Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Την είσοδο του Πολωνού προέδρου στο Συνταγματικό Δικαστήριο ανακοίνωσε λίγο πριν από τη 01:00 του Σαββάτου ο επικεφαλής του προεδρικού γραφείου, Πάβελ Σεφερνάκερ.

«Ο πρόεδρος Κάρολ Ναβρότσκι, συνοδευόμενος από τον πρώτο πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ζμπίγκνιεφ Καπίνσκι, εισήλθε στο κτίριο του Συνταγματικού Δικαστηρίου», έγραψε στην πλατφόρμα X. Η άφιξη του Ναβρότσκι συνοδεύτηκε από ένταση στην είσοδο του κτιρίου. Πολωνικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν εικόνες που έδειχναν σπρωξίματα κατά την προσπάθεια του προέδρου και της συνοδείας του να περάσουν στον χώρο.

Σχετικό βίντεο δημοσιοποίησε ο δικαστής Μάτσιεϊ Μπέρεκ. Οι ίδιες εικόνες μεταδόθηκαν, μεταξύ άλλων, από τα πολωνικά μέσα ενημέρωσης Onet και RMF24. Η παρουσία του Ναβρότσκι στο Δικαστήριο ακολούθησε συνομιλίες που είχε στο προεδρικό μέγαρο με τον Ζμπίγκνιεφ Καπίνσκι, μετά την επιστροφή του από το ταξίδι που είχε αναγκαστεί να διακόψει. Η άφιξη του προέδρου πραγματοποιήθηκε ενώ έξω από το κτίριο παρέμεναν αστυνομικές δυνάμεις και συγκεντρωμένοι υποστηρικτές του PiS, οι οποίοι πραγματοποιούν εδώ και εβδομάδες κινητοποιήσεις υπέρ των δικαστών που είχαν διοριστεί κατά την περίοδο διακυβέρνησης του κόμματος.

Η αναστροφή του αεροσκάφους προς τη Σενεγάλη

Ο Κάρολ Ναβρότσκι βρισκόταν καθ’ οδόν προς τη Σενεγάλη για επίσημη επίσκεψη, όταν ενημερώθηκε για τις εξελίξεις στο Συνταγματικό Δικαστήριο και αποφάσισε να επιστρέψει στην Πολωνία. Το αεροσκάφος του έκανε αναστροφή κατά τη διάρκεια της πτήσης. Ο πρόεδρος γνωστοποίησε την απόφασή του μέσω της πλατφόρμας X. «Σε μια στιγμή όπως αυτή, ο πρόεδρος πρέπει να βρίσκεται στην Πολωνία. Διακόπτω το ταξίδι μου προς τη Σενεγάλη. Επιστρέφω», έγραψε.

Κατά την επίσκεψή του στη Σενεγάλη, ο Ναβρότσκι επρόκειτο να συναντηθεί με τον πρόεδρο της χώρας και με εκπροσώπους της Αφρικανικής Ένωσης. Η εσπευσμένη επιστροφή του συνδέθηκε με την απόφαση για την απομάκρυνση της ηγεσίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου και με την κινητοποίηση της αστυνομίας. Η υπόθεση έχει προκαλέσει ανοιχτή αντιπαράθεση ανάμεσα στην προεδρία και την κυβέρνηση. Ο Ναβρότσκι εξελέγη πρόεδρος το 2025 με την υποστήριξη του εθνικιστικού συντηρητικού κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη. Ο ίδιος αντιτίθεται στις αλλαγές που προωθεί η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ στη σύνθεση και τη λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Η προσωρινή απομάκρυνση της ηγεσίας

Η κρίση ξέσπασε το απόγευμα της Παρασκευής, όταν η δικαστής Άννα Κόρβιν-Πιοτρόφσκα ανακοίνωσε την αναστολή άσκησης των καθηκόντων του προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου, Μπόγκνταν Σβιεντσκόφσκι, και του αναπληρωτή του, Μπαρτλομιέι Σοχάνσκι, για διάστημα ενός μήνα.

Η Κόρβιν-Πιοτρόφσκα ανέλαβε προσωρινά τη διοίκηση του θεσμού, επικαλούμενη τη δικαστική της αρχαιότητα. Όπως αναφερόταν στις ανακοινώσεις που δημοσιοποιήθηκαν, η απόφαση συνδεόταν με την παρεμπόδιση της σύγκλησης της γενικής συνέλευσης των δικαστών, καθώς και με τον τρόπο συγκρότησης των δικαστικών συνθέσεων που εξετάζουν υποθέσεις. Ο Σβιεντσκόφσκι αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη νομιμότητα της απόφασης.

Η υφιστάμενη ηγεσία του Δικαστηρίου κατήγγειλε απόπειρα παράνομης κατάληψης του θεσμού. Σε ανακοίνωση στον επίσημο λογαριασμό του Συνταγματικού Δικαστηρίου στην πλατφόρμα X αναφερόταν ότι ο Σβιεντσκόφσκι εξακολουθεί να είναι ο νόμιμος πρόεδρός του. Παράλληλα, καταγγελλόταν «παράνομη κατάληψη» της επίσημης ιστοσελίδας του Δικαστηρίου. «Όλα τα άτομα που συμμετέχουν σε αυτές τις ενέργειες διαπράττουν το αδίκημα του πραξικοπήματος», αναφερόταν στην ανακοίνωση. Η πλευρά του Σβιεντσκόφσκι υποστήριξε επίσης ότι η Κόρβιν-Πιοτρόφσκα δεν νομιμοποιείται να αναλάβει τη διοίκηση του Δικαστηρίου, καθώς δεν έχει ορκιστεί ενώπιον του προέδρου της Δημοκρατίας. Η ιστοσελίδα του Συνταγματικού Δικαστηρίου κατέστη μη προσβάσιμη το βράδυ της Παρασκευής, γεγονός που ενέτεινε τη σύγχυση σχετικά με τις αποφάσεις που είχαν ληφθεί και τη νομιμότητά τους.

Αστυνομικός αποκλεισμός και τρεις συλλήψεις

Ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων και μονάδες αντιμετώπισης ταραχών, αναπτύχθηκαν έξω από το Συνταγματικό Δικαστήριο και απέκλεισαν την πρόσβαση στον χώρο.

Η αστυνομική κινητοποίηση πραγματοποιήθηκε μετά την ενημέρωση της δικαστή Άννας Κόρβιν-Πιοτρόφσκα, η οποία είχε προειδοποιήσει για ενδεχόμενες απειλές κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας δικαστών και εργαζομένων, καθώς και για κίνδυνο διατάραξης της δημόσιας τάξης. Έξω από το Δικαστήριο συγκεντρώθηκαν υποστηρικτές του PiS, οι οποίοι πραγματοποιούν κινητοποιήσεις εδώ και εβδομάδες υπέρ των δικαστών που είχαν διοριστεί κατά την περίοδο διακυβέρνησης του κόμματος. Κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων καταγράφηκαν επεισόδια. Ορισμένοι από τους συγκεντρωμένους επιχείρησαν να περάσουν τα αστυνομικά εμπόδια, ενώ σημειώθηκαν και ρίψεις αντικειμένων εναντίον αστυνομικών. Η αστυνομία ανακοίνωσε ότι συνέλαβε τρία άτομα, αφού αυτά πέρασαν τον φράχτη του Δικαστηρίου.

Οι αστυνομικές αρχές διευκρίνισαν ότι οι δυνάμεις τους εισήλθαν στον περίβολο του συγκροτήματος, αλλά όχι στο εσωτερικό των κτιρίων. Όπως ανέφεραν, σκοπός ήταν η προστασία όσων βρίσκονταν εκεί και η αποκατάσταση της δημόσιας τάξης. «Τουσκ, προδότη», φώναζαν ορισμένοι διαδηλωτές. Άλλοι προσεύχονταν κρατώντας κομποσκοίνια και θρησκευτικές εικόνες. Στις κινητοποιήσεις συμμετείχε και ο ηγέτης του PiS, Γιάροσλαβ Κατσίνσκι, ο οποίος επιχείρησε να εισέλθει στο Δικαστήριο. Ο Κατσίνσκι κατηγόρησε την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τουσκ ότι επιχειρεί «πραξικόπημα» και ότι μετατρέπει την Πολωνία σε «αστυνομικό κράτος». Παράλληλα, ζήτησε την παρέμβαση του προέδρου της Δημοκρατίας. «Πρόκειται για πραξικόπημα του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ. Καταστρατηγεί τα συνταγματικά μας δικαιώματα», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων ένας από τους διαδηλωτές, ο Τόμας Ζαλέσκι.

Τουσκ: «Η αποκατάσταση του κράτους δικαίου είναι καθήκον μας»

Ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ υπερασπίστηκε τις προσπάθειες αλλαγών στο δικαστικό σύστημα, υποστηρίζοντας ότι είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση του κράτους δικαίου. «Η αποκατάσταση του κράτους δικαίου είναι καθήκον μας», έγραψε στην πλατφόρμα X. «Έπειτα από χρόνια ανομίας υπό το PiS, αυτή είναι μια διαδικασία δύσκολη, μερικές φορές επώδυνη, που απαιτεί αποφασιστική δράση. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος», πρόσθεσε.

Η πολωνική κυβέρνηση κατηγορεί την ηγεσία του Συνταγματικού Δικαστηρίου ότι εμποδίζει την ανάληψη καθηκόντων από δικαστές που έχουν εκλεγεί από τη σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο υπουργός Δικαιοσύνης και γενικός εισαγγελέας, Βάλντεμαρ Ζούρεκ, κατηγόρησε τον Σβιεντσκόφσκι ότι έχει μετατρέψει το Δικαστήριο σε «προσωπικό του φέουδο», παρεμποδίζοντας τη λειτουργία του. Σε δηλώσεις του στο POLITICO, ο Ζούρεκ υποστήριξε ότι η πρωτοβουλία της Κόρβιν-Πιοτρόφσκα αποτέλεσε απόφαση νόμιμα εκλεγμένης δικαστή και ότι η κυβέρνηση δεν είχε καμία εμπλοκή.

«Και τώρα μίλησαν οι δικαστές», ανέφερε. Ο υπουργός Δικαιοσύνης ανακοίνωσε επίσης ότι έχει υποβάλει πέντε αιτήματα για την άρση της ασυλίας του Σβιεντσκόφσκι και του αναπληρωτή του. Όπως είπε, τα αιτήματα συνοδεύονται από 50 τόμους δικογραφίας. Η κίνηση αυτή συνδέεται με τις κατηγορίες ότι η ηγεσία του Δικαστηρίου εμπόδιζε τους νέους δικαστές να ασκήσουν τα καθήκοντά τους.

Η διαφωνία για την ορκωμοσία των νέων δικαστών

Στο επίκεντρο της θεσμικής αντιπαράθεσης βρίσκεται η διαδικασία επιλογής και ορκωμοσίας των νέων μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Νωρίτερα μέσα στο 2026, ο πρόεδρος Ναβρότσκι αρνήθηκε να ορκίσει τρεις από τους έξι δικαστές που είχαν επιλεγεί από το πολωνικό Κοινοβούλιο.

Ο ίδιος επικαλέστηκε ενστάσεις για τη νομιμότητα της διαδικασίας επιλογής τους. Ορισμένοι από τους δικαστές που δεν ορκίστηκαν ενώπιον του προέδρου προχώρησαν σε ορκωμοσία στο Κοινοβούλιο. Ωστόσο, ο Μπόγκνταν Σβιεντσκόφσκι αρνήθηκε να επιτρέψει σε δικαστές που είχαν εκλεγεί από την τρέχουσα κοινοβουλευτική πλειοψηφία να αναλάβουν καθήκοντα και να συμμετάσχουν στην εκδίκαση υποθέσεων. Η αντιπαράθεση αυτή έχει οδηγήσει σε παρατεταμένο θεσμικό αδιέξοδο. Η προεδρία, η κυβέρνηση και η υφιστάμενη ηγεσία του Δικαστηρίου αμφισβητούν τη νομιμότητα των ενεργειών της άλλης πλευράς.

Η σύγκρουση για τη Δικαιοσύνη από το 2015

Η κρίση γύρω από το Συνταγματικό Δικαστήριο έχει τις ρίζες της στην περίοδο διακυβέρνησης της Πολωνίας από το εθνικιστικό συντηρητικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη, από το 2015 έως το 2023. Κατά τη διάρκεια της οκταετούς παραμονής του στην εξουσία, το PiS προχώρησε σε εκτεταμένες αλλαγές στη σύνθεση και τη λειτουργία των δικαστικών θεσμών, διορίζοντας δικαστές που θεωρούνταν πολιτικά προσκείμενοι στο κόμμα.

Οι παρεμβάσεις αυτές προκάλεσαν αντιδράσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αμφισβήτησε τη συμβατότητά τους με τις αρχές της δικαστικής ανεξαρτησίας και του κράτους δικαίου. Το Συνταγματικό Δικαστήριο βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο των διαφωνιών μεταξύ Βρυξελλών και Βαρσοβίας, ιδιαίτερα όταν αμφισβήτησε την υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου έναντι της πολωνικής νομοθεσίας. Το Δικαστήριο είχε επίσης διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην επιβολή σχεδόν καθολικής απαγόρευσης των αμβλώσεων κατά την περίοδο διακυβέρνησης του PiS. Οι αντιπαραθέσεις για τη Δικαιοσύνη είχαν και οικονομικές συνέπειες για την Πολωνία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε αναστείλει χρηματοδοτήσεις, λόγω ανησυχιών για την κατάσταση του κράτους δικαίου. Τον Δεκέμβριο του 2025, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι το πολωνικό Συνταγματικό Δικαστήριο δεν πληρούσε τα ευρωπαϊκά πρότυπα δικαστικής ανεξαρτησίας.

Η επιστροφή του Τουσκ στην πρωθυπουργία

Μετά την επιστροφή του στην πρωθυπουργία το 2023, ο Ντόναλντ Τουσκ, πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δεσμεύτηκε να ανατρέψει τις αλλαγές στη Δικαιοσύνη που είχαν πραγματοποιηθεί κατά την περίοδο διακυβέρνησης του PiS και να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία των θεσμών.

Οι προσπάθειες της κυβέρνησής του συνάντησαν την αντίσταση της ηγεσίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου και της προεδρίας της Δημοκρατίας. Ο Κάρολ Ναβρότσκι, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος το 2025 με τη στήριξη του PiS, υποστηρίζει ότι οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης αποσκοπούν στην απόκτηση πολιτικού ελέγχου επί της Δικαιοσύνης. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση θεωρεί ότι οι αλλαγές είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας των δικαστικών θεσμών και για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που, σύμφωνα με την ίδια και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, δημιουργήθηκαν κατά την προηγούμενη περίοδο διακυβέρνησης. Η διαμάχη έχει επεκταθεί στη νομιμότητα της επιλογής των δικαστών, στις διαδικασίες ορκωμοσίας τους και στη δυνατότητά τους να συμμετέχουν στη λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Οι εξελίξεις της Παρασκευής και των πρώτων ωρών του Σαββάτου, με την αναστολή των καθηκόντων της ηγεσίας του Δικαστηρίου, τις καταγγελίες περί «πραξικοπήματος», την αστυνομική κινητοποίηση και την προσωπική παρέμβαση του προέδρου Ναβρότσκι, επανέφεραν στο επίκεντρο το ερώτημα ποιος έχει τη νόμιμη εξουσία να διοικεί τον θεσμό και κατά πόσο οι αποφάσεις του θα αναγνωρίζονται από όλους τους κρατικούς φορείς.