Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες όπου οι κενές θέσεις εργασίας παραμένουν τουλάχιστον 10% υψηλότερες σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο, εξέλιξη που συνέβαλε ώστε οι μισθοί να περιορίσουν μέρος της απόστασης από τον πληθωρισμό. «Χωρίς αυτή τη στενότητα στην αγορά εργασίας, η εικόνα θα ήταν αισθητά δυσμενέστερη», επισημαίνει στην «Κ» ο Αλεξάντρ Γκεοργκίεφ, οικονομολόγος στη Διεύθυνση Απασχόλησης και Εισοδήματος του ΟΟΣΑ. Αντίθετα, στους παράγοντες που ασκούν καθοδικές πιέσεις στις αποδοχές περιλαμβάνεται το φαινόμενο του μονοψωνίου, το οποίο παρατηρείται σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας.
Το 2022, μετά την κορύφωση της πανδημίας, καταγράφηκε διεθνώς απότομη αύξηση των κενών θέσεων εργασίας. Σήμερα, στους περισσότερους τομείς και στις περισσότερες οικονομίες του ΟΟΣΑ, το φαινόμενο έχει υποχωρήσει σε σχέση με το αποκορύφωμα εκείνης της περιόδου. Ωστόσο, η στενότητα της αγοράς εργασίας —δηλαδή ο λόγος κενών θέσεων προς ανέργους— εξακολουθεί να παραμένει υψηλή και σε ορισμένες χώρες δεν έχει επανέλθει στα επίπεδα πριν από την πανδημία, τα οποία ούτως ή άλλως ήταν αυξημένα. Στην Ευρώπη, το φαινόμενο εντοπίζεται σε κλάδους όπως η μεταποίηση, το εμπόριο και, σε κάποιο βαθμό, ο χρηματοοικονομικός τομέας. Σε επίπεδο Ευρωζώνης, οι επιχειρήσεις —μία στις έξι στη βιομηχανία και μία στις τέσσερις στις υπηρεσίες— συνεχίζουν να δηλώνουν ότι η έλλειψη εργατικού δυναμικού αποτελεί παράγοντα που περιορίζει την παραγωγική τους δυνατότητα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχουν παγιωθεί πλέον και ορισμένες διαρθρωτικές αιτίες που τροφοδοτούν το πρόβλημα.
Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων, η οποία ενισχύεται από την ψηφιακή και την πράσινη μετάβαση, η γήρανση του πληθυσμού που μειώνει το εργατικό δυναμικό παραγωγικής ηλικίας, αλλά και η χαμηλή ποιότητα των εργασιακών συνθηκών σε συγκεκριμένους κλάδους —που λειτουργεί αποτρεπτικά για τους υποψηφίους— συνιστούν τους βασικούς λόγους πίσω από τη δυσκολία εύρεσης προσωπικού, πέραν των περιπτώσεων όπου παρατηρείται εξαιρετικά αυξημένη ζήτηση για προϊόντα την οποία αδυνατεί να καλύψει η προσφορά εργασίας.
Η στενότητα της αγοράς εργασίας, ωστόσο, έχει και θετική επίδραση στην πορεία των εισοδημάτων, καθώς φαίνεται ότι λειτούργησε ως ανάχωμα απέναντι στις πληθωριστικές πιέσεις. «Οι έντονες ελλείψεις προσωπικού έχουν ξεκάθαρη επίδραση στις αποδοχές και, στην πράξη, συνέβαλαν ώστε οι πραγματικοί μισθοί να πλησιάσουν ή ακόμη και να καλύψουν τον ρυθμό ανόδου των τιμών. Σε περίπου τις μισές χώρες, οι μισθοί δεν έχουν απορροφήσει πλήρως το σοκ του πληθωρισμού. Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα θα ήταν σαφώς χειρότερη χωρίς τις κενές θέσεις εργασίας, οι οποίες βοηθούν τα εισοδήματα των μισθωτών να περιορίσουν μέρος της απώλειας αγοραστικής δύναμης», σημειώνει ο οικονομολόγος του ΟΟΣΑ, προσθέτοντας ότι στην Ελλάδα οι πραγματικοί μισθοί, σε γενικές γραμμές, έχουν ανακάμψει από το χαμηλότερο σημείο στο οποίο βρέθηκαν μετά τον Ιανουάριο του 2021 λόγω του πληθωρισμού.
Αντίθετα, παράγοντες που λειτουργούν ανασταλτικά στις μισθολογικές αυξήσεις είναι τα φαινόμενα μονοψωνίου που εμφανίζονται σε ορισμένους τομείς. «Σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ καταγράφονται περιπτώσεις όπου λίγοι εργοδότες κυριαρχούν σε έναν κλάδο, γεγονός που τους επιτρέπει να καθορίζουν μισθούς χαμηλότερους από τα επίπεδα της αγοράς. Η συγκέντρωση στην αγορά εργασίας και η έλλειψη ανταγωνισμού, που διευκολύνουν ορισμένες επιχειρήσεις να διατηρούν χαμηλές αποδοχές, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες», υπογραμμίζει ο Γκεοργκίεφ, επισημαίνοντας ότι σε αυτό το πεδίο παίζει ρόλο και η ενίσχυση του κατώτατου μισθού σε χώρες όπως η Ελλάδα.
Η πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης
Σε ό,τι αφορά τον αντίκτυπο της τεχνητής νοημοσύνης στην αγορά εργασίας, ο μετασχηματισμός βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, αφήνοντας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα. Προς το παρόν, πάντως, οι προσλήψεις στον τομέα της ΑΙ αυξάνονται ραγδαία, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που έχει ξεκινήσει εδώ και περίπου δέκα χρόνια και σήμερα κορυφώνεται. «Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί ακόμη και να οδηγήσει σε αύξηση των θέσεων εργασίας. Όταν η κλωστοϋφαντουργία αυτοματοποιήθηκε στο παρελθόν, υπήρξαν έντονες αντιδράσεις και καταστροφές μηχανών. Στην πράξη, όμως, η απασχόληση αυξήθηκε, καθώς τα ρούχα έγιναν πολύ φθηνότερα και η ζήτηση εκτοξεύθηκε. Αναμφίβολα θα υπάρξουν και περιπτώσεις αρνητικού αντίκτυπου της ΑΙ. Θα σημάνει όμως το τέλος της ανθρώπινης εργασίας; Η απάντηση του ΟΟΣΑ είναι ξεκάθαρη: όχι. Ορισμένες θέσεις θα χαθούν, άλλες θα δημιουργηθούν και οι περισσότερες θα μετασχηματιστούν. Το γεγονός ότι η τεχνολογία επηρεάζει μια θέση δεν σημαίνει ότι την αυτοματοποιεί πλήρως — κάτι τέτοιο είναι σχετικά σπάνιο. Δεν είναι λοιπόν δεδομένο ότι θα υπάρξει δραματική ανατροπή στην αγορά εργασίας λόγω της τεχνητής νοημοσύνης. Η πραγματική πρόκληση είναι πώς οι εργαζόμενοι θα ακολουθήσουν αυτόν τον μετασχηματισμό: πώς θα προσαρμόσουν τις δεξιότητές τους ή πώς θα μετακινηθούν από απαρχαιωμένες θέσεις σε νέους ρόλους. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το κρίσιμο στοίχημα», καταλήγει ο οικονομολόγος του ΟΟΣΑ.
Διαβάστε ακόμη
Αγρότες: Διάλογος μόνο με απτές δεσμεύσεις έως τα Φώτα ή 48ωρος αποκλεισμός σε δρόμους και τελωνεία
«Βροχή» ελέγχων από την εφορία: πάνω από 72.800 οι έρευνες της ΑΑΔΕ το 2026
Η νέα καταναλωτική Ινδία – Πώς οι μικρότερες πόλεις αναδιαμορφώνουν την οικονομία της χώρας
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.