Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Μαζικά εγκαταλείπουν οι επενδυτές τα αμερικανικά ομόλογα καθώς η ενεργειακή κρίση έχει αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις ανατρέποντας τα δεδομένα για τη νομισματική πολιτική της Federal Reserve. Είναι χαρακτηριστικό ότι με ένα ακόμη άλμα στη συνεδρίαση της Τρίτης στη Wall Street, οι αποδόσεις των 30ετών τίτλων εκτοξεύτηκαν στο υψηλότερο σημείο των τελευταίων 19 ετών.

Συγκεκριμένα, η απόδοση του 30ετούς αυξήθηκε κατά 3,5 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 5,181%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2007.

Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου — που αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, καθώς και για τις πιστωτικές κάρτες — ενισχύθηκε κατά σχεδόν 3,6 μονάδες βάσης στο 4,659%, ήτοι στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2025.

Παράλληλα, η απόδοση του 2ετούς, που είναι πιο ευάλωτο στις προσδοκίες για τις επιτοκιακές κινήσεις της Fed, σκαρφάλωσε στο 4,10%.

Οι φόβοι για νέο κύμα πληθωρισμού

Το selloff στις αμερικανικές, αλλά και διεθνείς αγορές ομολόγων τροφοδοτείται από τους φόβους για επίμονο πληθωρισμό, καθώς και από τις ανησυχίες για τα διογκωμένα δημοσιονομικά ελλείμματα. Οι επενδυτές απαιτούν πλέον υψηλότερες αποδόσεις για να διακρατούν μακροπρόθεσμο χρέος, υπό το βάρος της εκτίναξης των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου.

Έρευνα της Bank of America που δημοσιεύθηκε την Τρίτη έδειξε ότι το 62% των διαχειριστών κεφαλαίων παγκοσμίως αναμένει πως η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου θα φθάσει στο 6%, επίπεδο που θα αποτελούσε το υψηλότερο από τα τέλη του 1999 και περίπου 85 μονάδες βάσης υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα. Μόλις το 20% των συμμετεχόντων στην έρευνα εκτίμησε ότι η απόδοση του 30ετούς θα κινηθεί χαμηλότερα προς το 4%.

Αναλόγως, η Citigroup εκτίμησε αυτή την εβδομάδα ότι το όριο του 5,5% αποτελεί πλέον το νέο κρίσιμο επίπεδο για την απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου, καθώς οι αγορές αρχίζουν να αποδέχονται ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλός για μεγαλύτερο διάστημα. Ο στρατηγικός αναλυτής επιτοκίων της Citi, Τζιμ ΜακΚόρμικ, δήλωσε ότι οι επενδυτές «επικεντρώνονται πλέον στο 5,5% ως το νέο round number».

Η Barclays, από την πλευρά της, προειδοποίησε ότι η ταχύτερη αύξηση του χρέους σε σχέση με την οικονομική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με την επιδείνωση των πληθωριστικών προοπτικών, καθιστούν λιγότερο ελκυστικό το μακροπρόθεσμο κρατικό χρέος. Ο επικεφαλής έρευνας της τράπεζας, Ατζάι Ρατζαντιάκσα, σημείωσε ότι «υπάρχει ελάχιστος λόγος για να αναλάβει κανείς έκθεση στο μακρινό άκρο της καμπύλης».

Αναλυτές της JPMorgan Chase έχουν επίσης επισημάνει ότι τα ισχυρά στοιχεία για την αμερικανική οικονομία και η επιμονή του πληθωρισμού μπορεί να διατηρήσουν τη Fed σε περιοριστική στάση για μεγαλύτερο διάστημα, με αποτέλεσμα να συνεχιστεί η άνοδος των αποδόσεων.

Στο ίδιο μήκος κύματος και η Bank of America, η οποία σε έρευνα της κατέγραψε ότι το 40% των επενδυτών θεωρεί πλέον ένα «δεύτερο κύμα πληθωρισμού» ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις αγορές.

Η νέα εποχή για τα Treasuries

Το επίπεδο του 5% για την απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου θεωρούνταν από ορισμένους επενδυτές ως «γραμμή άμυνας» που θα ενεργοποιούσε αγορές μετά τη βουτιά των τιμών. Ωστόσο, η πρόσφατη εκτίναξη του μακροπρόθεσμου κόστους δανεισμού αμφισβητεί αυτή την παραδοχή και ενδέχεται να σηματοδοτεί μια νέα εποχή για την ύψους 31 τρισ. δολαρίων αμερικανική αγορά ομολόγων, η οποία επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το κόστος δανεισμού παγκοσμίως.

Στις ΗΠΑ, η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στα νέα στοιχεία από το μέτωπο του πληθωρισμού που δημοσιεύθηκαν την περασμένη εβδομάδα, προκαλώντας αναταραχή στους επενδυτές και οδηγώντας τους traders να ποντάρουν ότι η επόμενη κίνηση της Federal Reserve μπορεί να είναι αύξηση επιτοκίων αντί για μείωση. Κι αυτό μάλιστα παρά το γεγονός ότι ο νέος πρόεδρος της Fed, ο Κέβιν Γουόρς (που θα ορκιστεί επισήμως την Παρασκευή), είναι βέβαιο ότι θα δεχτεί ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις από τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος τον επέλεξε, για να οδηγήσει την κεντρική τράπεζα σε μια χαλαρότερη νομισματική πολιτική.

«Το κυρίαρχο κλίμα στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων διαμορφώνεται από τις επιπτώσεις του υψηλότερου πληθωρισμού, που οφείλεται κυρίως στο άλμα του ενεργειακού κόστους, αλλά και από τις ανησυχίες για τα δημοσιονομικά ελλείμματα και, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, από την πολιτική αναταραχή στο εσωτερικό της χώρας», σχολίασε, μιλώντας στο CNBC, ο επικεφαλής οικονομολόγος και στρατηγικός αναλυτής της Jefferies, Μοχίτ Κουμάρ.

«Ακόμα κι αν υπάρξει συμφωνία στη Μέση Ανατολή, το πετρέλαιο δεν πρόκειται να επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα. Πιστεύουμε ότι σε έξι μήνες θα βρίσκεται 25% με 30% υψηλότερα», επεσήμανε ο Κουμάρ, εξηγώντας ότι το πληθωριστικό ρίσκο δεν θα καταλαγιάσει.

Πίεση σε Fed και Wall Street

Διεθνείς αναλυτές στέκονται επίσης στις πιέσεις που δημιουργούν τα αυξανόμενα κρατικά ελλείμματα, καθώς οι περισσότερες κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει σε επιδοτήσεις και παροχές προς τα νοικοκυριά για να αμβλύνουν τις αρνητικές συνέπειες από την εκτίναξη των τιμών των καυσίμων.

«Με το χρέος να αυξάνεται ταχύτερα από την ανάπτυξη, με επιδεινούμενες πληθωριστικές προοπτικές και χωρίς πολιτική βούληση για δημοσιονομική μεταρρύθμιση, υπάρχει ελάχιστος λόγος για να αναλάβει κανείς έκθεση στο μακρινό άκρο της καμπύλης», έγραψε χαρακτηριστικά σε σημείωμά του τη Δευτέρα ο αναλυτής της Barclays, Ατζάι Ρατζαντιάκσα.

Το αφήγημα των «υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα» έχει οδηγήσει τους επενδυτές σε αναθεώρηση των προσδοκιών τους για τη νομισματική πολιτική. Πριν από τον πόλεμο, οι traders προεξοφλούσαν έως και τρεις μειώσεις επιτοκίων από τη Federal Reserve μέσα στη χρονιά. Πλέον, όμως, οι αγορές χρήματος δείχνουν αυξανόμενες πιθανότητες η επόμενη κίνηση της Fed να είναι αύξηση επιτοκίων.

Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελούν εξαίρεση – οι αντίστοιχες αποδόσεις στη Βρετανία πλησιάζουν το 6%, ενώ το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού της Γερμανίας βρίσκεται σε υψηλά από το 2011- οι αμερικανικοί κρατικοί τίτλοι εξακολουθούν να θεωρούνται το κορυφαίο ασφαλές καταφύγιο παγκοσμίως. Για αυτόν τον λόγο, οι απότομες κινήσεις στις αποδόσεις των ΗΠΑ έχουν συνήθως ευρύτερο αντίκτυπο στις διεθνείς αγορές.

Εάν το selloff συνεχιστεί, οι υψηλότερες αποδόσεις ενδέχεται να αυξήσουν περαιτέρω τα επιτόκια στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων στις Ηνωμένες Πολιτείες, απειλώντας να επιβραδύνουν τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Η κατάσταση έχει ήδη πυροδοτήσει συζητήσεις για πιθανή παρέμβαση από τις αρχές, οι οποίες στρέφονται σταδιακά προς την έκδοση περισσότερου βραχυπρόθεσμου χρέους αντί για μακροπρόθεσμους τίτλους. Και βέβαια εύλογη είναι η πίεση προς τη Wall Street, όπως αποτυπώνεται και στη συνεδρίαση της Τρίτης, καθώς η άνοδος των αποδόσεων υπονομεύει το πρόσφατο ράλι των μετοχών.

Διαβάστε ακόμη

Reuters: Πώς η σύγκρουση Ιράν-ΗΠΑ έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο

Θεοδωρόπουλος: Εκκληση για περισσότερα θερμοκήπια στην Ελλάδα και το παράπονο προς την Ευρώπη για Τουρκία – Μαρόκο

UBS για Ελλάδα: Η μεγάλη αποκλιμάκωση του χρέους και το «αγκάθι» της εξωτερικής θέσης (γραφήματα)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα