειάζεται συνεχώς μεγαλύτερο δανεισμό για τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεών της.

Η ένταση αποτυπώνεται πλέον στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Οι αποδόσεις του μακροπρόθεσμου χρέους αναρριχήθηκαν σε υψηλό 19 ετών, καθώς οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη ανταμοιβή για να χρηματοδοτήσουν μία κυβέρνηση με διογκούμενες ανάγκες δανεισμού και περιορισμένα περιθώρια δημοσιονομικής προσαρμογής.

Η παρέμβαση Μπέσεντ και η νευρικότητα στα ομόλογα

Μπροστά στις πιέσεις, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ επιχείρησε να στείλει μήνυμα σταθερότητας. Το υπουργείο ανακοίνωσε σχέδιο για τουλάχιστον διπλασιασμό των επαναγορών μακροπρόθεσμων τίτλων, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες πρωτοβουλίες για τον περιορισμό του ελλείμματος και του κόστους δανεισμού.

Η πρώτη αντίδραση ήταν θετική, αλλά σύντομη. Οι αποδόσεις υποχώρησαν προσωρινά, πριν τα 30ετή αμερικανικά ομόλογα χάσουν γρήγορα τα κέρδη τους. Παράλληλα, η παρέμβαση συνέβαλε σε αποδυνάμωση του δολαρίου, υπογραμμίζοντας τη δυσκολία άμεσης αλλαγής του κλίματος.

Ο Μπέσεντ υποστηρίζει ότι οι αγορές έχουν «προτρέξει των εξελίξεων» και αφήνει ανοιχτή την περαιτέρω επέκταση των επαναγορών. Ο ίδιος έχει θέσει ως στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ έως το τέλος της δεύτερης θητείας Τραμπ, εκτιμώντας ότι η ανάπτυξη και τα έσοδα από τους δασμούς μπορούν να ενισχύσουν τα δημόσια ταμεία.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, ξεκαθάρισε ότι δεν έδωσε εντολή για την παρέμβαση στην αγορά ομολόγων και ότι ο υπουργός Οικονομικών κινήθηκε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του.

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι βαθύτερο. Το ομοσπονδιακό χρέος έφτασε τα 40 τρισ. δολάρια, με τον δανεισμό να αυξάνεται με τον ταχύτερο ρυθμό εκτός πανδημίας. Το δημοσιονομικό έλλειμμα υποχώρησε μόνο στο 5,8% του ΑΕΠ το 2025, από 6,4% έναν χρόνο νωρίτερα, παραμένοντας εξαιρετικά υψηλό για μία οικονομία χωρίς ύφεση.

Ο πόλεμος με το Ιράν περνά στην αντλία

Δεύτερο μεγάλο μέτωπο αποτελεί η ενέργεια. Η σύγκρουση με το Ιράν έχει ανατρέψει τον στόχο της κυβέρνησης για δραστική μείωση των ενεργειακών τιμών και έχει μεταφέρει το γεωπολιτικό κόστος απευθείας στους Αμερικανούς καταναλωτές.

Η μέση τιμή της βενζίνης έχει αυξηθεί περίπου 40% από την έναρξη του πολέμου, φτάνοντας στα 4,11 δολάρια ανά γαλόνι. Αντίστοιχη άνοδος καταγράφεται στο ντίζελ, στα 5,58 δολάρια, με ιδιαίτερα σημαντικές συνέπειες για ολόκληρη την οικονομία.

Το ντίζελ αποτελεί βασικό κόστος για τις εμπορευματικές μεταφορές, τη γεωργία και την εφοδιαστική αλυσίδα. Επομένως, η αύξησή του δεν περιορίζεται στα πρατήρια, αλλά μεταφέρεται στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.

Οι ΗΠΑ παραμένουν ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου παγκοσμίως, όμως η πρόσθετη εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει το σοκ από τη Μέση Ανατολή. Η παραγωγή αναμένεται να αυξηθεί φέτος μόλις κατά περίπου 200.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ περίπου 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως που κανονικά περνούν από τα Στενά του Ορμούζ έχουν τεθεί εκτός αγοράς στη διάρκεια της σύγκρουσης.

Στεγαστικά στο 6,65% και πληθωρισμός πάνω από τον στόχο

Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών τίτλων περνά ταυτόχρονα στην αγορά κατοικίας. Το μέσο επιτόκιο για 30ετές στεγαστικό δάνειο ανέβηκε στο 6,65%, έναντι 5,98% πριν από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου.

Η εξέλιξη επαναφέρει το στεγαστικό κόστος στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας, καθώς υψηλότερα επιτόκια σημαίνουν μεγαλύτερες μηνιαίες δόσεις και δυσκολότερη πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση.

Την ίδια ώρα, ο πληθωρισμός παραμένει σημαντικά υψηλότερος από τον στόχο της Federal Reserve. Ο ετήσιος δείκτης έφτασε στο 4,2% τον Μάιο, υψηλό τριών ετών, πριν υποχωρήσει στο 3,4% τον Ιούλιο.

Η Fed έχει αποφύγει μέχρι στιγμής νέα αύξηση επιτοκίων, παρά τις ανησυχίες ότι οι πιέσεις στις τιμές μπορεί να αποκτήσουν πιο μόνιμα χαρακτηριστικά. Η στάση αυτή, όμως, δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα στις αγορές για το πόσο επιθετικά είναι διατεθειμένη να κινηθεί εάν ο πληθωρισμός επιμείνει.

Η ανάπτυξη αντέχει, αλλά χαμηλότερα από τις προσδοκίες

Παρά τις πιέσεις, η αμερικανική οικονομία δεν βρίσκεται σε ύφεση. Οι καταναλωτικές δαπάνες εξακολουθούν να στηρίζουν τη δραστηριότητα, ενώ οι τεράστιες επενδύσεις των Big Tech στην τεχνητή νοημοσύνη και στα data centers αποτελούν σημαντικό αναπτυξιακό μοχλό.

Ωστόσο, οι επιδόσεις παραμένουν χαμηλότερες από τις φιλοδοξίες της κυβέρνησης. Η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1% το 2025, ενώ ο ετησιοποιημένος ρυθμός περιορίστηκε στο 1,5% το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Οι αριθμοί απέχουν τόσο από τον κυβερνητικό στόχο του 3% όσο και από τις πολύ πιο αισιόδοξες προβλέψεις για ανάπτυξη 5%-6%.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιόμορφο οικονομικό περιβάλλον: χρηματιστήρια σε υψηλά επίπεδα και οικονομία που συνεχίζει να αναπτύσσεται, αλλά ταυτόχρονα καταναλωτές αντιμέτωποι με ακριβότερη ενέργεια, στέγαση και καθημερινότητα.

Με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να πλησιάζουν, η αμερικανική οικονομία μετατρέπεται σε ολοένα δυσκολότερη πολιτική εξίσωση για τον Τραμπ. Η κυβέρνηση επιμένει ότι μπορεί να «αναπτυχθεί και να ξεπεράσει» το πρόβλημα του χρέους. Οι αγορές, όμως, ζητούν πλέον ισχυρότερες αποδείξεις ότι το αμερικανικό δημοσιονομικό μονοπάτι μπορεί πράγματι να αλλάξει κατεύθυνση.

Διαβάστε ακόμη

Το μεγάλο στοίχημα του φθινοπώρου για τις τράπεζες (πίνακες)

AI: Η νέα «φούσκα» στις αγορές; – Τα τέσσερα σημάδια κινδύνου και οι ομοιότητες με τα dot-com

Πάρος: Πώς έγινε ο αγαπημένος προορισμός εφήβων και εικοσάρηδων

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ