Στα ράφια των ευρωπαϊκών σούπερ μάρκετ επικρατεί ακόμη σχετική ηρεμία. Οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής επιμένουν ότι οι τιμές τροφίμων παραμένουν υπό έλεγχο και ότι οι καταναλωτές δεν έχουν δει μέχρι στιγμής σοβαρές ανατιμήσεις εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Πίσω όμως από αυτή την εικόνα σταθερότητας, μια νέα κρίση αρχίζει να διαμορφώνεται αργά και αθόρυβα μέσα στην ευρωπαϊκή αγροτική παραγωγή — και το επίκεντρό της δεν είναι το ίδιο το πετρέλαιο αλλά τα λιπάσματα.
Η αλυσίδα της κρίσης ξεκινά από το φυσικό αέριο. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων εξαρτάται άμεσα από αυτό, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε σοβαρή αναταραχή στις ενεργειακές αγορές μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στο κόστος παραγωγής τροφίμων. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι αυτή η μετάδοση δεν γίνεται άμεσα. Οι επιπτώσεις χρειάζονται μήνες ή και χρόνια για να εμφανιστούν πλήρως στην πραγματική οικονομία.
Μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν και το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, οι τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη σημείωσαν άλμα περίπου 59%. Η αύξηση αυτή μετατράπηκε γρήγορα σε πίεση για τη βιομηχανία λιπασμάτων, καθώς η ευρωπαϊκή παραγωγή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εισαγόμενο φυσικό αέριο.
Οι τιμές ορισμένων βασικών λιπασμάτων έχουν ήδη εκτοξευθεί έως και 50%. Η ουρία, το πιο διαδεδομένο λίπασμα παγκοσμίως, πωλείται πλέον σε επίπεδα πολύ υψηλότερα σε σχέση με πριν από την έναρξη της κρίσης, επιβαρύνοντας σοβαρά το κόστος των καλλιεργειών.
Η καθυστέρηση που κρύβει τον πραγματικό κίνδυνο
Μέχρι στιγμής, η ευρωπαϊκή αγορά τροφίμων προστατεύθηκε εν μέρει από το γεγονός ότι οι περισσότεροι παραγωγοί είχαν ήδη εξασφαλίσει τα λιπάσματα για τη φετινή καλλιεργητική περίοδο πριν ξεσπάσει η κρίση. Οι αγορές είχαν κλειστεί μήνες νωρίτερα, επιτρέποντας στους αγρότες να αποφύγουν προσωρινά το νέο κύμα ανατιμήσεων.
Αυτή η ασπίδα όμως αρχίζει πλέον να εξαντλείται. Οι παραγγελίες για τις φθινοπωρινές σπορές γίνονται τώρα με τις νέες, πολύ υψηλότερες τιμές. Και εδώ αρχίζει να εμφανίζεται το πραγματικό πρόβλημα: οι τιμές των αγροτικών προϊόντων δεν έχουν αυξηθεί στον ίδιο βαθμό με το κόστος των λιπασμάτων.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ολοένα περισσότεροι παραγωγοί εξετάζουν το ενδεχόμενο να περιορίσουν τη χρήση αζώτου ή να στραφούν σε καλλιέργειες που απαιτούν μικρότερες ποσότητες λιπάσματος. Και οι δύο επιλογές οδηγούν σε χαμηλότερες αποδόσεις.
Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική επίπτωση της σημερινής κρίσης πιθανότατα θα εμφανιστεί στις σοδειές του 2027, όταν η μειωμένη παραγωγή θα αρχίσει να περνά στις τιμές των τροφίμων και τελικά στους καταναλωτές.
Οι πρώτες πιέσεις στην Ευρώπη
Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες αισθάνονται ήδη εντονότερα τις επιπτώσεις. Η Ιρλανδία, για παράδειγμα, εξαρτάται σχεδόν πλήρως από εισαγόμενα λιπάσματα και διαθέτει αγροτικό μοντέλο που βασίζεται έντονα στη χρήση αζωτούχων προϊόντων για τα βοσκοτόπια της. Οι περισσότεροι Ιρλανδοί αγρότες πραγματοποιούν τις αγορές λιπασμάτων από την άνοιξη έως τις αρχές φθινοπώρου, γεγονός που σημαίνει ότι πλέον αγοράζουν σε συνθήκες «τιμών πολέμου».
Στη Σουηδία, οι αγροτικές ενώσεις υπολογίζουν ήδη σημαντικές απώλειες κερδών για τον κλάδο, καθώς το αυξημένο κόστος παραγωγής συμπιέζει τα περιθώρια των καλλιεργητών.
Οι Βρυξέλλες προσπαθούν να περιορίσουν το σοκ μέσω χαλάρωσης ορισμένων κανόνων κρατικών ενισχύσεων, όμως οι δυνατότητες παρέμβασης παραμένουν περιορισμένες. Το νέο ευρωπαϊκό σχέδιο για τα λιπάσματα βασίζεται κυρίως σε μεσοπρόθεσμες λύσεις: ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, μείωση εξάρτησης από εισαγωγές, ανάπτυξη πράσινων εναλλακτικών και περιορισμό χρήσης λιπασμάτων.
Το πρόβλημα είναι ότι καμία από αυτές τις λύσεις δεν μπορεί να αντιμετωπίσει άμεσα τις πιέσεις των επόμενων καλλιεργητικών περιόδων. Η κατασκευή νέων εργοστασίων λιπασμάτων απαιτεί αρκετά χρόνια, ενώ η ευρωπαϊκή παραγωγή παραμένει ήδη σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με πριν από την ενεργειακή κρίση.
Στο στόχαστρο και ο ευρωπαϊκός φόρος άνθρακα
Η νέα κρίση αναζωπυρώνει και τη διαμάχη γύρω από τον μηχανισμό CBAM, δηλαδή τον ευρωπαϊκό φόρο άνθρακα στις εισαγωγές προϊόντων από χώρες με χαμηλότερα περιβαλλοντικά πρότυπα. Το μέτρο αυξάνει περαιτέρω το κόστος των εισαγόμενων λιπασμάτων σε μια περίοδο όπου οι τιμές έχουν ήδη εκτοξευθεί. Χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία ζητούν προσωρινή χαλάρωση ή αναστολή του μέτρου, ενώ κράτη με ισχυρή εγχώρια παραγωγή λιπασμάτων επιμένουν στη διατήρησή του.
Η κρίση όμως δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεγάλος αριθμός αγροτών δηλώνει ήδη ότι αδυνατεί να προμηθευτεί τις ποσότητες λιπασμάτων που χρειάζεται, ενώ προβλέψεις για την παραγωγή σιταριού γίνονται ολοένα πιο απαισιόδοξες.
Η Βραζιλία αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις φωσφορικών λιπασμάτων, ενώ χώρες που εξαρτώνται από θαλάσσιες μεταφορές μέσω του Κόλπου βρίσκονται αντιμέτωπες με ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους. Παράλληλα, η Κίνα περιορίζει τις εξαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών για τη γεωργία, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τις πιέσεις στην παγκόσμια αγορά.
Οι διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν ότι εάν η κρίση παραταθεί, δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια. Και αυτό ακριβώς είναι που ανησυχεί περισσότερο τις αγορές: η σημερινή κρίση δεν μοιάζει με ένα ξαφνικό σοκ, αλλά με ένα αργό κύμα που ήδη σχηματίζεται και πλησιάζει σταδιακά την παγκόσμια οικονομία.
Διαβάστε ακόμη
ΕΕ: Σχέδιο έκτακτης στήριξης για τα λιπάσματα λόγω πολέμου και έκρηξης τιμών (tweets)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.